Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4100-4120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3164άναλος, ος/η, ο [ἄναλος] ά-να-λος επίθ.: ανάλατος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: άναλος/η δίαιτα (επίσ.): που δεν περιέχει αλάτι: Ασθενείς που ακολουθούν/βρίσκονται σε (αυστηρή) ~η ~. [< αρχ. ἄναλος]
3165ανάλυση[ἀνάλυση] α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. λεπτομερής εξέταση ενός γεγονότος, ενός φαινομένου ή μιας έννοιας με εντοπισμό και μελέτη των επιμέρους στοιχείων· κατ' επέκτ. προφορική ή γραπτή ανάπτυξη-παρουσίαση της αντίστοιχης έρευνας: αντικειμενική/βαθιά/εμπεριστατωμένη/ενδελεχής/εξαντλητική/επιφανειακή/κριτική/λεπτομερής/λογική/μουσική/προσεκτική/συστηματική ~. Κοινων(ιολογ)ική/οικονομική/πολιτική ~. ~ των (εκλογικών) αποτελεσμάτων/των δεδομένων/της επικαιρότητας/της κατάστασης/της πορείας (του Χρηματιστηρίου)/των πτυχών ενός ζητήματος/των στοιχείων. ~ έργου (: συστηματική καταγραφή των διακριτών σταδίων-βημάτων μιας εργασίας). ~ μιας θεωρίας/ενός όρου. ~ στα οικονομικά (της εταιρείας). Άρθρα/σχόλια και ~ύσεις. Επιχειρώ/κάνω μια ~ (σε βάθος). (ειρων.) ~ύσεις επί ~ύσεων! Βλ. αυτο~, μετα~, μικρο~, σύνθεση, υπερ~, ψυχ~. 2. διαχωρισμός, με τη χρήση επιστημονικών μεθόδων, ενός δείγματος στα στοιχεία από τα οποία αποτελείται, με σκοπό τον προσδιορισμό τους και τη μελέτη των ιδίων ξεχωριστά καθώς και του συνόλου: (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) δυναμική/εργαστηριακή/μηχανική/μικροσκοπική/φασματοσκοπική/χημική ~. Εργαστήριο/μέθοδοι/συσκευές/τεχνικές ~ης. Ποιοτική και ποσοτική ~ ενός μείγματος. ~ύσεις αερίων/γάλακτος/εδαφών/τροφίμων/υδάτων.|| (ΟΠΤ.) Φωτογραφική ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ιατρικές ~ύσεις. Κάνω ~ αίματος (πβ. εξέταση, τεστ)/ούρων (= καλλιέργεια)/DNA.|| Στατιστική ~.|| (ΦΙΛΟΛ.-ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσολογική/γραμματική/ετυμολογική/σημειωτική/συντακτική ~ (κειμένου). Λογοτεχνική ~ διηγήματος. Βλ. επαν~, ψυχ~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. το πλήθος των πίξελ που εμφανίζονται σε μια οθόνη: ψηφιακή ~. ~ γραφικών/εικόνας. Κάμερα/τηλεόραση/φωτογραφίες υψηλής ~ης. Πβ. ευκρίνεια. 4. ΜΑΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον λογισμό και τη θεωρία των ορίων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος με την οποία εξετάζεται η επίδραση μίας ή περισσότερων ανεξάρτητων μεταβλητών στη διακύμανση μίας εξαρτημένης μεταβλητής: ~ ~ κατά έναν παράγοντα. [< αγγλ. variance analysis, analysis of variance (ANOVA), 1967] , ανάλυση αγοράς: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία εξέτασης των παραγόντων, των συνθηκών και των χαρακτηριστικών μιας αγοράς: ~ ~ καυσίμων. [< αγγλ. market analysis] , ανάλυση κινδύνου/κινδύνων: ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός και εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με χρηματοοικονομικές ή επενδυτικές αποφάσεις: έρευνα/κριτήρια/μελέτη ~ης ~ου. [< αγγλ. risk analysis, 1964] , ανάλυση λαθών/σφαλμάτων: επιστημονική μελέτη της ποιότητας και της ποσότητας των λαθών στο πλαίσιο των μαθηματικών, της γλωσσολογίας και της στατιστικής. [< αγγλ. error analysis, 1963] , ανάλυση (του) λόγου βλ. λόγος, ανάλυση περιεχομένου βλ. περιεχόμενο, ανάλυση συνομιλίας βλ. συνομιλία, ανάλυση συστημάτων βλ. σύστημα, αριθμητική ανάλυση βλ. αριθμητικός, διακριτική ανάλυση βλ. διακριτικός, ενόργανη ανάλυση βλ. ενόργανος, θεμελιώδης ανάλυση βλ. θεμελιώδης, παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων βλ. παραγοντικός, συνδυαστική ανάλυση βλ. συνδυαστικός ● ΦΡ.: σε τελική/σε τελευταία ανάλυση (προφ.-εμφατ.): προκειμένου να αναφερθεί στο τέλος η πιο σημαντική πτυχή ενός θέματος: Νομίζω ότι το πρόβλημα είναι μεγάλο και, ~ ~, αφορά όλους μας. Πβ. άλλωστε, εκτός αυτού/τούτου, εντέλει, εξάλλου, επιπλέον, τελικά. [< γαλλ. en dernière analyse ] [< αρχ. ἀνάλυσις ‘απαλλαγή, αποσύνθεση, επίλυση’, γαλλ. analyse, αγγλ. analysis, γερμ. Analyse, γαλλ.-αγγλ. resolution]
3166αναλύσιμος, η, ο [ἀναλύσιμος] α-να-λύ-σι-μος επίθ. (επιστ.): που επιδέχεται ανάλυση: ~α: στοιχεία. [< μεσν. αναλύσιμος, αγγλ.-γαλλ. analysable]
3167αναλυτής[ἀναλυτής] α-να-λυ-τής ουσ. (αρσ.) , αναλύτρια (η) 1. επιστήμονας που διεξάγει αναλύσεις στον τομέα του: ειδικός/οικονομικός/πολιτικός/στατιστικός/στρατηγικός/τεχνικός/τραπεζικός/χρηματιστηριακός ~. Εκθέσεις/σχόλια ~ών. Οι ~ές εκτιμούν/επισημαίνουν/υποστηρίζουν ότι ... Βλ. ψυχ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή λογισμικό που κάνει αναλύσεις: αιματολογικός/βιοχημικός ~. ~ καυσαερίων/φάσματος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Λεκτικός/μορφολογικός/συντακτικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτής-προγραμματιστής βλ. προγραμματιστής [< 1: γαλλ. analyste, αγγλ. analyst 2: γαλλ. analyseur, αγγλ. analyser]
3168αναλυτικός, ή, ό [ἀναλυτικός] α-να-λυ-τι-κός επίθ. 1. λεπτομερής, διεξοδικός: ~ός: απολογισμός/λογαριασμός/ορισμός/πίνακας (κόστους). ~ή: (ΠΛΗΡΟΦ.) αναζήτηση (ΑΝΤ. γρήγορη)/βαθμολογία/έκθεση/εξέταση (πβ. ενδελεχής, εξονυχιστική, σχολαστική)/κατάσταση/παρουσίαση/περιγραφή. ~ό: κείμενο/προφίλ (εταιρείας)/υπόμνημα. ~οί: όροι συμμετοχής. ~ές: οδηγίες/πληροφορίες. ~ά: αποτελέσματα/στοιχεία.|| (για πρόσ.) Μπορείς να γίνεις λίγο πιο ~; ΑΝΤ. αδρομερής, συνοπτικός, σύντομος (1) 2. που σχετίζεται με την ανάλυση (σε διάφορους γνωστικούς τομείς): (ως τρόπο συλλογισμού:) ~ός: νους. ~ή: ικανότητα/σκέψη. Βλ. αφαιρετικός, κριτικός, συνθετικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή Ψυχολογία (: σε αντίθεση προς τη Φροϋδική).|| (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ή Λογιστική. Βλ. ψυχ~.|| (ΜΑΘ.) ~ή: συνάρτηση.|| ~ό: εργαλείο/όργανο (= αναλυτής). Βλ. βιο~. ● επίρρ.: αναλυτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Αναφέρθηκε ~ (= λεπτομερώς, διεξοδικά) στο θέμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες όλες οι λέξεις είναι άκλιτες και οι γραμματικές και συντακτικές σχέσεις αναδεικνύονται κυρ. με τη χρήση λειτουργικών λέξεων και τη σειρά των όρων στην πρόταση. Πβ. απομονωτικές γλώσσες. Βλ. συνθετικές γλώσσες. [< γαλλ. langues analytiques] , αναλυτική μέθοδος: μέθοδος συλλογισμού η οποία ξεκινά από το ζητούμενο και αναζητά τη σχέση ανάμεσα σε αυτό και τα ήδη γνωστά. Βλ. απαγωγή, επαγωγή, συνθετική μέθοδος., αναλυτική πρόταση/κρίση: ΦΙΛΟΣ. της οποίας η αλήθεια μπορεί να διαπιστωθεί από την ανάλυση του νοήματος του υποκειμένου της· στην οποία το κατηγόρημα περιέχεται στο υποκείμενο: Η πρόταση "ένα τετράγωνο έχει τέσσερις γωνίες" είναι ~ ~. Βλ. εμπειρική/συνθετική πρόταση/κρίση. [< γαλλ. énoncé analytique] , αναλυτική φιλοσοφία/φιλοσοφία της γλώσσας (συχνά με κεφαλ. Α): ΦΙΛΟΣ. ρεύμα του 20ού αιώνα το οποίο υποστήριζε ότι οι φιλοσοφικές απόψεις πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω της ανάλυσης των εννοιών και των κρίσεων ή προτάσεων. [< αγγλ. analytic philosophy, 1936] , Αναλυτική Χημεία: ΧΗΜ. που έχει ως αντικείμενό της την εφαρμογή μεθόδων ανάλυσης για τον καθορισμό της σύστασης μιας ουσίας ή ενός μείγματος: περιβαλλοντική/ποιοτική/ποσοτική ~ ~. ~ ~ διαλυμάτων/ελαιολάδου. [< αγγλ. analytical chemistry] , αναλυτική γεωμετρία βλ. γεωμετρία, αναλυτικό πρόγραμμα βλ. πρόγραμμα [< αρχ. ἀναλυτικός, γαλλ. analytique, αγγλ. analytic(al), γερμ. analytische]
3169αναλυτικότητα[ἀναλυτικότητα] α-να-λυ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. δυνατότητα ανάλυσης: η ~ της γλώσσας/σκέψης. Παρουσίασε τις απόψεις του με ~ (= αναλυτικά). Βλ. διεξοδικότητα.|| (ΟΠΤ.) ~ του φακού (πβ. ευκρίνεια).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εικόνες με εξαιρετική ~ γραφικών. Βλ. -ότητα. 2. ΦΙΛΟΣ. η ιδιότητα κυρ. προτάσεων, δηλώσεων να είναι αναλυτικές. [< 2: αγγλ. analyticity, 1939, γαλλ. analycité, περ. 1965]
3170αναλύω[ἀναλύω] α-να-λύ-ω ρ. (μτβ.) {ανέλυ-σα, αναλύ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, -οντας} 1. μελετώ, εξετάζω κάτι λεπτομερώς με σκοπό την κατανόηση του ιδίου και των στοιχείων που το συνθέτουν: ~ τα αίτια (του προβλήματος)/τα γεγονότα/τα δεδομένα/την έννοια της .../την κατάσταση. Το φαινόμενο ~εται στις εξής παραμέτρους ... Το θέμα έχει ~θεί διεξοδικά/πλήρως/σε βάθος. ~μένα κείμενα. Βλ. συνθέτω, υπερ~, ψυχ~.|| ~σε (= ανέπτυξε, παρουσίασε) τις απόψεις/το σκεπτικό/τους στόχους του. 2. εφαρμόζω συγκεκριμένες επιστημονικές μεθόδους (π.χ. χημικές, μαθηματικές) σε κάτι, με σκοπό τον διαχωρισμό του στα στοιχεία που το αποτελούν και τον αντίστοιχο προσδιορισμό τους: Οι επιστήμονες ~σαν την ουσία (στα συστατικά της). Το λευκό φως ~εται (με πρίσμα) σε επτά χρώματα. ~θηκαν γονίδια/δείγματα αίματος/ιοί. Πβ. δια-, ξε-χωρίζω. ● Παθ.: αναλύομαι (λόγ.): ξεσπώ: ~θηκε σε αναφιλητά/γέλια/δάκρυα/κλάματα/λυγμούς. [< αρχ. ἀναλύω ‘λύνω, επιλύω, καταργώ’, γαλλ. analyser, αγγλ. analyse]
3171αναλφαβητισμός[ἀναλφαβητισμός] α-ναλ-φα-βη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. αλφαβητισμός 1. αδυναμία ανάγνωσης-γραφής (ενός απλού κειμένου) και αρίθμησης σε μία έστω γλώσσα· (ειδικότ., για τα ελληνικά δεδομένα) μη ολοκλήρωση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: ~ ενηλίκων. Εξάλειψη/καταπολέμηση/μείωση του ~ού. Πβ. αγραμματοσύνη. Βλ. γραμματισμός, εγγραμματοσύνη. 2. (μτφ.) έλλειψη βασικών, στοιχειωδών γνώσεων σε ένα αντικείμενο: ηλεκτρονικός/πολιτικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργικός αναλφαβητισμός: έλλειψη βασικών δεξιοτήτων που σχετίζονται με το διάβασμα, το γράψιμο και την αρίθμηση, προκειμένου να αντιμετωπίσει κάποιος τα προβλήματα της καθημερινής ζωής. [< αγγλ. functional illiteracy] , οργανικός αναλφαβητισμός: παντελής άγνοια, αδυναμία γραφής και ανάγνωσης λόγω μη συστηματικής διδασκαλίας της. [< γερμ. Analphabetismus, γαλλ. analphabétisme, 1907, αγγλ. analphabetism]
3172αναλφάβητος, η, ο [ἀναλφάβητος] α-ναλ-φά-βη-τος επίθ. 1. που δεν γνωρίζει ανάγνωση-γραφή (ενός απλού κειμένου) και αρίθμηση σε μία έστω γλώσσα· (ειδικότ., για τα ελληνικά δεδομένα) που δεν έχει ολοκληρώσει την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: ~α: παιδιά.|| (προφ.) Είσαι ~ (= άσχετος)!|| (ως ουσ.) Διδασκαλία σε ~ους. ΣΥΝ. αγράμματος (1) ΑΝΤ. εγγράμματος 2. (μτφ.) που δεν κατέχει τις βασικές, στοιχειώδεις γνώσεις σε ένα αντικείμενο: ~οι: πολίτες. Ηλεκτρονικά/πολιτικά/τεχνολογικά/ψηφιακά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργικά αναλφάβητος: που χαρακτηρίζεται από λειτουργικό αναλφαβητισμό. [< αγγλ. functional illiterate, 1946] , οργανικά αναλφάβητος: που δεν έχει διδαχτεί γραφή και ανάγνωση, που αδυνατεί να διαβάσει και να γράψει ένα κείμενο. [< 1: μτγν. ἀναλφάβητος, γερμ. Analphabet, γαλλ. analphabète, αγγλ. analphabet]
3173αναλώμασι[ἀναλώμασι] α-να-λώ-μα-σι {με επιρρ. χρ.} (+ γεν.) (αρχαιοπρ.): με έξοδα: Σπουδές ~ των γονέων. ● ΦΡ.: ιδίαις δαπάναις βλ. ίδιος1 [< δοτ. πληθ. του αρχ. ουσ. ἀνάλωμα]
3174αναλώνω[ἀναλώνω] α-να-λώ-νω ρ. (μτβ.) {ανάλω-σε, -θηκε, -μένος, αναλών-οντας} & αναλίσκω (λόγ.): δαπανώ, ξοδεύω υλικά ή ψυχικά αποθέματα, για να πετύχω κάτι: ~ει τον εαυτό του/τον χρόνο του σε ... ~σε τη ζωή του στην έρευνα/για τη σωτηρία των δασών/γράφοντας. Πβ. κατ~. ● Παθ.: αναλώνομαι {συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αναλίσκομαι (+ σε): σπαταλώ, συνήθ. άσκοπα, τις πνευματικές ή/και ψυχικές μου δυνάμεις: ~ σε ανούσιες συζητήσεις/λεπτομέρειες. ~ονται σε προσωπικές επιθέσεις και κατηγορίες. Πβ. κατατρίβ-, ξοδεύ-, φθείρ-ομαι. Βλ. επιδίδ-, καταγίν-ομαι. [< μεσν. αναλώνω]
3175ανάλωση[ἀνάλωση] α-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατανάλωση, χρήση: ~ ενέργειας/κεφαλαίου/πόρων. ~ κατά προτίμηση πριν από ... Ημερομηνία ~ης. Υλικά άμεσης ~ης.|| (μτφ.) ~ δυνάμεων/χρόνου. Πβ. δαπάνη, εξάντληση, ξόδεμα, σπατάλη. [< αρχ. ἀνάλωσις, γαλλ. consommation, αγγλ. consumption]
3176αναλώσιμος, η, ο [ἀναλώσιμος] α-να-λώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να καταναλωθεί, να χρησιμοποιηθεί: ~α: αγαθά/προϊόντα/υλικά. Πβ. κατ~.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ο: εργατικό δυναμικό (: που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και αντικαθίσταται εύκολα). ● Ουσ.: αναλώσιμα (τα): είδη για συγκεκριμένη χρήση που εξαντλούνται ή φθείρονται γρήγορα και αντικαθίστανται: ~ γραφείου (: μολύβια, χαρτί)/εκτυπωτή (: μελάνι). Μη ~ (: εργαλεία, μηχανήματα). ~-ανταλλακτικά. [< μεσν. αναλώσιμος, γαλλ. consommable]
3177ανάμαβλ. νάμα
3178αναμαλλιασμένος, η, ο [ἀναμαλλιασμένος] α-να-μαλ-λια-σμέ-νος επίθ.: που έχει μπερδεμένα, αχτένιστα μαλλιά: ~ από τον ύπνο. ΣΥΝ. αχτένιστος (1), ξεμαλλιασμένος, ξεχτένιστος
3179αναμαρτησία[ἀναμαρτησία] α-να-μαρ-τη-σί-α ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) η ιδιότητα του αναμάρτητου: η ~ του Κυρίου. [< μτγν. ἀναμαρτησία]
3180αναμάρτητος, η, ο [ἀναμάρτητος] α-να-μάρ-τη-τος επίθ.: (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) που δεν διαπράττει ή δεν έχει διαπράξει αμαρτήματα και γενικότ. σφάλματα. Πβ. ακριμάτιστος, αλάθητος. ΑΝΤ. αμαρτωλός ● επίρρ.: αναμάρτητα ● ΦΡ.: ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω (ΚΔ-λόγ.): ως προτροπή σε κάποιον, προτού κατηγορήσει ή κρίνει κάποιον άλλο, να αναλογιστεί τα δικά του λάθη., ουδείς αναμάρτητος: όλοι έχουν υποπέσει σε κάποιο σφάλμα: Και αν έκανες ένα λαθάκι, τι πειράζει; ~ ~! [< αρχ. ἀναμάρτητος]
40499αναμάσημα

πι-πί-λι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πιπιλίζω: το ~ του αντίχειρα. Πβ. βύζαγμα.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ της γνωστής/ίδιας καραμέλας. Πβ. αναμάσημα, μηρυκασμός. ΣΥΝ. πιπίλα (2)

3181αναμάσημα[ἀναμάσημα] α-να-μά-ση-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναμασώ: ~ απόψεων. Φλυαρίες και ~ήματα. Πβ. μηρυκασμός, πιπίλισμα.
3182αναμασώ[ἀναμασῶ] α-να-μα-σώ ρ. (μτβ.) {αναμασ-ά(ει) ... | αναμάσ-ησε, -άται κ. -ιέται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & αναμασάω: (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επαναλαμβάνω κάτι ήδη γνωστό, κοινότοπο και άνευ ουσίας: ~ά(ει) συνέχεια στερεότυπα/τα ίδια και τα ίδια. ~ημένη τροφή. Πβ. αναμηρυκάζει, πιπιλίζω.αναμασά & αναμασάει: (για ζώο) μηρυκάζει. [< αρχ. ἀναμασάομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.