| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 40591 | πιτσιλιστήρια | πι-τσι-λι-στη-ρια ους. ουδ. & πιτσιλίθρες {σπάν. στον εν. πιτσιλιστήριο, πιτσιλίθρα}: εκτοξευστήρας νερού στο σύστημα πλύσης των παρμπρίζ αυτοκινήτων: ~ των υαλοκαθαριστήρων. Βλ. μπεκ. | |
| 40592 | πιτσιλιστός | , ή, ό πι-τσι-λι-στός επίθ.: πιτσιλωτός. | |
| 40593 | πιτσιλώ | βλ. πιτσιλίζω | |
| 40594 | πιτσιλωτός | , ή, ό πι-τσι-λω-τός επίθ.: που είναι γεμάτος πιτσιλιές: ~ό: φίδι. Πβ. διάστικτος, κηλιδωτός. Βλ. -ωτός. ΣΥΝ. πιτσιλιστός | |
| 40596 | πιτσιρικαρία | πι-τσι-ρι-κα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-περιληπτ.): σύνολο από μικρά αγόρια και κορίτσια. Βλ. -αρία. | |
| 40597 | πιτσιρικάς | πι-τσι-ρι-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): πιτσιρίκος. Βλ. -άς. | |
| 40598 | πιτσιρίκι | πι-τσι-ρί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νεαρό αγόρι ή κορίτσι. ● Υποκ.: πιτσιρικάκι (το) | |
| 40599 | πιτσιρίκος, πιτσιρίκα | πι-τσι-ρί-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): νεαρό αγόρι, κορίτσι. Πβ. μπόμπιρας. [< ιταλ. piccirillo] | |
| 40600 | πιτσούνι | πι-τσού-νι ουσ. (ουδ.) 1. περιστεράκι. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. πιπίνι (2) 2. (μτφ.) τρυφερή προσφώνηση, συνήθ. μεταξύ ερωτευμένων. ● Υποκ.: πιτσουνάκι (το): {συνήθ. στον πληθ.} ζευγάρι ερωτευμένων. [< ιταλ. piccione] | |
| 40603 | πιτυοκάμπη | πι-τυ-ο-κά-μπη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. είδος κάμπιας (επιστ. ονομασ. Thaumetopoea pityocampa) που προσβάλλει τα πεύκα: (βιολογική) καταπολέμηση της ~ης. Βλ. αεροψεκασμός, φυτοπροστασία. [< μτγν. πιτυοκάμπη] | |
| 40604 | πιτυρίαση | πι-τυ-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε ασθένεια του δέρματος με κύρια χαρακτηριστικά τον κνησμό, τον σχηματισμό κηλίδων και την απολέπιση. Πβ. πιτυρίδα. Βλ. -ίαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ποικιλόχρους πιτυρίαση βλ. ποικιλόχρους, ροδόχρους πιτυρίαση βλ. ροδόχρους [< μτγν. πιτυρίασις 'πίτουρο', γαλλ.-αγγλ. pityriasis] | |
| 40605 | πιτυρίδα | πι-τυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απολέπιση της επιδερμίδας του τριχωτού της κεφαλής που συνήθ. συνοδεύεται από ερυθρότητα και κνησμό· συνεκδ. μικρά κομμάτια νεκρού δέρματος που πέφτουν σε μορφή άσπρων ή γκριζωπών νιφάδων. Πβ. πιτυρίαση. Βλ. ξηροδερμία. [< μεσν. πιτυρίς, πιτυρίδα] | |
| 40606 | πίτυρο(ν) | βλ. πίτουρο | |
| 40607 | πιτυρούχος | , ος, ο [πιτυροῦχος] πι-τυ-ρού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει πίτουρο: ~ο: αλεύρι/ψωμί. Βλ. -ούχος2. | |
| 40608 | πίτυς | πί-τυς ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. είδος πεύκου, κουκουναριά. [< αρχ. πίτυς] | |
| 40609 | πιχί | (συντομ. π.χ.) (προφ.): παραδείγματος/λόγου χάρη. | |
| 40610 | πιω | βλ. πίνω | |
| 40611 | πιώμα | [πιῶμα] πιώ-μα ουσ. (ουδ.) & πιόμα (λαϊκό): μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και η επακόλουθη μέθη· συνεκδ. ποτό: Έπνιξε τη λύπη του στο ~.|| (ως επίθ.) Ήταν τόσο ~ (= λιάρδα, μεθυσμένος), που δεν θυμόταν τίποτα. [< μεσν. πιόμα] | |
| 40612 | πιωμένος | , η, ο πιω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ: Δεν οδηγώ ~. Πβ. μεθυσμένος. Βλ. φαγωμένος. ● βλ. πίνω [< μεσν. πιωμένος] | |
| 40613 | ΠΚ | (ο) 1. Πρόεδρος (της) Κυβερνήσεως. 2. Ποινικός Κώδικας | |