Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4100-4120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3156αναλογικός, ή, ό [ἀναλογικός] α-να-λο-γι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. (συνήθ. παλαιότ.) στον οποίο τα δεδομένα αντιπροσωπεύονται από ηλεκτρικά σήματα ή φυσικά μεγέθη με συνεχώς μεταβαλλόμενες τιμές: ~ός: δέκτης. ~ή: γραμμή/εκπομπή/μετάδοση/τηλεόραση. ~ό: κανάλι/κύκλωμα/ρολόι/σήμα/σύστημα/τηλέφωνο. ~ές: επικοινωνίες/συσκευές. ΑΝΤ. ψηφιακός (3) 2. που το μέγεθός του διαμορφώνεται ανάλογα με ή αντίστοιχα προς το μέγεθος ενός άλλου ποσοτικού στοιχείου ή παραμένει σταθερό, αμετάβλητο: ~ός: επιμερισμός (κόστους)/(ΟΙΚΟΝ.) συντελεστής/φόρος (: με σταθερό ποσοστό). ~ή: αύξηση/εκπροσώπηση (των γυναικών στα κομματικά όργανα)/εφαρμογή/κλίμακα/μείωση (ποσού)/μεταβολή. ~ό: τέλος χαρτοσήμου. Σε ~ή και ορθολογική βάση. Πβ. ανάλογος.|| ~ή: κατανομή εδρών. ~ό: εκλογικό σύστημα (= αναλογική. ΑΝΤ. πλειοψηφικό). 3. που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη σημασία της αναλογίας σε διάφορους γνωστικούς τομείς: (ΓΛΩΣΣ.) ~ός: σχηματισμός (βλ. αναλογία, σημ. 8).|| (ΦΙΛΟΣ.) Επαγωγικός, απαγωγικός και ~ συλλογισμός (βλ. αναλογία, σημ. 7).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: αριθμητικά (: που φανερώνουν την αναλογία μεταξύ ποσών π.χ. διπλάσιος). 4. που αναλογεί ως χρηματικό ποσό σε κάποιον: ~ά: δικαιώματα (συμβολαιογράφου). (Βλ. αναλογία, σημ. 4). 5. που επεκτείνεται σε παρεμφερείς περιπτώσεις: (ΝΟΜ.) ~ή εφαρμογή διατάξεων (βλ. αναλογία, σημ. 6). ● Ουσ.: αναλογική (η): εκλογικό σύστημα στο οποίο ο αριθμός των εκλεγόμενων αντιπροσώπων κάθε κόμματος είναι ανάλογος του αριθμού ψήφων που έλαβε: εκλογές με απλή ~ (: απόλυτη αντιστοιχία αριθμού ψήφων και εκλεγόμενων αντιπροσώπων)/ενισχυμένη ~ (: σχετική αντιστοιχία· ενισχύεται το ποσοστό εκπροσώπησης του πρώτου σε ψήφους κόμματος). [< γαλλ. proportionnelle] ● επίρρ.: αναλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀναλογικός, γαλλ. analogique, proportionnel, αγγλ. analogic, proportional]
3157αναλογικότητα[ἀναλογικότητα] α-να-λο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. ιδιότητα του αναλογικού: ~ της ψήφου (βλ. αναλογική). ~ στην εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων στη Βουλή. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της αναλογικότητας: ΝΟΜ. που ρυθμίζει την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε το περιεχόμενο και η μορφή των ενεργειών της να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών, παρέχοντας μεγαλύτερη ελευθερία στα κράτη-μέλη και τους ιδιώτες, όταν εξασφαλίζεται η ίδια αποτελεσματικότητα. Βλ. επικουρικότητα. [< γαλλ. proportionnalité]
3158αναλόγιο[ἀναλόγιο] α-να-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): στήριγμα με μακρόστενο πόδι και επικλινή ορθογώνια επιφάνεια, πάνω στην οποία τοποθετούνται ανοιχτά βιβλία ή παρτιτούρες για διευκόλυνση των αναγνωστών ή των ερμηνευτών: θεατρικό ~ (: για ανάγνωση κειμένων, ερμηνεία αποσπασμάτων λογοτεχνικών έργων). Το ~ της εκκλησίας (βλ. ψαλτήρι)/του μαέστρου. Βλ. -λόγιο. [< μεσν. αναλόγιον]
3159αναλογισμός[ἀναλογισμός] α-να-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. εφαρμογή του Λογισμού των Πιθανοτήτων και της Στατιστικής σε ασφαλιστικά, δημογραφικά ή οικονομικά ζητήματα: ~ αποζημίωσης για τη διάνοιξη οδού. Πράξεις ~ού για απαλλοτριώσεις. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀναλογισμός, γαλλ. actuariat , 1948]
3160αναλογιστής[ἀναλογιστής] α-να-λο-γι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναλογίστρια}: επαγγελματίας, συνήθ. υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας, με γνώσεις αναλογισμού, ώστε να μπορεί να τις εφαρμόσει σε θέματα χρηματοοικονομικού κινδύνου (κυρ. ασφαλιστικά και κοινωνικά δημογραφικά προβλήματα): έκθεση του ~ή. [< γαλλ. actuaire]
3161αναλογιστικός, ή, ό [ἀναλογιστικός] α-να-λο-γι-στι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που σχετίζεται με τον αναλογισμό: ~ός: συντελεστής/υπολογισμός (μελλοντικών ζημιών). ~ή: ανασκόπηση/ζημιά/έκθεση/εκτίμηση/μελέτη. ~ό: έλλειμμα/κέρδος/κόστος/χρέος. ● ΣΥΜΠΛ.: ασφαλιστικά/αναλογιστικά μαθηματικά βλ. μαθηματικά [< μτγν. ἀναλογιστικός, γαλλ. actuariel, 1908]
3162ανάλογος, η, ο [ἀνάλογος] α-νά-λο-γος επίθ.: που βρίσκεται σε σχέση αναλογίας, ισοδυναμίας με κάποιον/κάτι ή που διαμορφώνεται αντίστοιχα προς κάποιο άλλο ποσοτικό μέγεθος: ~η: ανταπόκριση/κατάσταση. ~α: προβλήματα. Με ~ο τρόπο. Αποδοχές ~ες με την εργασία. Για τη λέξη "φιλότιμο" δεν υπάρχει ~ αγγλικός όρος. Εσύ τι θα έκανες σε ~η περίπτωση (= παρόμοια); Κάτι ~ο συνέβη και σ' εμένα. Για το καλοκαίρι υιοθετήστε και το ~ο στιλ (= κατάλληλο)! Πβ. σύμφωνος.|| Πίεση ~η του βάθους/με το ύψος. Πβ. αναλογικός. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. δυσανάλογος ● Ουσ.: ανάλογο (το) 1. οτιδήποτε παρουσιάζει αναλογία, αντιστοιχία με κάτι άλλο: Φαινόμενο που δεν έχει ~ό του σε όλον τον κόσμο (ΣΥΝ. όμοιο). 2. μερίδιο: Μην ανησυχείς, θα πάρεις το ~ό σου (από τα κέρδη). ● επίρρ.: ανάλογα & αναλόγως: Θα χρειαστώ δέκα με είκοσι λεπτά ~α με την κίνηση. Με έβρισε και του απάντησα ~ως.|| -Θα έρθεις το βράδυ; -~α με τη διάθεσή μου. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλογα μεγέθη/ποσά: ΜΑΘ. που όταν αυξάνεται ή μειώνεται το ένα, αυξάνεται ή μειώνεται και το άλλο, αντίστοιχα: Στα ~ ~ οι λόγοι των τιμών τους είναι ίσοι.|| (μτφ.) Ποιότητα και τιμή είναι ~ ~ (: όσο πιο καλό είναι κάτι, τόσο πιο πολύ στοιχίζει· όσο πιο φθηνό, τόσο κατώτερης συνήθ. ποιότητας)., ανάλογοι αριθμοί: ΜΑΘ. ακολουθίες αριθμών με την ιδιότητα σταθερού λόγου (αναλογίας) μεταξύ δύο οποιωνδήποτε αριθμών της ίδιας τάξης., αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά: ΜΑΘ. που όταν αυξάνεται το ένα μειώνεται το άλλο και αντίστροφα., μέσος ανάλογος (δύο αριθμών): ΜΑΘ. ο β σε μία αναλογία της μορφής α/β = β/γ., σχήμα εξ αναλόγου: ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου που βασίζεται στην παράλειψη λέξης ή φράσης ως ευκόλως εννοούμενης: λ.χ. Δεν πήγα, αν και ήθελα (ενν. να πάω). Πβ. έλλειψη. [< αρχ. ἀνάλογος, γαλλ. proportionnel, analogue]
3163αναλογών, ούσα, ούν [ἀναλογῶν] α-να-λο-γών επίθ. {αναλογ-ούντος (θηλ. -ούσης), -ούντα | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που αναλογεί σε κάποιον ή κάτι: ~ών: φόρος. ~ούσα: αμοιβή/αποζημίωση. ~ούν: μερίδιο (ευθύνης)/ποσό. ~ούντα: έξοδα/κέρδη/τέλη. [< μτχ. εν. του ρ. ἀναλογῶ]
3164άναλος, ος/η, ο [ἄναλος] ά-να-λος επίθ.: ανάλατος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: άναλος/η δίαιτα (επίσ.): που δεν περιέχει αλάτι: Ασθενείς που ακολουθούν/βρίσκονται σε (αυστηρή) ~η ~. [< αρχ. ἄναλος]
3165ανάλυση[ἀνάλυση] α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. λεπτομερής εξέταση ενός γεγονότος, ενός φαινομένου ή μιας έννοιας με εντοπισμό και μελέτη των επιμέρους στοιχείων· κατ' επέκτ. προφορική ή γραπτή ανάπτυξη-παρουσίαση της αντίστοιχης έρευνας: αντικειμενική/βαθιά/εμπεριστατωμένη/ενδελεχής/εξαντλητική/επιφανειακή/κριτική/λεπτομερής/λογική/μουσική/προσεκτική/συστηματική ~. Κοινων(ιολογ)ική/οικονομική/πολιτική ~. ~ των (εκλογικών) αποτελεσμάτων/των δεδομένων/της επικαιρότητας/της κατάστασης/της πορείας (του Χρηματιστηρίου)/των πτυχών ενός ζητήματος/των στοιχείων. ~ έργου (: συστηματική καταγραφή των διακριτών σταδίων-βημάτων μιας εργασίας). ~ μιας θεωρίας/ενός όρου. ~ στα οικονομικά (της εταιρείας). Άρθρα/σχόλια και ~ύσεις. Επιχειρώ/κάνω μια ~ (σε βάθος). (ειρων.) ~ύσεις επί ~ύσεων! Βλ. αυτο~, μετα~, μικρο~, σύνθεση, υπερ~, ψυχ~. 2. διαχωρισμός, με τη χρήση επιστημονικών μεθόδων, ενός δείγματος στα στοιχεία από τα οποία αποτελείται, με σκοπό τον προσδιορισμό τους και τη μελέτη των ιδίων ξεχωριστά καθώς και του συνόλου: (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) δυναμική/εργαστηριακή/μηχανική/μικροσκοπική/φασματοσκοπική/χημική ~. Εργαστήριο/μέθοδοι/συσκευές/τεχνικές ~ης. Ποιοτική και ποσοτική ~ ενός μείγματος. ~ύσεις αερίων/γάλακτος/εδαφών/τροφίμων/υδάτων.|| (ΟΠΤ.) Φωτογραφική ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ιατρικές ~ύσεις. Κάνω ~ αίματος (πβ. εξέταση, τεστ)/ούρων (= καλλιέργεια)/DNA.|| Στατιστική ~.|| (ΦΙΛΟΛ.-ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσολογική/γραμματική/ετυμολογική/σημειωτική/συντακτική ~ (κειμένου). Λογοτεχνική ~ διηγήματος. Βλ. επαν~, ψυχ~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. το πλήθος των πίξελ που εμφανίζονται σε μια οθόνη: ψηφιακή ~. ~ γραφικών/εικόνας. Κάμερα/τηλεόραση/φωτογραφίες υψηλής ~ης. Πβ. ευκρίνεια. 4. ΜΑΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον λογισμό και τη θεωρία των ορίων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος με την οποία εξετάζεται η επίδραση μίας ή περισσότερων ανεξάρτητων μεταβλητών στη διακύμανση μίας εξαρτημένης μεταβλητής: ~ ~ κατά έναν παράγοντα. [< αγγλ. variance analysis, analysis of variance (ANOVA), 1967] , ανάλυση αγοράς: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία εξέτασης των παραγόντων, των συνθηκών και των χαρακτηριστικών μιας αγοράς: ~ ~ καυσίμων. [< αγγλ. market analysis] , ανάλυση κινδύνου/κινδύνων: ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός και εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με χρηματοοικονομικές ή επενδυτικές αποφάσεις: έρευνα/κριτήρια/μελέτη ~ης ~ου. [< αγγλ. risk analysis, 1964] , ανάλυση λαθών/σφαλμάτων: επιστημονική μελέτη της ποιότητας και της ποσότητας των λαθών στο πλαίσιο των μαθηματικών, της γλωσσολογίας και της στατιστικής. [< αγγλ. error analysis, 1963] , ανάλυση (του) λόγου βλ. λόγος, ανάλυση περιεχομένου βλ. περιεχόμενο, ανάλυση συνομιλίας βλ. συνομιλία, ανάλυση συστημάτων βλ. σύστημα, αριθμητική ανάλυση βλ. αριθμητικός, διακριτική ανάλυση βλ. διακριτικός, ενόργανη ανάλυση βλ. ενόργανος, θεμελιώδης ανάλυση βλ. θεμελιώδης, παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων βλ. παραγοντικός, συνδυαστική ανάλυση βλ. συνδυαστικός ● ΦΡ.: σε τελική/σε τελευταία ανάλυση (προφ.-εμφατ.): προκειμένου να αναφερθεί στο τέλος η πιο σημαντική πτυχή ενός θέματος: Νομίζω ότι το πρόβλημα είναι μεγάλο και, ~ ~, αφορά όλους μας. Πβ. άλλωστε, εκτός αυτού/τούτου, εντέλει, εξάλλου, επιπλέον, τελικά. [< γαλλ. en dernière analyse ] [< αρχ. ἀνάλυσις ‘απαλλαγή, αποσύνθεση, επίλυση’, γαλλ. analyse, αγγλ. analysis, γερμ. Analyse, γαλλ.-αγγλ. resolution]
3166αναλύσιμος, η, ο [ἀναλύσιμος] α-να-λύ-σι-μος επίθ. (επιστ.): που επιδέχεται ανάλυση: ~α: στοιχεία. [< μεσν. αναλύσιμος, αγγλ.-γαλλ. analysable]
3167αναλυτής[ἀναλυτής] α-να-λυ-τής ουσ. (αρσ.) , αναλύτρια (η) 1. επιστήμονας που διεξάγει αναλύσεις στον τομέα του: ειδικός/οικονομικός/πολιτικός/στατιστικός/στρατηγικός/τεχνικός/τραπεζικός/χρηματιστηριακός ~. Εκθέσεις/σχόλια ~ών. Οι ~ές εκτιμούν/επισημαίνουν/υποστηρίζουν ότι ... Βλ. ψυχ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή λογισμικό που κάνει αναλύσεις: αιματολογικός/βιοχημικός ~. ~ καυσαερίων/φάσματος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Λεκτικός/μορφολογικός/συντακτικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτής-προγραμματιστής βλ. προγραμματιστής [< 1: γαλλ. analyste, αγγλ. analyst 2: γαλλ. analyseur, αγγλ. analyser]
3169αναλυτικότητα[ἀναλυτικότητα] α-να-λυ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. δυνατότητα ανάλυσης: η ~ της γλώσσας/σκέψης. Παρουσίασε τις απόψεις του με ~ (= αναλυτικά). Βλ. διεξοδικότητα.|| (ΟΠΤ.) ~ του φακού (πβ. ευκρίνεια).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εικόνες με εξαιρετική ~ γραφικών. Βλ. -ότητα. 2. ΦΙΛΟΣ. η ιδιότητα κυρ. προτάσεων, δηλώσεων να είναι αναλυτικές. [< 2: αγγλ. analyticity, 1939, γαλλ. analycité, περ. 1965]
3170αναλύω[ἀναλύω] α-να-λύ-ω ρ. (μτβ.) {ανέλυ-σα, αναλύ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, -οντας} 1. μελετώ, εξετάζω κάτι λεπτομερώς με σκοπό την κατανόηση του ιδίου και των στοιχείων που το συνθέτουν: ~ τα αίτια (του προβλήματος)/τα γεγονότα/τα δεδομένα/την έννοια της .../την κατάσταση. Το φαινόμενο ~εται στις εξής παραμέτρους ... Το θέμα έχει ~θεί διεξοδικά/πλήρως/σε βάθος. ~μένα κείμενα. Βλ. συνθέτω, υπερ~, ψυχ~.|| ~σε (= ανέπτυξε, παρουσίασε) τις απόψεις/το σκεπτικό/τους στόχους του. 2. εφαρμόζω συγκεκριμένες επιστημονικές μεθόδους (π.χ. χημικές, μαθηματικές) σε κάτι, με σκοπό τον διαχωρισμό του στα στοιχεία που το αποτελούν και τον αντίστοιχο προσδιορισμό τους: Οι επιστήμονες ~σαν την ουσία (στα συστατικά της). Το λευκό φως ~εται (με πρίσμα) σε επτά χρώματα. ~θηκαν γονίδια/δείγματα αίματος/ιοί. Πβ. δια-, ξε-χωρίζω. ● Παθ.: αναλύομαι (λόγ.): ξεσπώ: ~θηκε σε αναφιλητά/γέλια/δάκρυα/κλάματα/λυγμούς. [< αρχ. ἀναλύω ‘λύνω, επιλύω, καταργώ’, γαλλ. analyser, αγγλ. analyse]
3171αναλφαβητισμός[ἀναλφαβητισμός] α-ναλ-φα-βη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. αλφαβητισμός 1. αδυναμία ανάγνωσης-γραφής (ενός απλού κειμένου) και αρίθμησης σε μία έστω γλώσσα· (ειδικότ., για τα ελληνικά δεδομένα) μη ολοκλήρωση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: ~ ενηλίκων. Εξάλειψη/καταπολέμηση/μείωση του ~ού. Πβ. αγραμματοσύνη. Βλ. γραμματισμός, εγγραμματοσύνη. 2. (μτφ.) έλλειψη βασικών, στοιχειωδών γνώσεων σε ένα αντικείμενο: ηλεκτρονικός/πολιτικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργικός αναλφαβητισμός: έλλειψη βασικών δεξιοτήτων που σχετίζονται με το διάβασμα, το γράψιμο και την αρίθμηση, προκειμένου να αντιμετωπίσει κάποιος τα προβλήματα της καθημερινής ζωής. [< αγγλ. functional illiteracy] , οργανικός αναλφαβητισμός: παντελής άγνοια, αδυναμία γραφής και ανάγνωσης λόγω μη συστηματικής διδασκαλίας της. [< γερμ. Analphabetismus, γαλλ. analphabétisme, 1907, αγγλ. analphabetism]
3172αναλφάβητος, η, ο [ἀναλφάβητος] α-ναλ-φά-βη-τος επίθ. 1. που δεν γνωρίζει ανάγνωση-γραφή (ενός απλού κειμένου) και αρίθμηση σε μία έστω γλώσσα· (ειδικότ., για τα ελληνικά δεδομένα) που δεν έχει ολοκληρώσει την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: ~α: παιδιά.|| (προφ.) Είσαι ~ (= άσχετος)!|| (ως ουσ.) Διδασκαλία σε ~ους. ΣΥΝ. αγράμματος (1) ΑΝΤ. εγγράμματος 2. (μτφ.) που δεν κατέχει τις βασικές, στοιχειώδεις γνώσεις σε ένα αντικείμενο: ~οι: πολίτες. Ηλεκτρονικά/πολιτικά/τεχνολογικά/ψηφιακά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργικά αναλφάβητος: που χαρακτηρίζεται από λειτουργικό αναλφαβητισμό. [< αγγλ. functional illiterate, 1946] , οργανικά αναλφάβητος: που δεν έχει διδαχτεί γραφή και ανάγνωση, που αδυνατεί να διαβάσει και να γράψει ένα κείμενο. [< 1: μτγν. ἀναλφάβητος, γερμ. Analphabet, γαλλ. analphabète, αγγλ. analphabet]
3173αναλώμασι[ἀναλώμασι] α-να-λώ-μα-σι {με επιρρ. χρ.} (+ γεν.) (αρχαιοπρ.): με έξοδα: Σπουδές ~ των γονέων. ● ΦΡ.: ιδίαις δαπάναις βλ. ίδιος1 [< δοτ. πληθ. του αρχ. ουσ. ἀνάλωμα]
3174αναλώνω[ἀναλώνω] α-να-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ανάλω-σε, -θηκε, -μένος, αναλών-οντας} & αναλίσκω (λόγ.): δαπανώ, ξοδεύω υλικά ή ψυχικά αποθέματα, για να πετύχω κάτι: ~ει τον εαυτό του/τον χρόνο του σε ... ~σε τη ζωή του στην έρευνα/για τη σωτηρία των δασών/γράφοντας. Πβ. κατ~. ● Παθ.: αναλώνομαι {συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αναλίσκομαι (+ σε): σπαταλώ, συνήθ. άσκοπα, τις πνευματικές ή/και ψυχικές μου δυνάμεις: ~ σε ανούσιες συζητήσεις/λεπτομέρειες. ~ονται σε προσωπικές επιθέσεις και κατηγορίες. Πβ. κατατρίβ-, ξοδεύ-, φθείρ-ομαι. Βλ. επιδίδ-, καταγίν-ομαι. [< μεσν. αναλώνω]
3175ανάλωση[ἀνάλωση] α-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατανάλωση, χρήση: ~ ενέργειας/κεφαλαίου/πόρων. ~ κατά προτίμηση πριν από ... Ημερομηνία ~ης. Υλικά άμεσης ~ης.|| (μτφ.) ~ δυνάμεων/χρόνου. Πβ. δαπάνη, εξάντληση, ξόδεμα, σπατάλη. [< αρχ. ἀνάλωσις, γαλλ. consommation, αγγλ. consumption]
3176αναλώσιμος, η, ο [ἀναλώσιμος] α-να-λώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να καταναλωθεί, να χρησιμοποιηθεί: ~α: αγαθά/προϊόντα/υλικά. Πβ. κατ~.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ο: εργατικό δυναμικό (: που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και αντικαθίσταται εύκολα). ● Ουσ.: αναλώσιμα (τα): είδη για συγκεκριμένη χρήση που εξαντλούνται ή φθείρονται γρήγορα και αντικαθίστανται: ~ γραφείου (: μολύβια, χαρτί)/εκτυπωτή (: μελάνι). Μη ~ (: εργαλεία, μηχανήματα). ~-ανταλλακτικά. [< μεσν. αναλώσιμος, γαλλ. consommable]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.