Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41180-41200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40581πίτσαπί-τσα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα ιταλικής προέλευσης, συνήθ. στρογγυλή, που φτιάχνεται με ζύμη η οποία καλύπτεται με διάφορα υλικά (όπως σάλτσα ντομάτας, τυρί και αλλαντικά), ψήνεται στον φούρνο και σερβίρεται ζεστή: ατομική/κατεψυγμένη/μεσαία/οικογενειακή/σπέσιαλ/σπιτική ~. ~ με αντσούγιες/ζαμπόν/λουκάνικο/μανιτάρια. ~ ναπολιτάνα. Σκεπαστή ~ (= καλτσόνε). Παρασκευαστής ~ας.|| Ρόδα ~ας. ● Υποκ.: πιτσάκι (το), πιτσούλα (η) [< ιταλ. pizza, 1535, αγγλ. ~, 1825, γαλλ. ~, 1868]
40582πιτσαδόροςπι-τσα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. υπάλληλος που κάνει διανομές πίτσας κατ' οίκον με μηχανάκι. Βλ. -αδόρος, ντελιβεράς. 2. (σπάν.) παρασκευαστής πίτσας ή ψήστης σε πιτσαρία.
40583πιτσαρίαπι-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.): κατάστημα όπου παρασκευάζονται και σερβίρονται (ή από το οποίο διανέμονται κατ' οίκον) κυρ. πίτσες, αλλά και άλλα φαγητά, όπως ζυμαρικά. Βλ. -αρία. [< ιταλ. pizzeria, αγγλ. ~, περ. 1912, γαλλ. pizzéria, 1954]
40584πίτσερπί-τσερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπέιζμπολ) παίκτης που πετά την μπάλα στον μπάτερ, για να τη χτυπήσει με το μπαστούνι του· η αντίστοιχη θέση στο γήπεδο. Βλ. κάτσερ. ΣΥΝ. ρίπτης (2) [< αμερικ. pitcher]
40595πίτσι-πίτσιπί-τσι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): χαμηλόφωνη προσωπική συζήτηση, συνήθ. ερωτικού περιεχομένου. Την είχε τόση ώρα στο ~ (: ψηστήρι), αλλά τζίφος. Πβ. φλερτ. Βλ. κουτσομπολιό. [< λ. ηχομιμητ.]
40585πιτσικάρειβλ. πετσικάρει
40586πιτσικάρισμαβλ. πετσικάρισμα
40587πιτσικάτοπι-τσι-κά-το επίρρ.: ΜΟΥΣ. τρόπος παιξίματος έγχορδου μουσικού οργάνου, κυρ. βιολιού, χωρίς τη χρήση δοξαριού, αλλά με τράβηγμα των χορδών με τα δάχτυλα, παράγοντας κοφτές, μεμονωμένες νότες· συνεκδ. το τμήμα της μουσικής σύνθεσης που παίζεται με αυτόν τον τρόπο. [< ιταλ. pizzicato]
40588πιτσιλιάπι-τσι-λιά ουσ. (θηλ.) & πιτσίλα (προφ.): λεκές, κηλίδα: ~ιές από αίμα.|| ~ιές στο πρόσωπο από τον ήλιο (πβ. πανάδες, φακίδες). Σκυλί με καφέ τρίχωμα και λευκές ~ιές.
40589πιτσιλίζωπι-τσι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {πιτσίλι-σα, πιτσιλί-σει, -στηκε, -στεί, πιτσιλίζ-οντας, πιτσιλι-σμένος} & πιτσιλώ, -άω {-άς ...} (προφ.): βρέχω με σταγόνες νερού ή άλλου υγρού και κατ' επέκτ. δημιουργώ λεκέδες, κηλίδες σε μια επιφάνεια: Τον ~σε με το λάστιχο. Χύθηκε ο καφές και ~στηκε η φωτογραφία. Πβ. λεκιάζω. [< μτγν. πιτυλίζω]
40590πιτσίλισμαπι-τσί-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τυχαίο βρέξιμο με σταγόνες νερού ή άλλου υγρού και κατ' επέκτ. λέκιασμα. Πβ. ράντισμα, στάξιμο. Βλ. -ισμα.
40591πιτσιλιστήριαπι-τσι-λι-στη-ρια ους. ουδ. & πιτσιλίθρες {σπάν. στον εν. πιτσιλιστήριο, πιτσιλίθρα}: εκτοξευστήρας νερού στο σύστημα πλύσης των παρμπρίζ αυτοκινήτων: ~ των υαλοκαθαριστήρων. Βλ. μπεκ.
40592πιτσιλιστός, ή, ό πι-τσι-λι-στός επίθ.: πιτσιλωτός.
40593πιτσιλώβλ. πιτσιλίζω
40594πιτσιλωτός, ή, ό πι-τσι-λω-τός επίθ.: που είναι γεμάτος πιτσιλιές: ~ό: φίδι. Πβ. διάστικτος, κηλιδωτός. Βλ. -ωτός. ΣΥΝ. πιτσιλιστός
40596πιτσιρικαρίαπι-τσι-ρι-κα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-περιληπτ.): σύνολο από μικρά αγόρια και κορίτσια. Βλ. -αρία.
40597πιτσιρικάςπι-τσι-ρι-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): πιτσιρίκος. Βλ. -άς.
40598πιτσιρίκιπι-τσι-ρί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νεαρό αγόρι ή κορίτσι. ● Υποκ.: πιτσιρικάκι (το)
40599πιτσιρίκος, πιτσιρίκαπι-τσι-ρί-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): νεαρό αγόρι, κορίτσι. Πβ. μπόμπιρας. [< ιταλ. piccirillo]
40600πιτσούνιπι-τσού-νι ουσ. (ουδ.) 1. περιστεράκι. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. πιπίνι (2) 2. (μτφ.) τρυφερή προσφώνηση, συνήθ. μεταξύ ερωτευμένων. ● Υποκ.: πιτσουνάκι (το): {συνήθ. στον πληθ.} ζευγάρι ερωτευμένων. [< ιταλ. piccione]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.