| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 40603 | πιτυοκάμπη | πι-τυ-ο-κά-μπη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. είδος κάμπιας (επιστ. ονομασ. Thaumetopoea pityocampa) που προσβάλλει τα πεύκα: (βιολογική) καταπολέμηση της ~ης. Βλ. αεροψεκασμός, φυτοπροστασία. [< μτγν. πιτυοκάμπη] | |
| 40604 | πιτυρίαση | πι-τυ-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε ασθένεια του δέρματος με κύρια χαρακτηριστικά τον κνησμό, τον σχηματισμό κηλίδων και την απολέπιση. Πβ. πιτυρίδα. Βλ. -ίαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ποικιλόχρους πιτυρίαση βλ. ποικιλόχρους, ροδόχρους πιτυρίαση βλ. ροδόχρους [< μτγν. πιτυρίασις 'πίτουρο', γαλλ.-αγγλ. pityriasis] | |
| 40605 | πιτυρίδα | πι-τυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απολέπιση της επιδερμίδας του τριχωτού της κεφαλής που συνήθ. συνοδεύεται από ερυθρότητα και κνησμό· συνεκδ. μικρά κομμάτια νεκρού δέρματος που πέφτουν σε μορφή άσπρων ή γκριζωπών νιφάδων. Πβ. πιτυρίαση. Βλ. ξηροδερμία. [< μεσν. πιτυρίς, πιτυρίδα] | |
| 40606 | πίτυρο(ν) | βλ. πίτουρο | |
| 40607 | πιτυρούχος | , ος, ο [πιτυροῦχος] πι-τυ-ρού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει πίτουρο: ~ο: αλεύρι/ψωμί. Βλ. -ούχος2. | |
| 40608 | πίτυς | πί-τυς ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. είδος πεύκου, κουκουναριά. [< αρχ. πίτυς] | |
| 40609 | πιχί | (συντομ. π.χ.) (προφ.): παραδείγματος/λόγου χάρη. | |
| 40610 | πιω | βλ. πίνω | |
| 40611 | πιώμα | [πιῶμα] πιώ-μα ουσ. (ουδ.) & πιόμα (λαϊκό): μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και η επακόλουθη μέθη· συνεκδ. ποτό: Έπνιξε τη λύπη του στο ~.|| (ως επίθ.) Ήταν τόσο ~ (= λιάρδα, μεθυσμένος), που δεν θυμόταν τίποτα. [< μεσν. πιόμα] | |
| 40612 | πιωμένος | , η, ο πιω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ: Δεν οδηγώ ~. Πβ. μεθυσμένος. Βλ. φαγωμένος. ● βλ. πίνω [< μεσν. πιωμένος] | |
| 40613 | ΠΚ | (ο) 1. Πρόεδρος (της) Κυβερνήσεως. 2. Ποινικός Κώδικας | |
| 40614 | πλαγγόνα | πλαγ-γό-να ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. κούκλα. Πβ. νευρόσπαστο. [< αρχ. πλαγγών] | |
| 40615 | πλαγιά | πλα-γιά ουσ. (θηλ.): πλευρά βουνού, λόφου και γενικότ. υψώματος: απότομη/καταπράσινη ~. Ανεβαίνει/κατεβαίνει την ~. Πβ. βουνο~, λοφο~, κλιτύς, ράχη. Βλ. κατωφέρεια, ορθο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αλεξίπτωτο πλαγιάς βλ. αλεξίπτωτο [< μεσν. πλαγιά] | |
| 40616 | πλαγιάζω | πλα-γιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλάγια-σα, πλαγιά-σει, πλαγιάζ-οντας, πλαγια-σμένος} 1. ξαπλώνω για να ξεκουραστώ ή να κοιμηθώ: Νύσταζε και ~σε νωρίς. Πβ. αναπαύομαι, κατακλίνομαι. ΣΥΝ. πέφτω (4) 2. (μτφ.) κάνω έρωτα. ΣΥΝ. κοιμάμαι (3), συνουσιάζομαι 3. γέρνω κάτι στο πλάι, λυγίζω. ● ΦΡ.: όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω [< 1,2: μεσν. πλαγιάζω 3: μτγν. ~] | |
| 40617 | πλάγιασμα | πλά-για-σμα ουσ. (ουδ.) 1. κλίση, πλάγια θέση: ~ της μοτοσικλέτας (στις στροφές). 2. ξάπλωμα. Πβ. κατάκλιση. [< μεσν. πλάγιασμα] | |
| 40618 | πλαγιαστός | , ή, ό πλα-για-στός επίθ.: που έχει πλάγια θέση, κεκλιμένος: ~ά: γράμματα (ΑΝΤ. όρθια). ● επίρρ.: πλαγιαστά | |
| 40619 | πλαγίαυλος | πλα-γί-αυ-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΜΟΥΣ. είδος φλάουτου, κυρ. της αρχαιότητας, που κρατιέται πλάγια. Βλ. δίαυλος. [< μτγν. πλαγίαυλος] | |
| 40620 | πλαγιο- & πλαγιό- | : α' συνθετικό με τη σημασία του πλάγιος, (από) πλάγια: πλαγιό-τιτλος. Βλ. υπέρ-, υπό-.|| Πλαγιο-κόπημα. Πβ. πλευρο-. | |
| 40621 | πλαγιοδέτηση | πλα-γι-ο-δέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. τρόπος αγκυροβόλησης πλεούμενου σε μόλο, ώστε να μην παρασύρεται από τον αέρα ή τα θαλάσσια ρεύματα. | |
| 40622 | πλαγιοδετώ | [πλαγιοδετῶ] πλα-γι-ο-δε-τώ ρ. (μτβ.) {πλαγιοδετ-εί ...}: ΝΑΥΤ. αγκυροβολώ με πλαγιοδέτηση. | |