| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40634 | πλαγιότητα | πλα-γι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλάγιου: ~ (του) ανέμου. Βλ. -ότητα. [< μτγν. πλαγιότης] | |
| 40635 | πλαγιότιτλος | πλα-γι-ό-τιτ-λος ουσ. (αρσ.): τίτλος, συνήθ. παραγράφου, που σημειώνεται στο πλάι του κειμένου. | |
| 40636 | πλαγιοφυλακή | πλα-γι-ο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικό τμήμα που προστατεύει φάλαγγα από επιθέσεις στα πλαϊνά της. Βλ. -φυλακή. | |
| 40637 | πλαγκτόν | πλα-γκτόν ουσ. (ουδ.) {πλαγκτ-ού} & πλαγκτό (περιληπτ.): ΒΙΟΛ. σύνολο έμβιων οργανισμών που αναπτύσσονται στην επιφάνεια ωκεανών, θαλασσών και λιμνών και αποτελούν τροφή ψαριών. Βλ. διάτομα, ζωο~, φυτο~, νηκτόν. [< αρχ. πλαγκτόν 'περιπλανώμενο' ουδ. του πλαγκτός, γερμ. Plankton, αγγλ. plankton, γαλλ. plancton] | |
| 40638 | πλαγκτονικός | , ή, ό πλα-γκτο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το πλαγκτόν: ~ά: είδη/τρηματοφόρα. [< γερμ. planktonisch, αγγλ. planktonic, γαλλ. planctonique] | |
| 40639 | πλαδαρεύω | πλα-δα-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πλαδάρεψε, συνήθ. στο γ΄πρόσ.}: γίνομαι πλαδαρός. | |
| 40640 | πλαδαρός | , ή, ό πλα-δα-ρός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από πλαδαρότητα: ~ή: κοιλιά. ~ό: δέρμα/σώμα. ~ά: μπράτσα. Πβ. αγύμναστος. ΑΝΤ. σφιχτός, σφριγηλός.|| (μτφ.) ~ή: αντίδραση (πβ. άτονος). ~ό: κράτος (πβ. ανοργάνωτος). ● επίρρ.: πλαδαρά [< αρχ. πλαδαρός, γαλλ. flasque] | |
| 40641 | πλαδαρότητα | πλα-δα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. χαλαρότητα δέρματος ή/και μυών. Βλ. σύσφιξη. 2. (μτφ.) έλλειψη ζωντάνιας, έντασης, συνοχής. Βλ. -ότητα. [< μτγν. πλαδαρότης ‘μαλακότητα’] | |
| 40642 | πλαζ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: παραλία, συνήθ. οργανωμένη τουριστικά, που ενδείκνυται για κολύμπι και αναψυχή: δημοτική/ιδιωτική ~. ~ (του) ΕΟΤ. Βλ. ακρογιαλιά. [< γαλλ. plage] | |
| 40644 | πλάι | πλά-ι επίρρ. (προφ.) 1. κοντά στη δεξιά ή αριστερή πλευρά ενός αντικειμένου ή προσώπου· δίπλα: ~ από το/στο κρεβάτι/σπίτι. ~ στη θάλασσα (βλ. παραθαλάσσιος)/στο ποτάμι (βλ. παραποτάμιος). Πέρασε ακριβώς/ξυστά/σχεδόν ~ του. Μένει ~ μας (: στο διπλανό διαμέρισμα).|| (μτφ.) Ήταν ευτυχισμένος ~ της. Μαθήτευσε ~ σε μεγάλους δασκάλους. ΣΥΝ. στο πλευρό. 2. (μτφ.) συγκριτικά με, σε σχέση με· ειδικότ. ισάξια: Κατέχει ισότιμη θέση ~ στους σημαντικούς συνθέτες του αιώνα. Βιβλίο που τοποθετείται ~ στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα. ● Ουσ.: το πλάι: το πλευρό ή η πλευρά, το πλάγιο τμήμα: Έρχομαι/μπαίνω από ~. Τον παρατηρούσε από ~. Η κάμερα την έδειχνε από ~ (: προφίλ). Από ~ φαίνεται ... ΣΥΝ. από τα πλάγια.|| Έβαλε το έπιπλο με ~, γιατί δεν χωρούσε. Έπεσε με ~ (: με τα πλευρά). Με κοίταζε με ~ (: με την άκρη) του ματιού του.|| Γέρνω/γυρίζω/σπρώχνω προς ~. ΣΥΝ. προς τα πλάγια. ● ΦΡ.: πλάι-πλάι: (για πρόσωπα ή πράγματα) πολύ κοντά το ένα με το άλλο: τοποθετημένα ~ ~. Κάθονται/περπατούν ~ ~. ΣΥΝ. δίπλα-δίπλα., στο πλάι: πλάγια, παραπλεύρως: βήματα/χωρίστρα ~ ~. Παντελόνι με ραφή/τσέπη ~ ~. Φιλέτο με πατάτες ~ ~ (: ως συνοδευτικό). Γέρνω/κοιμάμαι ~ ~(: ακουμπώντας στη μία πλευρά του σώματος). Ξάπλωσε/προχωρούσε ~ ~ της.|| (μτφ.) Έχω καλούς συνεργάτες ~ ~ μου (: να με βοηθούν). Θα βρίσκομαι/είμαι πάντα ~ ~ σου (= στο πλευρό σου, θα σε στηρίζω)!|| (μτφ.) Εμφανίζεται ~ ~ γνωστής τραγουδίστριας (= κοντά σε, μαζί με).|| (μτφ.) Το συναίσθημα μπαίνει/πηγαίνει ~ ~ (: στην άκρη, στο περιθώριο) και κυριαρχεί η λογική., στέκομαι στο πλευρό/στο πλάι κάποιου/δίπλα σε κάποιον βλ. στέκομαι [< μεσν. πλάγι(ν)] | |
| 40645 | πλαϊνός | , ή, ό πλα-ϊ-νός επίθ.: που βρίσκεται πλάι σε κάτι ή κάποιον, διπλανός: ~ή: πόρτα. ~ό: δωμάτιο. ~ές: πλευρές. ~ά: μέρη. Πβ. παρακείμενος, παράπλευρος.|| (ως ουσ.) Ο ~ μου (: που κάθεται δίπλα μου). ● Ουσ.: πλαϊνά (τα): (συνήθ. για πλεούμενα) πλάγια τοιχώματα, πλευρές που βρίσκονται στο πλάι: ~ του πλοίου.|| ~ του αμαξώματος/δρόμου (= τα πλάγια). [< μεσν. πλαγινός] | |
| 40646 | πλαίσιο | πλαί-σι-ο ουσ. (ουδ.) {πλαισί-ου} 1. (μτφ.) νοητά όρια μέσα στα οποία εκδηλώνεται κάτι: δημοσιονομικό/διεκδικητικό/εργασιακό/κανονιστικό/ρυθμιστικό/χρονικό ~. Το θεωρητικό ~ ενός μαθήματος (πβ. υπόβαθρο). Το (βασικό) ~ λειτουργίας ενός προγράμματος. Προτάσεις ανάπτυξης σε περιφερειακό/τοπικό ~. Καθορίζεται/προτείνεται ένα νέο ~ ανάλυσης/αναφοράς/αρχών/δράσης. Κινούνται μέσα σε (ένα) ασφυκτικό ~/αυστηρά ~α. Έργο που εντάσσεται στο γενικό/ευρύτερο ~ συνεργασίας των δύο φορέων. Δεν περιορίζεται σε στενά ~α.|| Βιβλίο/συγγραφέας που εξετάζει/παρουσιάζει/συνθέτει το διεθνές/ιστορικό/οικονομικό/πνευματικό/πολιτικό/πολιτιστικό ~ της εποχής. Πβ. συνθήκες.|| Το παιδί μέσα στο οικογενειακό/σχολικό ~. Πβ. περιβάλλον. 2. καθετί, συνήθ. κατασκευή, που περιβάλλει και εσωκλείει κάτι: ορθογώνιο/τετράγωνο ~. Ανοξείδωτο/μεταλλικό/ξύλινο ~. Διακοσμητικό ~. Το ~ του καθρέφτη/της οθόνης (: του Η/Υ ή της τηλεόρασης)/του παραθύρου/της πόρτας (= κάσα). Φωτογραφία με/χωρίς ~ (= κορνίζα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΥΠΟΓΡ.) Μαύρο ~ γύρω από την εικόνα. Κείμενο μέσα σε ~/(λόγ.) εντός ~ου. 3. σκελετός (κατασκευής): το ~ του αυτοκινήτου (= σασί)/της μοτοσικλέτας/του ποδηλάτου.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~α δαπέδων/οροφών. 4. ΠΛΗΡΟΦ. {συνήθ. στον πληθ.} αρχείο HTML το οποίο ενεργεί ως δομή μιας σύνθετης ιστοσελίδας που είναι χωρισμένη οριζόντια ή κατακόρυφα σε πολλά επιμέρους τμήματα, ανεξάρτητα μεταξύ τους. ● Υποκ.: πλαισιάκι (το): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ακρ. ΕΣΠΑ): ΠΟΛΙΤ. έγγραφο αναφοράς για τον προγραμματισμό των Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε εθνικό επίπεδο για συγκεκριμένη χρονική περίοδο: ~ ~ 2007-2013. [< αγγλ. National Strategic Reference Framework (NSRF)] , Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες): έγγραφο της αρμόδιας για θέματα παιδείας Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης, στο οποίο περιγράφονται οι γνώσεις και δεξιότητες που πρέπει να αναπτύξουν οι μαθητές, ώστε να χρησιμοποιούν μια ξένη γλώσσα, για να επικοινωνούν, και ορίζονται τα επίπεδα γλωσσομάθειας. [< αγγλ. Common European Framework of Reference (for languages)] , πλαίσιο/παράθυρο διαλόγου: ΠΛΗΡΟΦ. που εμφανίζεται συνήθ. αυτόματα στην οθόνη του υπολογιστή, παρέχοντας στον χρήστη πληροφορίες για τη λειτουργία ενός προγράμματος ή ζητώντας την εισαγωγή δεδομένων. [< αγγλ. dialogue box, 1984] , αριθμός πλαισίου βλ. αριθμός, Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης βλ. κοινοτικός, νόμος-πλαίσιο βλ. νόμος, Πρόγραμμα Πλαίσιο βλ. πρόγραμμα, σύμβαση(-)πλαίσιο βλ. σύμβαση, φωτοβολταϊκό πάνελ βλ. φωτοβολταϊκός ● ΦΡ.: (μέσα) στα/έξω από τα πλαίσια/το πλαίσιο & (λόγ.) εντός/εκτός του πλαισίου/των πλαισίων: σύμφωνα με/αντίθετα προς: Αρμοδιότητα που βρίσκεται/εντάσσεται μέσα στα δημοκρατικά πλαίσια των καθηκόντων του.|| Δρουν εκτός/εντός θεσμικού/νομικού/νομοθετικού ~ου (= παράνομα/νόμιμα)., σε γενικά πλαίσια: σε γενικές γραμμές., σε λογικά πλαίσια: για κάτι που δεν είναι υπερβολικό: Τιμές που κυμαίνονται ~ ~., στο πλαίσιο (+ γεν.) & μέσα στο πλαίσιο & στα πλαίσια & μέσα στα πλαίσια: επ' ευκαιρία, με αφορμή, κατά τη διάρκεια: συνέντευξη Τύπου ~ ~ της διάσκεψης κορυφής. Εκδηλώσεις ~ ~ του εορτασμού της 25ης Μαρτίου. [< αγγλ. (with)in the framework of, γαλλ. dans le cadre de] , κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού βλ. δυνατός [< 1,2: αρχ. πλαίσιον 3: γερμ. Rahmen 4: αγγλ. frame] | |
| 40647 | πλαισίωμα | πλαι-σί-ω-μα ουσ. (ουδ.): πλαίσιο ή πλαισίωση. | |
| 40648 | πλαισιώνω | πλαι-σι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {πλαισίω-σε, πλαισιώ-σει, -θηκε, -θεί, πλαισιών-οντας, πλαισιω-μένος, (λόγ. μτχ. ενεστ.) πλαισι-ούμενος} 1. (μτφ.) συμπληρώνω, συνοδεύω∙ (συνήθ. για πρόσωπα) βρίσκομαι στο περιβάλλον κάποιου και δρω συνεργατικά: Το φεστιβάλ ~εται από έκθεση ζωγραφικής.|| Αξιόλογοι συνεργάτες ~ουν τον υπουργό. 2. κλείνω κάτι σε πλαίσιο, περιβάλλω: Κορνίζα που ~ει τη φωτογραφία. Πβ. κορνιζάρω, καδράρω.|| Η λίμνη ~εται από πυκνή βλάστηση. Πβ. περι-ζώνω, -στοιχίζω. [< 1: γαλλ. encadrer 2: μτγν. πλαισιῶ] | |
| 40649 | πλαισίωση | πλαι-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλαισιώνω: (μτφ.) θεσμική/ιστορική/νομική ~.|| ~ του πρωταγωνιστή από νέους ηθοποιούς.|| (κυριολ.) ~ με κορνίζα (= κορνιζάρισμα). [< γαλλ. encadrement] | |
| 40650 | πλάκα | πλά-κα ουσ. (θηλ.) {πλακ-ών} 1. επιφάνεια από σκληρό υλικό, συνήθ. επίπεδη, ορθογώνια ή τετράγωνη, με μικρό (σχετικά) πάχος, προορισμένη για ποικίλες χρήσεις· (ειδικότ., ΟΙΚΟΔ.) ως υλικό επίστρωσης ή ως βάση στήριξης, θεμελίωσης: εντοιχισμένη (πέτρινη) ~. Τοποθετήθηκε αναμνηστική ~ στο σπίτι του ποιητή. Πβ. πλακέτα. Βλ. πινακίδα, ταφόπλακα. Γυάλινες/μεταλλικές ~ες.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ανάγλυφες/αναθηματικές/ενεπίγραφες/επιτύμβιες ~ες. Βλ. στήλη.|| (ΟΙΚΟΔ.) Θερμομονωτικές/μαρμάρινες ~ες. ~ες γρανίτη/σκυροδέματος (= τσιμεντόπλακες)/σχιστόλιθου. ~ες δαπέδου/πεζοδρομίου (πβ. άβακες). Επένδυση (τοίχου) με ~ες Καρύστου/Πηλίου. Στέγη με ~ (: επίπεδη, όχι με κεραμίδια). Η αυλή στρώθηκε με ~ες (= πλακοστρώθηκε). Βλ. πλακ-άκι, -ίδιο. (για κτίριο) Η ~ του ισογείου/πρώτου ορόφου. Έπεσε/έριξαν και την τελευταία ~ (: του τελευταίου ορόφου).|| (μτφ., για μέρος του σώματος) Κοιλιά/στήθος ~ (ΣΥΝ. επίπεδος, ίσιος). 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: καφετιέρα με θερμαινόμενη ~. Σίδερο με ανοξείδωτη ~. Τοστιέρα με αποσπώμενες αντικολλητικές/κεραμικές ~ες (ψησίματος).|| ~ από σαπούνι. ~ες σοκολάτας (βλ. μπάρα)/χρυσού (= ράβδοι).|| Η ~ του ρολογιού (= καντράν).|| (παλαιότ.) ~ες γραμμοφώνου (= δίσκοι). ~ γραφής και κονδύλι.|| (ΦΩΤΟΓΡ., επιφάνεια πάνω στην οποία αποτυπώνεται η εικόνα) Φωτογραφικές ~ (βλ. φιλμ). (Γυάλινες) αρνητικές ~ες (= αρνητικά).|| (ΙΑΤΡ.) (Ακτινογραφικές) ~ες (= ακτινογραφίες).|| (ΤΥΠΟΓΡ.) Εκτυπωτικές (= τσίγκοι)/τυπογραφικές ~ες. Λιθογραφικές/χαλκογραφικές ~ες.|| (ΦΥΣ.) ~ συσσωρευτή (= ηλεκτρόδιο). 3. αστείο, πείραγμα, φάρσα: αθώα/κακόγουστη/καλοπροαίρετη/χοντρή/χοντροκομμένη ~. Κάνει ~ (= αστειεύεται). Και η ~ έχει τα όριά της. Άσε/κόψε την ~ (και) να μιλήσουμε σοβαρά. Πβ. καζούρα, καλαμπούρι, χαβαλές, φάση.|| Το ρίχνει στην ~ (= το διασκεδάζει).|| Πέρα από την/χωρίς ~ (= για να μιλήσω σοβαρά), δεν θυμάμαι να έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο! 4. ΓΕΩΛ. λιθοσφαιρικό συμπαγές τμήμα του γήινου φλοιού: (βορειο/νοτιο)αμερικανική/ανταρκτική/αφρικανική/ευρασιατική/ινδο-αυστραλιανή ~. Τεκτονική των ~ών. 5. ΙΑΤΡ. μικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας: ερυθηματώδης/ινώδης ~. Ψωρίαση κατά ~ες. ● Υποκ.: πλακίτσα (η): στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: οδοντική πλάκα & μικροβιακή πλάκα & (προφ.) πλάκα: ΙΑΤΡ. κολλώδες, υπόλευκο ή διαφανές στρώμα από βακτήρια και υπολείμματα τροφών που σχηματίζεται σε καθημερινή βάση στην επιφάνεια των δοντιών: ανάπτυξη/δημιουργία/συσσώρευση ~ής ~ας. Απομάκρυνση/αφαίρεση της ~ής ~ας (: με καλό καθαρισμό). Βλ. ουλίτιδα, τερηδόνα, τρυγία. [< γαλλ. plaque dentaire] , τελική κινητική πλάκα & τελική πλάκα: ΙΑΤΡ. περιοχή της μυϊκής ίνας όπου γίνεται η νευρομυϊκή σύναψη., άγραφο χαρτί βλ. άγραφος, αθηρωματική πλάκα βλ. αθηρωματικός, μυκητοειδής πλάκα βλ. μυκητοειδής, σκλήρυνση κατά πλάκας βλ. σκλήρυνση, τεκτονική/λιθοσφαιρική πλάκα βλ. λιθοσφαιρικός ● ΦΡ.: για πλάκα (προφ.): όχι για σοβαρό λόγο ή σκοπό: Το είπα/έκανα ~ ~ (: γι΄αστείο, για να γελάσουμε)., για την πλάκα μου (προφ.): επειδή μου αρέσει, όχι επειδή είναι ανάγκη: Γράφει ~ ~ της (: για χόμπι). Βλ. γουστάρω., κάποιος/κάτι έχει (πολλή) πλάκα (προφ.): είναι πολύ αστείο(ς), διασκεδαστικό(ς), ευχάριστο(ς)., παθαίνω πλάκα (προφ.): μένω αποσβολωμένος, εκπλήσσομαι (ευχάριστα ή δυσάρεστα): Έπαθε ~ όταν το έμαθε. Έχω πάθει την ~ μου/την ~ της ζωής μου μαζί της (= δάγκωσα τη λαμαρίνα, την ερωτεύτηκα)! ΣΥΝ. μένω (7), μένω κάγκελο, παθαίνω κολούμπρα, παθαίνω σοκ (2), παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι (προφ.): δεν δίνω σημασία, δεν αντιμετωπίζω σοβαρά: Μάς πήραν ~. Το όλο θέμα το έχω πάρει ~ ~., πλάκα πλάκα (προφ.): αστεία-αστεία, εδώ που τα λέμε: ~ ~, δεν τα πήγαμε και άσχημα!, σπάω πλάκα (προφ.): διασκεδάζω, αστειεύομαι: Σπάνε ~ μαζί του/σε βάρος μας. Βλ. χαβαλεδιάζω. , της πλάκας (προφ.): χαμηλής ποιότητας: κοσμήματα/ρούχα/συσκευές ~ ~.|| Κείμενα/συζητήσεις ~ ~ (= ανούσια/ες). Πβ. για γέλια., (έχει) πλάκα τα γαλόνια βλ. γαλόνι2, έχει γούστο/πλάκα (να ...) βλ. έχω, το γύρισε στ' αστείο/στην πλάκα βλ. γυρίζω [< 1,2: μτγν. πλάξ, μεσν. πλάκα, γαλλ. plaque 3: γαλλ. blague 4: αγγλ. plate, 1904, plate tectonics, 1969 5: γαλλ. plaque, αγγλ. patch, plate, plaque] | |
| 40651 | πλακάζ | πλα-κάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (κυρ. στην επιπλοποιία) σχάρα ή πλέγμα από πήχεις (ξύλινους ή μεταλλικούς), που επενδύεται συνήθ. με άλλο υλικό (κυρ. κόντρα πλακέ, φορμάικα, καπλαμά) και συνεκδ. η αντίστοιχη επένδυση. [< γαλλ. placage] | |
| 40652 | πλακάκι | πλα-κά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. πλακάκια} : μικρή πλάκα από πηλό για την επένδυση δαπέδων, τοίχων και ενίοτε άλλων επιφανειών: κεραμικά/λευκά/χρωματιστά ~ια. ~ια κουζίνας/μπάνιου. ~ια ματ/πορσελάνης (: γυαλιστερά). ~ια εξωτερικών χώρων (: ανάγλυφα για να μη γλιστρούν). Πάτωμα με ~ια ή μάρμαρο. Τα ~ια έπεσαν/ξεκόλλησαν (από τον σεισμό). Βάζω/περνάω ~ια. Ξηλώνω τα ~ια. Βλ. είδη υγιεινής, μωσαϊκό, υαλότουβλο. ΣΥΝ. πλακίδιο (1) ● ΦΡ.: τα κάνω πλακάκια (με κάποιον) (αρνητ. συνυποδ.): συνεργάζομαι, ακολουθώ κοινή τακτική ή έρχομαι σε συμφωνία με κάποιον, για την εξυπηρέτηση αμοιβαίων συμφερόντων, συνήθ. με σκοπό την αλληλοκάλυψη. Πβ. τα βρίσκω με κάποιον. | |
| 40653 | πλακάς | πλα-κάς ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που καλύπτει επιφάνειες με πλάκες ή/και πλακάκια ή έμπορος αυτών των υλικών. Βλ. -άς, μαρμαράς. ΣΥΝ. πλακατζής (2) | |
| 40654 | πλακάτ | πλα-κάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πινακίδα, επιγραφή, συνήθ. από χαρτόνι, στηριγμένη πάνω σε κοντάρι, στην οποία αναγράφονται συνθήματα και χρησιμοποιείται κυρ. σε διαδηλώσεις: Οι διαδηλωτές κρατούσαν ~ και σημαίες. Βλ. πανό. ΣΥΝ. πικέτα [< γερμ. Plakat, γαλλ. placard] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ