Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41180-41200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40591πιτσιλιστήριαπι-τσι-λι-στη-ρια ους. ουδ. & πιτσιλίθρες {σπάν. στον εν. πιτσιλιστήριο, πιτσιλίθρα}: εκτοξευστήρας νερού στο σύστημα πλύσης των παρμπρίζ αυτοκινήτων: ~ των υαλοκαθαριστήρων. Βλ. μπεκ.
40592πιτσιλιστός, ή, ό πι-τσι-λι-στός επίθ.: πιτσιλωτός.
40593πιτσιλώβλ. πιτσιλίζω
40594πιτσιλωτός, ή, ό πι-τσι-λω-τός επίθ.: που είναι γεμάτος πιτσιλιές: ~ό: φίδι. Πβ. διάστικτος, κηλιδωτός. Βλ. -ωτός. ΣΥΝ. πιτσιλιστός
40596πιτσιρικαρίαπι-τσι-ρι-κα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-περιληπτ.): σύνολο από μικρά αγόρια και κορίτσια. Βλ. -αρία.
40597πιτσιρικάςπι-τσι-ρι-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): πιτσιρίκος. Βλ. -άς.
40598πιτσιρίκιπι-τσι-ρί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νεαρό αγόρι ή κορίτσι. ● Υποκ.: πιτσιρικάκι (το)
40599πιτσιρίκος, πιτσιρίκαπι-τσι-ρί-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): νεαρό αγόρι, κορίτσι. Πβ. μπόμπιρας. [< ιταλ. piccirillo]
40600πιτσούνιπι-τσού-νι ουσ. (ουδ.) 1. περιστεράκι. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. πιπίνι (2) 2. (μτφ.) τρυφερή προσφώνηση, συνήθ. μεταξύ ερωτευμένων. ● Υποκ.: πιτσουνάκι (το): {συνήθ. στον πληθ.} ζευγάρι ερωτευμένων. [< ιταλ. piccione]
40603πιτυοκάμπηπι-τυ-ο-κά-μπη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. είδος κάμπιας (επιστ. ονομασ. Thaumetopoea pityocampa) που προσβάλλει τα πεύκα: (βιολογική) καταπολέμηση της ~ης. Βλ. αεροψεκασμός, φυτοπροστασία. [< μτγν. πιτυοκάμπη]
40604πιτυρίασηπι-τυ-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε ασθένεια του δέρματος με κύρια χαρακτηριστικά τον κνησμό, τον σχηματισμό κηλίδων και την απολέπιση. Πβ. πιτυρίδα. Βλ. -ίαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ποικιλόχρους πιτυρίαση βλ. ποικιλόχρους, ροδόχρους πιτυρίαση βλ. ροδόχρους [< μτγν. πιτυρίασις 'πίτουρο', γαλλ.-αγγλ. pityriasis]
40605πιτυρίδαπι-τυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απολέπιση της επιδερμίδας του τριχωτού της κεφαλής που συνήθ. συνοδεύεται από ερυθρότητα και κνησμό· συνεκδ. μικρά κομμάτια νεκρού δέρματος που πέφτουν σε μορφή άσπρων ή γκριζωπών νιφάδων. Πβ. πιτυρίαση. Βλ. ξηροδερμία. [< μεσν. πιτυρίς, πιτυρίδα]
40606πίτυρο(ν)βλ. πίτουρο
40607πιτυρούχος, ος, ο [πιτυροῦχος] πι-τυ-ρού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει πίτουρο: ~ο: αλεύρι/ψωμί. Βλ. -ούχος2.
40608πίτυςπί-τυς ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. είδος πεύκου, κουκουναριά. [< αρχ. πίτυς]
40609πιχί(συντομ. π.χ.) (προφ.): παραδείγματος/λόγου χάρη.
40610πιωβλ. πίνω
40611πιώμα[πιῶμα] πιώ-μα ουσ. (ουδ.) & πιόμα (λαϊκό): μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και η επακόλουθη μέθη· συνεκδ. ποτό: Έπνιξε τη λύπη του στο ~.|| (ως επίθ.) Ήταν τόσο ~ (= λιάρδα, μεθυσμένος), που δεν θυμόταν τίποτα. [< μεσν. πιόμα]
40612πιωμένος, η, ο πιω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ: Δεν οδηγώ ~. Πβ. μεθυσμένος. Βλ. φαγωμένος. ● βλ. πίνω [< μεσν. πιωμένος]
40613ΠΚ(ο) 1. Πρόεδρος (της) Κυβερνήσεως. 2. Ποινικός Κώδικας

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.