| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40562 | πισωγυρίζω | πι-σω-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πισωγύρι-σα} (προφ.) ΣΥΝ. οπισθοδρομώ, πισωδρομώ 1. κινούμαι προς τα πίσω. Πβ. οπισθοχωρώ. 2. (μτφ.) επιστρέφω σε κάτι παλιότερο και συνήθ. χειρότερο, σε σχέση με την τωρινή μου κατάσταση. ΑΝΤ. προοδεύω | |
| 40563 | πισωγύρισμα | πι-σω-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. οπισθοδρόμηση. Πβ. οπισθοχώρηση. 2. (μτφ.) επιστροφή σε μια παλιότερη και συνήθ. χειρότερη και ξεπερασμένη κατάσταση. | |
| 40564 | πισωδρομώ | [πισωδρομῶ] πι-σω-δρο-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πισωδρομ-είς ... | πισωδρόμ-ησα}: πισωγυρίζω. | |
| 40565 | πισωκάπουλα | πι-σω-κά-που-λα επίρρ. (λαϊκό): (κοντά) στα καπούλια του ζώου· κατ' επέκτ. στο πίσω κάθισμα μηχανής ή στο πίσω μέρος του σώματος. [< μεσν. πισωκάπουλα] | |
| 40566 | πισωκίνητος | , η, ο πι-σω-κί-νη-τος επίθ. & (λόγ.) οπισθοκίνητος: (για όχημα) στο οποίο η κίνηση μεταδίδεται από τον κινητήρα στους πίσω τροχούς: ~η: έκδοση. ~ο: αυτοκίνητο/κουπέ/μοντέλο. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. μπροστοκίνητος [< μεσν. οπισθοκίνητος] | |
| 40567 | πισωκολλητό | πι-σω-κολ-λη-τό ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): πρωκτικό σεξ. | |
| 40568 | πισώπλατα | πι-σώ-πλα-τα επίρρ.: πίσω από την πλάτη κάποιου: Δολοφονήθηκε/πυροβολήθηκε ~. ΑΝΤ. κατά-στηθα, -φατσα.|| (μτφ.) Μου την έφεραν ~ (= δόλια, ύπουλα). Πβ. άνανδρα. | |
| 40569 | πισώπλατος | , η, ο πι-σώ-πλα-τος επίθ.: που γίνεται πίσω από την πλάτη κάποιου ή με ύπουλο, δόλιο τρόπο: ~ος: πυροβολισμός. ~η: δολοφονία/εκτέλεση/επίθεση/σπρωξιά.|| (μτφ.) ~η: λασπολογία. ~ο: χτύπημα. ~α: μαχαιρώματα. | |
| 40570 | πιτ μπουλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πίτμπουλ: ΖΩΟΛ. ράτσα σκύλου από διασταύρωση μπουλντόγκ με τεριέ, με γεροδεμένο σώμα, κοντό τρίχωμα, δυνατά σαγόνια και πεπλατυσμένη μουσούδα, το οποίο εκπαιδεύεται κυρ. για κυνομαχίες. ΣΥΝ. μπουλ-τεριέ [< αγγλ. pit bull, 1927, γαλλ. pitbull, 1987] | |
| 40577 | πιτ μπουλ | βλ. πιτ | |
| 40571 | πιτ στοπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. στάθμευση αυτοκινήτου για πολύ γρήγορο ανεφοδιασμό ή σέρβις κατά τη διάρκεια αγώνα, συνήθ. της φόρμουλα 1. Βλ. γεμιστής. [< αγγλ. pit stop, 1932] | |
| 40601 | πιτ στοπ | βλ. πιτ | |
| 40572 | πίτα | πί-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. ψητό φαγητό ή γλυκό, συνήθ. με φύλλο ζύμης και γέμιση από διάφορα υλικά: σπιτική/χωριάτικη ~. Αλμυρές/ατομικές/γλυκές/νηστίσιμες/παραδοσιακές/χειροποίητες ~ες. ~ με σπανάκι (= σπανακόπιτα)/με τυρί (= τυρόπιτα). Βλ. -πιτα, μπουγάτσα, πεϊνιρλί, πιροσκί, τάρτα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. πρόχειρο αρτοσκεύασμα, με πλατύ και στρογγυλό σχήμα, το οποίο ψήνεται και τρώγεται με γέμιση ή ως συνοδευτικό: αλάδωτη/τυλιχτή ~. ~ καλαμάκι/λουκάνικο/μπιφτέκι (βλ. κεμπάπ)/σουβλάκι. Γύρος με ~ (= πιτόγυρο). Αραβικές (: αραβικό ψωμί)/κυπριακές/μεξικάνικες (βλ. μπουρίτο, τορτίγια) ~ες. Βλ. γιαουρτλού, περέκ. 3. ΖΑΧΑΡ. (ειδικότ.) βασιλόπιτα. 4. (μτφ.) καθετί από το οποίο επιδιώκεται ποσοστό, λόγω του οικονομικού κυρ. κέρδους που συνεπάγεται: Μάχη των κομμάτων για την εκλογική ~. Κατέχουν μεγάλο μερίδιο στην ~ της εξουσίας/τηλεθέασης. 5. ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα με τη μορφή κύκλου χωρισμένου σε τμήματα, που το μέγεθος του καθενός ποικίλλει ανάλογα με το ποσοστό με το οποίο κάθε μέρος συμμετέχει στο σύνολο. Πβ. κυκλικό διάγραμμα. ● Υποκ.: πιτάκι (το): ~ια καλαμποκιού/με κιμά. Τηγανητά ~ια. Βλ. κασερο~, κοτο~, κρεατο~, λουκανικο~, (σπανακο)τυρο~., πιταράκι (το), πιτούλα (η): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: μοίρασμα/μοιρασιά της πίτας: διανομή αγαθών, κερδών ή αρμοδιοτήτων: Έμειναν έξω από τη ~ ~ των μεγάλων έργων. ● ΦΡ.: από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί (παροιμ.): δεν χρειάζεται να ενδιαφέρεσαι για κάτι από το οποίο δεν πρόκειται να έχεις προσωπικό όφελος., γίνομαι/είμαι πίτα (μτφ.-προφ.) 1. χάνω την επαφή με την πραγματικότητα λόγω υπερβολικής μέθης ή χρήσης ναρκωτικών: Έγινε ~ (στο μεθύσι). ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι 2. {στο γ' πρόσ.} ισοπεδώνομαι λόγω σφοδρής σύγκρουσης, καταστρέφομαι ολοσχερώς: Το αυτοκίνητο έγινε ~ (πβ. χαλκομανία). ΣΥΝ. γίνομαι λιώμα (1), και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο (παροιμ.): για πρόσωπο που τα θέλει όλα δικά του, χωρίς απώλειες., κάνει κάτι πίτα: (συνήθ. για οχήματα) το πλακώνει ή συγκρούεται μαζί του και το καταστρέφει ολοσχερώς: Η νταλίκα έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο και το έκανε ~., κομμάτι/μερίδιο από την πίτα & (σπάν.) από την τούρτα (μτφ.): ποσοστό, συνήθ. χρηματικό ποσό, που διεκδικεί κάποιος από το μοίρασμα ενός αγαθού: Απέσπασαν/επιθυμούν ~ ~ των επιδοτήσεων. Κέρδισε ~ ~ της αγοράς., πέσε πίτα να σε φάω (παροιμ.): όταν κάποιος περιμένει να γίνει κάτι από μόνο του, χωρίς να καταβάλει ο ίδιος καμία προσπάθεια: Η επιτυχία δεν είναι ~ ~, χρειάζεται πολλή δουλειά. , ξαναμοιράζω την πίτα βλ. ξαναμοιράζω [< μεσν. πίτα, πβ. αγγλ. pita (bread), 1946, γαλλ. ~, 1975, ιταλ. ~, 1990 4: αγγλ. pie 5: αγγλ. pie chart, 1922] | |
| 40574 | πιτζάμα | πι-τζά-μα ουσ. (θηλ.) & πιζάμα & (προφ.) μπι(τ)ζάμα: σετ ρούχων για τον ύπνο ή γενικότ. για το σπίτι, που αποτελείται από παντελόνι και μπλούζα (με ή χωρίς κουμπιά και γιακά): μεταξωτές/ριγέ ~ες. Είμαι με τις ~ες (: για να δηλωθεί ότι κάποιος έχει μόλις ξυπνήσει ή δεν σκοπεύει να βγει από το σπίτι). Βλ. νυχτικό, ρόμπα. ● Υποκ.: πιτζαμούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πιτζάμα πάρτι βλ. πάρτι [< ιταλ. pigiama, 1905, γαλλ. pyjama, 1895 - παλαιότ. ορθογρ. πυτζάμα] | |
| 40575 | πιτζαμάκι | πι-τζα-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρή πιτζάμα. 2. ολόσωμο ρούχο ύπνου με κουμπιά, για μωρά συνήθ. έως δώδεκα μηνών. Πβ. φορμάκι. Βλ. σαλοπέτα. | |
| 40576 | πίτζιν | πί-τζιν επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. τεχνητή γλώσσα η οποία αποτελεί απλοποιημένη μορφή μιας ή περισσότερων φυσικών γλωσσών και χαρακτηρίζεται από περιορισμένο λεξιλόγιο, ελλιπείς γραμματικές δομές και ποικιλία στην προφορά∙ χρησιμεύει μόνο για την επικοινωνία (π.χ. για εμπορικές συναλλαγές) μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές μητρικές γλώσσες. Βλ. κρεολή. [< αγγλ. pidgin, γαλλ. ~, 1924] | |
| 40578 | πιτόγυρο | πι-τό-γυ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): γύρος τυλιγμένος σε πίτα: διπλό ~. Χτυπάω ένα ~. | |
| 40579 | πίτουρο | πί-του-ρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πίτυρο(ν): φλοιός που αποβάλλεται από σπόρους αλεσμένων σιτηρών∙ χρησιμοποιείται και ως ζωοτροφή: ~ βρόμης/ρυζιού. Βλ. δημητριακά. ● ΦΡ.: ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι βλ. ακριβός, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω [< αρχ. πίτυρον] | |
| 40580 | πιτς | ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): ΑΘΛ. χώρος για την προετοιμασία αγωνιστικών αυτοκινήτων ή σπανιότ. άλλων οχημάτων ή/και τον ανεφοδιασμό τους με καύσιμα κατά τη διάρκεια αυτοκινητιστικού αγώνα: Μπήκε στα ~. Βλ. φόρμουλα.|| (μτφ., συνήθ. για παίκτη που μένει εκτός αγωνιστικής δράσης:) Στα ~ ο ποδοσφαιριστής μετά τον πρόσφατο τραυματισμό του. [< αγγλ. pit] | |
| 40602 | πιτς-φιτίλι | πιτς φι-τί-λι επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: στο πιτς-φιτίλι (προφ.): πολύ γρήγορα: Έλυσε την άσκηση ~ ~! ΣΥΝ. στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στο τάκα-τάκα, στο τσάκα-τσάκα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ