Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41200-41220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40603πιτυοκάμπηπι-τυ-ο-κά-μπη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. είδος κάμπιας (επιστ. ονομασ. Thaumetopoea pityocampa) που προσβάλλει τα πεύκα: (βιολογική) καταπολέμηση της ~ης. Βλ. αεροψεκασμός, φυτοπροστασία. [< μτγν. πιτυοκάμπη]
40604πιτυρίασηπι-τυ-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε ασθένεια του δέρματος με κύρια χαρακτηριστικά τον κνησμό, τον σχηματισμό κηλίδων και την απολέπιση. Πβ. πιτυρίδα. Βλ. -ίαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ποικιλόχρους πιτυρίαση βλ. ποικιλόχρους, ροδόχρους πιτυρίαση βλ. ροδόχρους [< μτγν. πιτυρίασις 'πίτουρο', γαλλ.-αγγλ. pityriasis]
40605πιτυρίδαπι-τυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απολέπιση της επιδερμίδας του τριχωτού της κεφαλής που συνήθ. συνοδεύεται από ερυθρότητα και κνησμό· συνεκδ. μικρά κομμάτια νεκρού δέρματος που πέφτουν σε μορφή άσπρων ή γκριζωπών νιφάδων. Πβ. πιτυρίαση. Βλ. ξηροδερμία. [< μεσν. πιτυρίς, πιτυρίδα]
40606πίτυρο(ν)βλ. πίτουρο
40607πιτυρούχος, ος, ο [πιτυροῦχος] πι-τυ-ρού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει πίτουρο: ~ο: αλεύρι/ψωμί. Βλ. -ούχος2.
40608πίτυςπί-τυς ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΒΟΤ. είδος πεύκου, κουκουναριά. [< αρχ. πίτυς]
40609πιχί(συντομ. π.χ.) (προφ.): παραδείγματος/λόγου χάρη.
40610πιωβλ. πίνω
40611πιώμα[πιῶμα] πιώ-μα ουσ. (ουδ.) & πιόμα (λαϊκό): μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και η επακόλουθη μέθη· συνεκδ. ποτό: Έπνιξε τη λύπη του στο ~.|| (ως επίθ.) Ήταν τόσο ~ (= λιάρδα, μεθυσμένος), που δεν θυμόταν τίποτα. [< μεσν. πιόμα]
40612πιωμένος, η, ο πιω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ: Δεν οδηγώ ~. Πβ. μεθυσμένος. Βλ. φαγωμένος. ● βλ. πίνω [< μεσν. πιωμένος]
40613ΠΚ(ο) 1. Πρόεδρος (της) Κυβερνήσεως. 2. Ποινικός Κώδικας
40614πλαγγόναπλαγ-γό-να ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. κούκλα. Πβ. νευρόσπαστο. [< αρχ. πλαγγών]
40615πλαγιάπλα-γιά ουσ. (θηλ.): πλευρά βουνού, λόφου και γενικότ. υψώματος: απότομη/καταπράσινη ~. Ανεβαίνει/κατεβαίνει την ~. Πβ. βουνο~, λοφο~, κλιτύς, ράχη. Βλ. κατωφέρεια, ορθο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αλεξίπτωτο πλαγιάς βλ. αλεξίπτωτο [< μεσν. πλαγιά]
40616πλαγιάζωπλα-γιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλάγια-σα, πλαγιά-σει, πλαγιάζ-οντας, πλαγια-σμένος} 1. ξαπλώνω για να ξεκουραστώ ή να κοιμηθώ: Νύσταζε και ~σε νωρίς. Πβ. αναπαύομαι, κατακλίνομαι. ΣΥΝ. πέφτω (4) 2. (μτφ.) κάνω έρωτα. ΣΥΝ. κοιμάμαι (3), συνουσιάζομαι 3. γέρνω κάτι στο πλάι, λυγίζω. ● ΦΡ.: όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω [< 1,2: μεσν. πλαγιάζω 3: μτγν. ~]
40617πλάγιασμαπλά-για-σμα ουσ. (ουδ.) 1. κλίση, πλάγια θέση: ~ της μοτοσικλέτας (στις στροφές). 2. ξάπλωμα. Πβ. κατάκλιση. [< μεσν. πλάγιασμα]
40618πλαγιαστός, ή, ό πλα-για-στός επίθ.: που έχει πλάγια θέση, κεκλιμένος: ~ά: γράμματα (ΑΝΤ. όρθια). ● επίρρ.: πλαγιαστά
40619πλαγίαυλοςπλα-γί-αυ-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΜΟΥΣ. είδος φλάουτου, κυρ. της αρχαιότητας, που κρατιέται πλάγια. Βλ. δίαυλος. [< μτγν. πλαγίαυλος]
40620πλαγιο- & πλαγιό-: α' συνθετικό με τη σημασία του πλάγιος, (από) πλάγια: πλαγιό-τιτλος. Βλ. υπέρ-, υπό-.|| Πλαγιο-κόπημα. Πβ. πλευρο-.
40621πλαγιοδέτησηπλα-γι-ο-δέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. τρόπος αγκυροβόλησης πλεούμενου σε μόλο, ώστε να μην παρασύρεται από τον αέρα ή τα θαλάσσια ρεύματα.
40622πλαγιοδετώ[πλαγιοδετῶ] πλα-γι-ο-δε-τώ ρ. (μτβ.) {πλαγιοδετ-εί ...}: ΝΑΥΤ. αγκυροβολώ με πλαγιοδέτηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.