| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40601 | πιτ στοπ | βλ. πιτ | |
| 40572 | πίτα | πί-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. ψητό φαγητό ή γλυκό, συνήθ. με φύλλο ζύμης και γέμιση από διάφορα υλικά: σπιτική/χωριάτικη ~. Αλμυρές/ατομικές/γλυκές/νηστίσιμες/παραδοσιακές/χειροποίητες ~ες. ~ με σπανάκι (= σπανακόπιτα)/με τυρί (= τυρόπιτα). Βλ. -πιτα, μπουγάτσα, πεϊνιρλί, πιροσκί, τάρτα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. πρόχειρο αρτοσκεύασμα, με πλατύ και στρογγυλό σχήμα, το οποίο ψήνεται και τρώγεται με γέμιση ή ως συνοδευτικό: αλάδωτη/τυλιχτή ~. ~ καλαμάκι/λουκάνικο/μπιφτέκι (βλ. κεμπάπ)/σουβλάκι. Γύρος με ~ (= πιτόγυρο). Αραβικές (: αραβικό ψωμί)/κυπριακές/μεξικάνικες (βλ. μπουρίτο, τορτίγια) ~ες. Βλ. γιαουρτλού, περέκ. 3. ΖΑΧΑΡ. (ειδικότ.) βασιλόπιτα. 4. (μτφ.) καθετί από το οποίο επιδιώκεται ποσοστό, λόγω του οικονομικού κυρ. κέρδους που συνεπάγεται: Μάχη των κομμάτων για την εκλογική ~. Κατέχουν μεγάλο μερίδιο στην ~ της εξουσίας/τηλεθέασης. 5. ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα με τη μορφή κύκλου χωρισμένου σε τμήματα, που το μέγεθος του καθενός ποικίλλει ανάλογα με το ποσοστό με το οποίο κάθε μέρος συμμετέχει στο σύνολο. Πβ. κυκλικό διάγραμμα. ● Υποκ.: πιτάκι (το): ~ια καλαμποκιού/με κιμά. Τηγανητά ~ια. Βλ. κασερο~, κοτο~, κρεατο~, λουκανικο~, (σπανακο)τυρο~., πιταράκι (το), πιτούλα (η): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: μοίρασμα/μοιρασιά της πίτας: διανομή αγαθών, κερδών ή αρμοδιοτήτων: Έμειναν έξω από τη ~ ~ των μεγάλων έργων. ● ΦΡ.: από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί (παροιμ.): δεν χρειάζεται να ενδιαφέρεσαι για κάτι από το οποίο δεν πρόκειται να έχεις προσωπικό όφελος., γίνομαι/είμαι πίτα (μτφ.-προφ.) 1. χάνω την επαφή με την πραγματικότητα λόγω υπερβολικής μέθης ή χρήσης ναρκωτικών: Έγινε ~ (στο μεθύσι). ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι 2. {στο γ' πρόσ.} ισοπεδώνομαι λόγω σφοδρής σύγκρουσης, καταστρέφομαι ολοσχερώς: Το αυτοκίνητο έγινε ~ (πβ. χαλκομανία). ΣΥΝ. γίνομαι λιώμα (1), και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο (παροιμ.): για πρόσωπο που τα θέλει όλα δικά του, χωρίς απώλειες., κάνει κάτι πίτα: (συνήθ. για οχήματα) το πλακώνει ή συγκρούεται μαζί του και το καταστρέφει ολοσχερώς: Η νταλίκα έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο και το έκανε ~., κομμάτι/μερίδιο από την πίτα & (σπάν.) από την τούρτα (μτφ.): ποσοστό, συνήθ. χρηματικό ποσό, που διεκδικεί κάποιος από το μοίρασμα ενός αγαθού: Απέσπασαν/επιθυμούν ~ ~ των επιδοτήσεων. Κέρδισε ~ ~ της αγοράς., πέσε πίτα να σε φάω (παροιμ.): όταν κάποιος περιμένει να γίνει κάτι από μόνο του, χωρίς να καταβάλει ο ίδιος καμία προσπάθεια: Η επιτυχία δεν είναι ~ ~, χρειάζεται πολλή δουλειά. , ξαναμοιράζω την πίτα βλ. ξαναμοιράζω [< μεσν. πίτα, πβ. αγγλ. pita (bread), 1946, γαλλ. ~, 1975, ιταλ. ~, 1990 4: αγγλ. pie 5: αγγλ. pie chart, 1922] | |
| 40574 | πιτζάμα | πι-τζά-μα ουσ. (θηλ.) & πιζάμα & (προφ.) μπι(τ)ζάμα: σετ ρούχων για τον ύπνο ή γενικότ. για το σπίτι, που αποτελείται από παντελόνι και μπλούζα (με ή χωρίς κουμπιά και γιακά): μεταξωτές/ριγέ ~ες. Είμαι με τις ~ες (: για να δηλωθεί ότι κάποιος έχει μόλις ξυπνήσει ή δεν σκοπεύει να βγει από το σπίτι). Βλ. νυχτικό, ρόμπα. ● Υποκ.: πιτζαμούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πιτζάμα πάρτι βλ. πάρτι [< ιταλ. pigiama, 1905, γαλλ. pyjama, 1895 - παλαιότ. ορθογρ. πυτζάμα] | |
| 40575 | πιτζαμάκι | πι-τζα-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρή πιτζάμα. 2. ολόσωμο ρούχο ύπνου με κουμπιά, για μωρά συνήθ. έως δώδεκα μηνών. Πβ. φορμάκι. Βλ. σαλοπέτα. | |
| 40576 | πίτζιν | πί-τζιν επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. τεχνητή γλώσσα η οποία αποτελεί απλοποιημένη μορφή μιας ή περισσότερων φυσικών γλωσσών και χαρακτηρίζεται από περιορισμένο λεξιλόγιο, ελλιπείς γραμματικές δομές και ποικιλία στην προφορά∙ χρησιμεύει μόνο για την επικοινωνία (π.χ. για εμπορικές συναλλαγές) μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές μητρικές γλώσσες. Βλ. κρεολή. [< αγγλ. pidgin, γαλλ. ~, 1924] | |
| 40578 | πιτόγυρο | πι-τό-γυ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): γύρος τυλιγμένος σε πίτα: διπλό ~. Χτυπάω ένα ~. | |
| 40579 | πίτουρο | πί-του-ρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πίτυρο(ν): φλοιός που αποβάλλεται από σπόρους αλεσμένων σιτηρών∙ χρησιμοποιείται και ως ζωοτροφή: ~ βρόμης/ρυζιού. Βλ. δημητριακά. ● ΦΡ.: ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι βλ. ακριβός, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω [< αρχ. πίτυρον] | |
| 40580 | πιτς | ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): ΑΘΛ. χώρος για την προετοιμασία αγωνιστικών αυτοκινήτων ή σπανιότ. άλλων οχημάτων ή/και τον ανεφοδιασμό τους με καύσιμα κατά τη διάρκεια αυτοκινητιστικού αγώνα: Μπήκε στα ~. Βλ. φόρμουλα.|| (μτφ., συνήθ. για παίκτη που μένει εκτός αγωνιστικής δράσης:) Στα ~ ο ποδοσφαιριστής μετά τον πρόσφατο τραυματισμό του. [< αγγλ. pit] | |
| 40602 | πιτς-φιτίλι | πιτς φι-τί-λι επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: στο πιτς-φιτίλι (προφ.): πολύ γρήγορα: Έλυσε την άσκηση ~ ~! ΣΥΝ. στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στο τάκα-τάκα, στο τσάκα-τσάκα | |
| 40581 | πίτσα | πί-τσα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα ιταλικής προέλευσης, συνήθ. στρογγυλή, που φτιάχνεται με ζύμη η οποία καλύπτεται με διάφορα υλικά (όπως σάλτσα ντομάτας, τυρί και αλλαντικά), ψήνεται στον φούρνο και σερβίρεται ζεστή: ατομική/κατεψυγμένη/μεσαία/οικογενειακή/σπέσιαλ/σπιτική ~. ~ με αντσούγιες/ζαμπόν/λουκάνικο/μανιτάρια. ~ ναπολιτάνα. Σκεπαστή ~ (= καλτσόνε). Παρασκευαστής ~ας.|| Ρόδα ~ας. ● Υποκ.: πιτσάκι (το), πιτσούλα (η) [< ιταλ. pizza, 1535, αγγλ. ~, 1825, γαλλ. ~, 1868] | |
| 40582 | πιτσαδόρος | πι-τσα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. υπάλληλος που κάνει διανομές πίτσας κατ' οίκον με μηχανάκι. Βλ. -αδόρος, ντελιβεράς. 2. (σπάν.) παρασκευαστής πίτσας ή ψήστης σε πιτσαρία. | |
| 40583 | πιτσαρία | πι-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.): κατάστημα όπου παρασκευάζονται και σερβίρονται (ή από το οποίο διανέμονται κατ' οίκον) κυρ. πίτσες, αλλά και άλλα φαγητά, όπως ζυμαρικά. Βλ. -αρία. [< ιταλ. pizzeria, αγγλ. ~, περ. 1912, γαλλ. pizzéria, 1954] | |
| 40584 | πίτσερ | πί-τσερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπέιζμπολ) παίκτης που πετά την μπάλα στον μπάτερ, για να τη χτυπήσει με το μπαστούνι του· η αντίστοιχη θέση στο γήπεδο. Βλ. κάτσερ. ΣΥΝ. ρίπτης (2) [< αμερικ. pitcher] | |
| 40595 | πίτσι-πίτσι | πί-τσι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): χαμηλόφωνη προσωπική συζήτηση, συνήθ. ερωτικού περιεχομένου. Την είχε τόση ώρα στο ~ (: ψηστήρι), αλλά τζίφος. Πβ. φλερτ. Βλ. κουτσομπολιό. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 40585 | πιτσικάρει | βλ. πετσικάρει | |
| 40586 | πιτσικάρισμα | βλ. πετσικάρισμα | |
| 40587 | πιτσικάτο | πι-τσι-κά-το επίρρ.: ΜΟΥΣ. τρόπος παιξίματος έγχορδου μουσικού οργάνου, κυρ. βιολιού, χωρίς τη χρήση δοξαριού, αλλά με τράβηγμα των χορδών με τα δάχτυλα, παράγοντας κοφτές, μεμονωμένες νότες· συνεκδ. το τμήμα της μουσικής σύνθεσης που παίζεται με αυτόν τον τρόπο. [< ιταλ. pizzicato] | |
| 40588 | πιτσιλιά | πι-τσι-λιά ουσ. (θηλ.) & πιτσίλα (προφ.): λεκές, κηλίδα: ~ιές από αίμα.|| ~ιές στο πρόσωπο από τον ήλιο (πβ. πανάδες, φακίδες). Σκυλί με καφέ τρίχωμα και λευκές ~ιές. | |
| 40589 | πιτσιλίζω | πι-τσι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {πιτσίλι-σα, πιτσιλί-σει, -στηκε, -στεί, πιτσιλίζ-οντας, πιτσιλι-σμένος} & πιτσιλώ, -άω {-άς ...} (προφ.): βρέχω με σταγόνες νερού ή άλλου υγρού και κατ' επέκτ. δημιουργώ λεκέδες, κηλίδες σε μια επιφάνεια: Τον ~σε με το λάστιχο. Χύθηκε ο καφές και ~στηκε η φωτογραφία. Πβ. λεκιάζω. [< μτγν. πιτυλίζω] | |
| 40590 | πιτσίλισμα | πι-τσί-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τυχαίο βρέξιμο με σταγόνες νερού ή άλλου υγρού και κατ' επέκτ. λέκιασμα. Πβ. ράντισμα, στάξιμο. Βλ. -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ