Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41140-41160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40541πιστόλιπι-στό-λι ουσ. (ουδ.) {πιστολ-ιού} & (σπάν.-προφ.) μπιστόλι 1. μικρό, κοντόκαννο πυροβόλο όπλο, σχεδιασμένο για να κρατιέται με το ένα χέρι: εννιάρι ~. ~ με σιγαστήρα. Πβ. σιδερικό. Βλ. εξάσφαιρο, περίστροφο, σαρανταπεντάρι.|| Πλαστικό/ψεύτικο ~.|| ~ εκκίνησης (: σε αγώνες δρόμου)/κρότου/φωτοβολίδων. Βλ. νεροπίστολο. 2. ΑΘΛ. το συγκεκριμένο όπλο με χρήση στη σκοποβολή· κατ' επέκτ. το ίδιο το άθλημα: αεροβόλο/ελεύθερο/επαναληπτικό ~. ~ μεγάλου διαμετρήματος/σπορ/ταχύτητας. 3. (κατ' επέκτ.) εργαλείο αντίστοιχης μορφής για διάφορες εργασίες: ηλεκτρικό/καρφωτικό ~. ~ (θερμού/πεπιεσμένου) αέρα/σιλικόνης. ~ βαφής/θερμοκόλλησης/ποτίσματος/ψεκασμού. Πβ. αερογράφος, πιστολέτο. ● Μεγεθ.: πιστόλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γρήγορο πιστόλι (μτφ.): γρήγορος, σβέλτος: Πότε πρόλαβες και καθάρισες; Είσαι ~ ~ τελικά! ● ΦΡ.: τραβώ πιστόλι: βγάζω και στρέφω το πιστόλι εναντίον κάποιου ή/και τον πυροβολώ., με/βάζω το πιστόλι στον κρόταφο βλ. κρόταφος ● βλ. πιστολάκι [< 1: μεσν. πιστόλα < ιταλ. pistola 2,3: αγγλ. gun, pistol]
40542πιστολιάπι-στο-λιά ουσ. (θηλ.) & (προφ.) μπιστολιά: πυροβολισμός. [< μεσν. πιστολιά, μπιστολιά]
40543πιστολίδιπι-στο-λί-δι ουσ. (ουδ.) & μπιστολίδι (λαϊκό): σειρά από απανωτές πιστολιές, πυροβολισμούς: ατελείωτο/τρελό ~. Πέφτει ~. Βλ. -ίδι.
40544πίστομαβλ. απίστομα
40545πιστόνιπι-στό-νι ουσ. (ουδ.) {πιστον-ιού} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. έμβολο κινητήρα: σφυρήλατο ~. Βάνα/ελατήρια/κεφαλή ~ιού. Βλ. μπιέλα. 2. ΜΟΥΣ. είδος βαλβίδας χάλκινων πνευστών οργάνων που κινείται κατακόρυφα με πίεση, ρυθμίζοντας τη διέλευση του αέρα και συνεπώς τον ήχο που παράγεται. [< γαλλ. piston]
40546πιστοποίησηπι-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία διασφάλισης ποιότητας με διεθνώς αποδεκτά ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, επίσημη βεβαίωση, επικύρωση για κάτι και συνεκδ. το σχετικό πιστοποιητικό: αναγνωρισμένη/ευρωπαϊκή ~. ~ ποιότητας (βλ. ISO). Συμβούλιο/σύστημα/φορέας ~ης. Δίνει/παρέχει ~.|| ~ γλωσσομάθειας/δεξιοτήτων/επάρκειας. 2. (στην εκπαίδευση) έγγραφο από ΙΕΚ που βεβαιώνει ότι ο κάτοχός του διαθέτει τις ανάλογες γνώσεις, για να μπορεί να ασκήσει συγκεκριμένο επάγγελμα: εξετάσεις (επαγγελματικής) ~ης. 3. (ειδικότ.) επίσημος έλεγχος τροφίμων ή προϊόντων για την τήρηση των απαραίτητων προδιαγραφών. Βλ. -ποίηση, σήμανση πιστότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: Έμπιστη Τρίτη Οντότητα/Πάροχος Υπηρεσιών Πιστοποίησης βλ. οντότητα [< 1: μτγν. πιστοποίησις ‘επιβεβαίωση’, αγγλ.-γαλλ. certification]
40547πιστοποιήσιμος, η, ο πι-στο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να πιστοποιηθεί: ~ο: επίπεδο γλωσσομάθειας. Βλ. -ιμος. [< αγγλ. certifiable]
40548πιστοποιητήςπι-στο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πιστοποιήτρια}: αυτός που πιστοποιεί: ~ές ποιότητας. Βλ. αξιολογητής, ISO. [< αγγλ. certifier, πβ. μτγν. πιστοποιός]
40549πιστοποιητικόπι-στο-ποι-η-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει κάποιο γεγονός ή παρέχει συγκεκριμένες πληροφορίες: ~ αγαμίας/βάπτισης/γέννησης/οικογενειακής κατάστασης/σπουδών. ~ ταυτότητας (βλ. διαβατήριο). ~ ενεργειακής απόδοσης κτιρίου (= ενεργειακό ~). Κρατικό ~ Γλωσσομάθειας. Ανάκληση/έκδοση/χορήγηση ~ού. Προσκομίζει (ένα) ~. Πβ. αποδεικτικό, βεβαίωση. ● ΣΥΜΠΛ.: πιστοποιητικό ασφαλείας: που εκδίδεται από αρμόδια Αρχή και βεβαιώνει ότι κάποιος θεωρείται κατάλληλος ή κάτι κρίνεται ασφαλές για συγκεκριμένο σκοπό: (ΠΛΗΡΟΦ.) ψηφιακό ~ ~., πιστοποιητικό ελληνομάθειας βλ. ελληνομάθεια, πράσινο πιστοποιητικό βλ. πράσινος, υπόδειγμα χρησιμότητας/πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας βλ. χρησιμότητα [< γαλλ. certificat]
40550πιστοποιητικός, ή, ό πι-στο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πιστοποίηση, που πιστοποιεί κάτι: ~ός: οργανισμός. Βλ. -ποιητικός. [< μτγν. πιστοποιητικός ‘αυτός που επιβεβαιώνει’]
40551πιστοποιώ[πιστοποιῶ] πι-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πιστοποι-εί | -ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. βεβαιώνω, επικυρώνω, τεκμηριώνω: Οι αποδείξεις ~ούν την ενοχή του κατηγορουμένου. 2. εκδίδω, χορηγώ επίσημο πιστοποιητικό. Βλ. -ποιώ. ● Μτχ.: πιστοποιημένος , η, ο: ~ο: κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης/σύστημα. ~οι: φορείς/χρήστες. Πβ. αδειούχος, τεκμαρτός. [< αγγλ. certified, γαλλ. certifié, περ. 1950] [< μτγν. πιστοποιῶ]
40552πιστός, ή, ό πι-στός επίθ. 1. έμπιστος, αφοσιωμένος: ~ός: σύντροφος/υπάλληλος/υπηρέτης/φίλος (πβ. αξιόπιστος).|| ~ός: σκύλος.|| (για σύζυγο ή σύντροφο που δεν κάνει απιστίες:) Μου είναι ~. Μένουν ~οί ο ένας στον άλλον. ΑΝΤ. άπιστος. 2. συνεπής, σταθερός: ~οί: αναγνώστες (εφημερίδας)/οπαδοί (ομάδας)/πελάτες (εταιρείας)/υποστηρικτές. ~ στις δεσμεύσεις του/στο καθήκον. Παραμένει ~ στις απόψεις/στις συνήθειές του. Φεστιβάλ που έχει αποκτήσει ~ούς φίλους. 3. ακριβής, πανομοιότυπος: ~ή: αναπαραγωγή/αναπαράσταση/αντιγραφή/απόδοση/εικόνα/μετάφραση. ~ό: αντίγραφο. 4. ευλαβής: ~ός: χριστιανός. Βλ. άθεος. ● Ουσ.: πιστός (ο) 1. οπαδός θρησκείας: οι ~οί του Χριστιανισμού. Προσφορές ~ών. Πλήθος ~ών συγκεντρώθηκε στο ... ΑΝΤ. άπιστος (1) 2. (μτφ.) ένθερμος υποστηρικτής, φανατικός φίλος: οι ~οί του κόμματος. Ταινία που απευθύνεται στους ~ούς του είδους. ● επίρρ.: πιστά: Τον υπηρέτησε ~ (= με αφοσίωση).|| Ακολούθησε ~ τις οδηγίες (= με συνέπεια, χωρίς παρεκκλίσεις).|| Αναπαράστησε ~ (= με ακρίβεια) την πραγματικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: πιστή Πηνελόπη βλ. Πηνελόπη ● ΦΡ.: όσοι πιστοί προσέλθετε βλ. προσέρχομαι [< 1,2: αρχ. πιστός 3: γαλλ. fidèle 4: μτγν. ~]
40553πιστότηταπι-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. βαθμός ακρίβειας, γνησιότητας: χρωματική ~. ~ αντιγραφής/απόδοσης/μετάφρασης. 2. αφοσίωση, σταθερότητα σε κάτι: (ΟΙΚΟΝ.) ~ πελατών. Πβ. συνέπεια.|| Έλεγχος ~ας των προϊόντων (: συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές). Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: σήμανση πιστότητας (σύμβ. CE από το γαλλ. Conformité Européenne): ειδικό σήμα που τοποθετείται συνήθ. σε προϊόντα (όπως τρόφιμα, συσκευές), για να δηλωθεί ότι πληρούν τις απαιτούμενες προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. certificat de conformité] , υψηλή πιστότητα: (για συστήματα ήχου, εικόνας) εξαιρετικής ποιότητας ηχητική αναπαραγωγή, πιστή στο πρωτότυπο και με τις λιγότερες δυνατές παραμορφώσεις. Πβ. χάι φάι. [< αγγλ. high fidelity] [< αρχ. πιστότης ‘καλή πίστη, τιμιότητα’, γαλλ. fidélité, αγγλ. fidelity]
40554πιστούχος[πιστοῦχος] πι-στού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει πάρει πίστωση. Πβ. οφειλέτης, πιστολήπτης, χρεώστης. Βλ. -ούχος1. ΑΝΤ. πιστωτής
40555πιστώνωπι-στώ-νω ρ. (μτβ.) {πίστω-σε, πιστώ-θηκε, -μένος, πιστών-οντας} 1. ΟΙΚΟΝ. δίνω συνήθ. χρήματα με πίστωση. Βλ. χρεο~. 2. (μτφ.) αποδίδω σε κάποιον ή κάτι ένα γεγονός ή χαρακτηρισμό: ~ει (= καταλογίζει, χρεώνει) την αποτυχία μόνο στον εαυτό του. 3. ΛΟΓΙΣΤ. καταχωρώ στα λογιστικά βιβλία χρηματικά ποσά που δίνονται ως πίστωση. [< μεσν. πιστώνω < αρχ. πιστῶ ‘επιβεβαιώνω, εγγυώμαι’, γαλλ. créditer & faire crédit]
40556πίστωσηπί-στω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. οικονομική συμφωνία, κατά την οποία ένας πιστωτικός οργανισμός (π.χ. τράπεζα) παρέχει σε κάποιο πρόσωπο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για δική του χρήση, με καθορισμένους όρους αποπληρωμής (χρόνος, τόπος, επιτόκιο): εμπορική/τραπεζική ~. Βραχυπρόθεσμη/μακροπρόθεσμη ~. Δέσμευση ~ης. ~ώσεις υποχρεώσεων. Πβ. πίστη, πιστοδότηση. Βλ. χρεο~.|| Το κατάστημα δεν κάνει ~ (= πουλά μόνο τοις μετρητοίς). 2. ΛΟΓΙΣΤ. η δεξιά από τις δύο στήλες λογαριασμού στην οποία καταχωρούνται οι πιστωτικές χρεώσεις. ΑΝΤ. χρέωση (1) ● πιστώσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. ποσά που παραχωρούνται για την κάλυψη δαπανών: εξαγωγικές ~. Αύξηση/μείωση/περικοπή των ~ώσεων (του προϋπολογισμού) για την παιδεία. Έγκριση/χορήγηση ~ώσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακυκλούμενη πίστωση: ΟΙΚΟΝ. ανοιχτή πίστωση μέσω καρτών πληρωμών η οποία δίνει στον κάτοχό τους τη δυνατότητα, κάθε φορά που εξοφλεί κάποιο ποσό του κεφαλαίου, το διαθέσιμο υπόλοιπο να αυξάνεται μέχρι το αντίστοιχο ποσό που καταναλώθηκε. [< αγγλ. revolving credit, 1919] , ανοιχτή πίστωση: ΟΙΚΟΝ. μορφή δανεισμού αόριστης διάρκειας και με όριο που εγκρίνει η τράπεζα. [< αγγλ. open credit] , πίστωση χρόνου: παράταση, περιθώριο, προθεσμία χρόνου: Ζητώ/χρειάζομαι ~ ~, για να τελειώσω. Δεν δίνεται άλλη ~ ~., ενέγγυα πίστωση βλ. ενέγγυος ● ΦΡ.: επί πιστώσει (επίσ.) & με πίστωση: χωρίς άμεση πληρωμή (με δόσεις ή πιστωτική κάρτα ή με δυνατότητα αποπληρωμής στο μέλλον): αγορές/πωλήσεις ~ ~. Πβ. βερεσέ. Βλ. αντικαταβολή. ΑΝΤ. τοις μετρητοίς [< γαλλ. à crédit] [< αρχ. πίστωσις ‘(επι)βεβαίωση’, γαλλ. crédit]
40557πιστωτήςπι-στω-τής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. πιστώτρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή συνήθ. νομικό πρόσωπο που παρέχει πίστωση: ενυπόθηκος ~. Ιδιώτες ~ές. || ~τριες τράπεζες. Πβ. δανειστής. ΑΝΤ. οφειλέτης, πιστούχος, χρεώστης [< μτγν. πιστωτής ‘εγγυητής’, γαλλ. créancier]
40558πιστωτικός, ή, ό πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την πίστωση: ~ός: έλεγχος/οργανισμός/τίτλος. ~ή: κρίση. ~ό: όριο/υπόλοιπο. ~ές: διευκολύνσεις/υπηρεσίες. ~ά: ιδρύματα (π.χ. τράπεζες). Πβ. νομισματο~, χρηματοδοτικός, χρηματο~. ΑΝΤ. χρεωστικός ● ΣΥΜΠΛ.: πιστωτικές μονάδες: μονάδα μέτρησης του φόρτου εργασίας του μέσου φοιτητή για την επίτευξη των μαθησιακών στόχων ενός προγράμματος σπουδών· ισοδυναμεί με 25-30 ώρες εκπαιδευτικής δραστηριότητας, όπως παρακολούθηση διαλέξεων, φροντιστηριακών ασκήσεων ή εργαστηρίων, ιδιωτική μελέτη και συμμετοχή σε εξετάσεις. Πβ. διδακτικές/ακαδημαϊκές μονάδες. [< αγγλ. credit units, credits] , πιστωτική (κάρτα): ΟΙΚΟΝ. κάρτα, συνήθ. με συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, που εκδίδεται ονομαστικά από τράπεζα ή επιχείρηση και επιτρέπει στον κάτοχό της να αποκτήσει αγαθά ή να κάνει χρήση υπηρεσιών, πληρώνοντας αργότερα, συχνά με τόκο: αριθμός/έκδοση ~ής ~ας. Αγορές με ~ ~/μέσω ~ών ~ών. Πβ. πλαστικό χρήμα, χρυσή κάρτα. Βλ. χρεωστική (κάρτα). [< αγγλ. credit card, 1888] , πιστωτική αγορά: ΟΙΚΟΝ. η χρηματαγορά και η κεφαλαιαγορά. [< αγγλ. credit market] , πιστωτικό γεγονός: ΟΙΚΟΝ. αποτυχία νομικού προσώπου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στα πλαίσια σημαντικής οικονομικής συναλλαγής, με αποτέλεσμα τη μείωση της πιστοληπτικής του αξιοπιστίας. [< αγγλ. credit event] , πιστωτικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζογραμμάτια., πιστωτικός κίνδυνος: ΟΙΚΟΝ. κίνδυνος μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που έχει ο αντισυμβαλλόμενος (π.χ. να αποπληρώσει ένα δάνειο ή χρέος) στον οφειλόμενο χρόνο ή οποτεδήποτε μετά τη λήξη αυτού. Βλ. σι ντι ες. [< αγγλ. credit risk] [< μτγν. πιστωτικός ‘βεβαιωτικός’, γαλλ. créditeur, αγγλ. credit]
40560πισω- & πισώ-: α' συνθετικό με τη σημασία τού (από) πίσω, προς τα πίσω: πισω-κίνητος. Βλ. εμπροσθο-.|| (μτφ.) Πισώ-πλατo (χτύπημα). Πισω-γύρισμα. ● βλ. οπισθο-
40561πισωγλέντηςπι-σω-γλέ-ντης ουσ. (αρσ.) (αργκό-υβριστ.): παθητικός ομοφυλόφιλος άνδρας. Πβ. λούγκρα, λουμπίνα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.