Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41140-41160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40552πιστός, ή, ό πι-στός επίθ. 1. έμπιστος, αφοσιωμένος: ~ός: σύντροφος/υπάλληλος/υπηρέτης/φίλος (πβ. αξιόπιστος).|| ~ός: σκύλος.|| (για σύζυγο ή σύντροφο που δεν κάνει απιστίες:) Μου είναι ~. Μένουν ~οί ο ένας στον άλλον. ΑΝΤ. άπιστος. 2. συνεπής, σταθερός: ~οί: αναγνώστες (εφημερίδας)/οπαδοί (ομάδας)/πελάτες (εταιρείας)/υποστηρικτές. ~ στις δεσμεύσεις του/στο καθήκον. Παραμένει ~ στις απόψεις/στις συνήθειές του. Φεστιβάλ που έχει αποκτήσει ~ούς φίλους. 3. ακριβής, πανομοιότυπος: ~ή: αναπαραγωγή/αναπαράσταση/αντιγραφή/απόδοση/εικόνα/μετάφραση. ~ό: αντίγραφο. 4. ευλαβής: ~ός: χριστιανός. Βλ. άθεος. ● Ουσ.: πιστός (ο) 1. οπαδός θρησκείας: οι ~οί του Χριστιανισμού. Προσφορές ~ών. Πλήθος ~ών συγκεντρώθηκε στο ... ΑΝΤ. άπιστος (1) 2. (μτφ.) ένθερμος υποστηρικτής, φανατικός φίλος: οι ~οί του κόμματος. Ταινία που απευθύνεται στους ~ούς του είδους. ● επίρρ.: πιστά: Τον υπηρέτησε ~ (= με αφοσίωση).|| Ακολούθησε ~ τις οδηγίες (= με συνέπεια, χωρίς παρεκκλίσεις).|| Αναπαράστησε ~ (= με ακρίβεια) την πραγματικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: πιστή Πηνελόπη βλ. Πηνελόπη ● ΦΡ.: όσοι πιστοί προσέλθετε βλ. προσέρχομαι [< 1,2: αρχ. πιστός 3: γαλλ. fidèle 4: μτγν. ~]
40553πιστότηταπι-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. βαθμός ακρίβειας, γνησιότητας: χρωματική ~. ~ αντιγραφής/απόδοσης/μετάφρασης. 2. αφοσίωση, σταθερότητα σε κάτι: (ΟΙΚΟΝ.) ~ πελατών. Πβ. συνέπεια.|| Έλεγχος ~ας των προϊόντων (: συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές). Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: σήμανση πιστότητας (σύμβ. CE από το γαλλ. Conformité Européenne): ειδικό σήμα που τοποθετείται συνήθ. σε προϊόντα (όπως τρόφιμα, συσκευές), για να δηλωθεί ότι πληρούν τις απαιτούμενες προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. certificat de conformité] , υψηλή πιστότητα: (για συστήματα ήχου, εικόνας) εξαιρετικής ποιότητας ηχητική αναπαραγωγή, πιστή στο πρωτότυπο και με τις λιγότερες δυνατές παραμορφώσεις. Πβ. χάι φάι. [< αγγλ. high fidelity] [< αρχ. πιστότης ‘καλή πίστη, τιμιότητα’, γαλλ. fidélité, αγγλ. fidelity]
40554πιστούχος[πιστοῦχος] πι-στού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει πάρει πίστωση. Πβ. οφειλέτης, πιστολήπτης, χρεώστης. Βλ. -ούχος1. ΑΝΤ. πιστωτής
40555πιστώνωπι-στώ-νω ρ. (μτβ.) {πίστω-σε, πιστώ-θηκε, -μένος, πιστών-οντας} 1. ΟΙΚΟΝ. δίνω συνήθ. χρήματα με πίστωση. Βλ. χρεο~. 2. (μτφ.) αποδίδω σε κάποιον ή κάτι ένα γεγονός ή χαρακτηρισμό: ~ει (= καταλογίζει, χρεώνει) την αποτυχία μόνο στον εαυτό του. 3. ΛΟΓΙΣΤ. καταχωρώ στα λογιστικά βιβλία χρηματικά ποσά που δίνονται ως πίστωση. [< μεσν. πιστώνω < αρχ. πιστῶ ‘επιβεβαιώνω, εγγυώμαι’, γαλλ. créditer & faire crédit]
40556πίστωσηπί-στω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. οικονομική συμφωνία, κατά την οποία ένας πιστωτικός οργανισμός (π.χ. τράπεζα) παρέχει σε κάποιο πρόσωπο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό για δική του χρήση, με καθορισμένους όρους αποπληρωμής (χρόνος, τόπος, επιτόκιο): εμπορική/τραπεζική ~. Βραχυπρόθεσμη/μακροπρόθεσμη ~. Δέσμευση ~ης. ~ώσεις υποχρεώσεων. Πβ. πίστη, πιστοδότηση. Βλ. χρεο~.|| Το κατάστημα δεν κάνει ~ (= πουλά μόνο τοις μετρητοίς). 2. ΛΟΓΙΣΤ. η δεξιά από τις δύο στήλες λογαριασμού στην οποία καταχωρούνται οι πιστωτικές χρεώσεις. ΑΝΤ. χρέωση (1) ● πιστώσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. ποσά που παραχωρούνται για την κάλυψη δαπανών: εξαγωγικές ~. Αύξηση/μείωση/περικοπή των ~ώσεων (του προϋπολογισμού) για την παιδεία. Έγκριση/χορήγηση ~ώσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανακυκλούμενη πίστωση: ΟΙΚΟΝ. ανοιχτή πίστωση μέσω καρτών πληρωμών η οποία δίνει στον κάτοχό τους τη δυνατότητα, κάθε φορά που εξοφλεί κάποιο ποσό του κεφαλαίου, το διαθέσιμο υπόλοιπο να αυξάνεται μέχρι το αντίστοιχο ποσό που καταναλώθηκε. [< αγγλ. revolving credit, 1919] , ανοιχτή πίστωση: ΟΙΚΟΝ. μορφή δανεισμού αόριστης διάρκειας και με όριο που εγκρίνει η τράπεζα. [< αγγλ. open credit] , πίστωση χρόνου: παράταση, περιθώριο, προθεσμία χρόνου: Ζητώ/χρειάζομαι ~ ~, για να τελειώσω. Δεν δίνεται άλλη ~ ~., ενέγγυα πίστωση βλ. ενέγγυος ● ΦΡ.: επί πιστώσει (επίσ.) & με πίστωση: χωρίς άμεση πληρωμή (με δόσεις ή πιστωτική κάρτα ή με δυνατότητα αποπληρωμής στο μέλλον): αγορές/πωλήσεις ~ ~. Πβ. βερεσέ. Βλ. αντικαταβολή. ΑΝΤ. τοις μετρητοίς [< γαλλ. à crédit] [< αρχ. πίστωσις ‘(επι)βεβαίωση’, γαλλ. crédit]
40557πιστωτήςπι-στω-τής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. πιστώτρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή συνήθ. νομικό πρόσωπο που παρέχει πίστωση: ενυπόθηκος ~. Ιδιώτες ~ές. || ~τριες τράπεζες. Πβ. δανειστής. ΑΝΤ. οφειλέτης, πιστούχος, χρεώστης [< μτγν. πιστωτής ‘εγγυητής’, γαλλ. créancier]
40558πιστωτικός, ή, ό πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την πίστωση: ~ός: έλεγχος/οργανισμός/τίτλος. ~ή: κρίση. ~ό: όριο/υπόλοιπο. ~ές: διευκολύνσεις/υπηρεσίες. ~ά: ιδρύματα (π.χ. τράπεζες). Πβ. νομισματο~, χρηματοδοτικός, χρηματο~. ΑΝΤ. χρεωστικός ● ΣΥΜΠΛ.: πιστωτικές μονάδες: μονάδα μέτρησης του φόρτου εργασίας του μέσου φοιτητή για την επίτευξη των μαθησιακών στόχων ενός προγράμματος σπουδών· ισοδυναμεί με 25-30 ώρες εκπαιδευτικής δραστηριότητας, όπως παρακολούθηση διαλέξεων, φροντιστηριακών ασκήσεων ή εργαστηρίων, ιδιωτική μελέτη και συμμετοχή σε εξετάσεις. Πβ. διδακτικές/ακαδημαϊκές μονάδες. [< αγγλ. credit units, credits] , πιστωτική (κάρτα): ΟΙΚΟΝ. κάρτα, συνήθ. με συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, που εκδίδεται ονομαστικά από τράπεζα ή επιχείρηση και επιτρέπει στον κάτοχό της να αποκτήσει αγαθά ή να κάνει χρήση υπηρεσιών, πληρώνοντας αργότερα, συχνά με τόκο: αριθμός/έκδοση ~ής ~ας. Αγορές με ~ ~/μέσω ~ών ~ών. Πβ. πλαστικό χρήμα, χρυσή κάρτα. Βλ. χρεωστική (κάρτα). [< αγγλ. credit card, 1888] , πιστωτική αγορά: ΟΙΚΟΝ. η χρηματαγορά και η κεφαλαιαγορά. [< αγγλ. credit market] , πιστωτικό γεγονός: ΟΙΚΟΝ. αποτυχία νομικού προσώπου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στα πλαίσια σημαντικής οικονομικής συναλλαγής, με αποτέλεσμα τη μείωση της πιστοληπτικής του αξιοπιστίας. [< αγγλ. credit event] , πιστωτικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζογραμμάτια., πιστωτικός κίνδυνος: ΟΙΚΟΝ. κίνδυνος μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που έχει ο αντισυμβαλλόμενος (π.χ. να αποπληρώσει ένα δάνειο ή χρέος) στον οφειλόμενο χρόνο ή οποτεδήποτε μετά τη λήξη αυτού. Βλ. σι ντι ες. [< αγγλ. credit risk] [< μτγν. πιστωτικός ‘βεβαιωτικός’, γαλλ. créditeur, αγγλ. credit]
40560πισω- & πισώ-: α' συνθετικό με τη σημασία τού (από) πίσω, προς τα πίσω: πισω-κίνητος. Βλ. εμπροσθο-.|| (μτφ.) Πισώ-πλατo (χτύπημα). Πισω-γύρισμα. ● βλ. οπισθο-
40561πισωγλέντηςπι-σω-γλέ-ντης ουσ. (αρσ.) (αργκό-υβριστ.): παθητικός ομοφυλόφιλος άνδρας. Πβ. λούγκρα, λουμπίνα.
40562πισωγυρίζωπι-σω-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πισωγύρι-σα} (προφ.) ΣΥΝ. οπισθοδρομώ, πισωδρομώ 1. κινούμαι προς τα πίσω. Πβ. οπισθοχωρώ. 2. (μτφ.) επιστρέφω σε κάτι παλιότερο και συνήθ. χειρότερο, σε σχέση με την τωρινή μου κατάσταση. ΑΝΤ. προοδεύω
40563πισωγύρισμαπι-σω-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. οπισθοδρόμηση. Πβ. οπισθοχώρηση. 2. (μτφ.) επιστροφή σε μια παλιότερη και συνήθ. χειρότερη και ξεπερασμένη κατάσταση.
40564πισωδρομώ[πισωδρομῶ] πι-σω-δρο-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πισωδρομ-είς ... | πισωδρόμ-ησα}: πισωγυρίζω.
40565πισωκάπουλαπι-σω-κά-που-λα επίρρ. (λαϊκό): (κοντά) στα καπούλια του ζώου· κατ' επέκτ. στο πίσω κάθισμα μηχανής ή στο πίσω μέρος του σώματος. [< μεσν. πισωκάπουλα]
40566πισωκίνητος, η, ο πι-σω-κί-νη-τος επίθ. & (λόγ.) οπισθοκίνητος: (για όχημα) στο οποίο η κίνηση μεταδίδεται από τον κινητήρα στους πίσω τροχούς: ~η: έκδοση. ~ο: αυτοκίνητο/κουπέ/μοντέλο. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. μπροστοκίνητος [< μεσν. οπισθοκίνητος]
40567πισωκολλητόπι-σω-κολ-λη-τό ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): πρωκτικό σεξ.
40568πισώπλαταπι-σώ-πλα-τα επίρρ.: πίσω από την πλάτη κάποιου: Δολοφονήθηκε/πυροβολήθηκε ~. ΑΝΤ. κατά-στηθα, -φατσα.|| (μτφ.) Μου την έφεραν ~ (= δόλια, ύπουλα). Πβ. άνανδρα.
40569πισώπλατος, η, ο πι-σώ-πλα-τος επίθ.: που γίνεται πίσω από την πλάτη κάποιου ή με ύπουλο, δόλιο τρόπο: ~ος: πυροβολισμός. ~η: δολοφονία/εκτέλεση/επίθεση/σπρωξιά.|| (μτφ.) ~η: λασπολογία. ~ο: χτύπημα. ~α: μαχαιρώματα.
40570πιτ μπουλουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πίτμπουλ: ΖΩΟΛ. ράτσα σκύλου από διασταύρωση μπουλντόγκ με τεριέ, με γεροδεμένο σώμα, κοντό τρίχωμα, δυνατά σαγόνια και πεπλατυσμένη μουσούδα, το οποίο εκπαιδεύεται κυρ. για κυνομαχίες. ΣΥΝ. μπουλ-τεριέ [< αγγλ. pit bull, 1927, γαλλ. pitbull, 1987]
40577πιτ μπουλβλ. πιτ
40571πιτ στοπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. στάθμευση αυτοκινήτου για πολύ γρήγορο ανεφοδιασμό ή σέρβις κατά τη διάρκεια αγώνα, συνήθ. της φόρμουλα 1. Βλ. γεμιστής. [< αγγλ. pit stop, 1932]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.