| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40623 | πλαγιοδρομία | πλα-γι-ο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. πλεύση ιστιοφόρου με τον άνεμο από τα πλάγια, κάθετα στα πανιά και την καρίνα. Βλ. -δρομία. | |
| 40624 | πλαγιοδρομώ | [πλαγιοδρομῶ] πλα-γι-ο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {πλαγιοδρομ-είς ...}: πλέω με πλαγιοδρομία. [< γαλλ. courir vent de travers] | |
| 40625 | πλαγιόκαννο | πλα-γι-ό-καν-νο ουσ. (ουδ.): δίκαννο κυνηγετικό όπλο με τις κάννες κολλητές τη μία πλάι στην άλλη: δισκάνδαλα ~α. Βλ. αλληλεπίθετο, μονό-, δί-καννος. | |
| 40626 | πλαγιόκλαδος | , η, ο πλα-γι-ό-κλα-δος επίθ.: ΒΟΤ. που τα κλαδιά του αναπτύσσονται πλάγια σε σχέση με τον κορμό: κυπαρίσσι ~ο. ΑΝΤ. ορθόκλαδος | |
| 40627 | πλαγιόκλαστο | πλα-γι-ό-κλα-στο ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. συστατικό των εκρηξιγενών πετρωμάτων που ανήκει στην ομάδα των αστρίων και περιέχει ασβέστιο και νάτριο. Βλ. ορθόκλαστο. [< γαλλ.-αγγλ. plagioclase] | |
| 40628 | πλαγιοκόπηση | πλα-γι-ο-κό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & πλαγιοκόπημα (το) (απαιτ. λεξιλόγ.): επίθεση, χτύπημα από τα πλάγια. ΣΥΝ. πλευροκόπηση | |
| 40629 | πλαγιοκοπώ | [πλαγιοκοπῶ] πλα-γι-ο-κο-πώ ρ. (μτβ.) {πλαγιοκοπ-είς ...| πλαγιοκόπ-ησα, συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. επιχειρώ επίθεση, επιφέρω πλήγμα από τα πλάγια: Τα στρατεύματα ~ησαν την εχθρική παράταξη.|| (μτφ.) Οι αρνητικές εξελίξεις ~ούν την κυβέρνηση. Πβ. πλήττω. Βλ. πολιορκώ.|| (στο ποδόσφαιρο) Ο παίκτης ~ησε την άμυνα των αντιπάλων. Βλ. -κοπώ. ΣΥΝ. πλευροκοπώ 2. (σπάν.-μτφ.) πλευρίζω, προσεγγίζω έμμεσα. | |
| 40630 | πλαγιοκόφτης | πλα-γι-ο-κό-φτης ουσ. (αρσ.): είδος πένσας για λοξή κοπή κυρ. καλωδίων ή συρμάτων· συνεκδ. το μεταλλικό άκρο του σχετικού εργαλείου: ~ ηλεκτρολόγου. ~-απογυμνωτής. Πβ. κόφτης.|| Μυτοτσίμπιδο με ~η. | |
| 40631 | πλαγιολίσθηση | πλα-γι-ο-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.): (συνήθ. στο ράλι) ολίσθηση οχήματος με το πλευρικό του τμήμα: ελεγχόμενη ~. Πβ. εξολίσθηση, παντιλίκια. Βλ. ντελαπάρισμα. | |
| 40632 | πλαγιομετωπικός | , ή, ό πλα-γι-ο-με-τω-πι-κός επίθ.: που πέφτει ορμητικά ή γίνεται στο πλάγιο και μετωπικό τμήμα αντικειμένου: ~οί: άνεμοι.|| ~ή: σύγκρουση (κ. ως ουσ. η ~ή).|| (μτφ.) ~ή: επίθεση εναντίον/κατά ... Πβ. σφοδρός. ● επίρρ.: πλαγιομετωπικά | |
| 40633 | πλάγιος | , α, ο πλά-γι-ος επίθ. {(λόγ.) -ία} 1. που έχει κλίση, με αποτέλεσμα να σχηματίζει γωνία: ~α: στάση (= πλαγιαστή). ~ο: επίπεδο/παραλληλόγραμμο.|| ~α: βολή/θέση (σώματος).|| Ξυλογραφία/χάραξη σε ~ο ξύλο. ΣΥΝ. κεκλιμένος, λοξός (1) ΑΝΤ. ίσιος (1), κατακόρυφος (1), όρθιος (1) 2. που βρίσκεται στο πλάι ή κατευθύνεται από το πλάι: ~ος: τίτλος (= πλαγιότιτλος)/φωτισμός. ~α: όψη κτιρίου (βλ. κάτοψη, πρόσοψη). ~οι: αερόσακοι (= πλευρικοί)/τοίχοι. ~α: βήματα (: προς τα αριστερά ή δεξιά). (ΑΝΑΤ.) Άνω, ~οι και κάτω κοιλιακοί μύες.|| ~α: ματιά. ~ο: βλέμμα. Βλ. λοξοκοίταγμα.|| (ΑΘΛ.) Κεφαλιά/σουτ από ~α θέση. ~ αμυντικός/επιθετικός. ΣΥΝ. παράπλευρος (1), πλαϊνός 3. (μτφ.) έμμεσος, υπαινικτικός: Προσπάθησε να μάθει με ~ο τρόπο. ΑΝΤ. ευθύς (2) 4. (μτφ.) αθέμιτος, αντικανονικός, παράνομος: ~ες: ενέργειες/μέθοδοι. Χρησιμοποίησε ~α μέσα. Δέχεται ~α επίθεση (από συναδέλφους του). Βλ. παράτυπος, υπόγειος, ύπουλος. ● Ουσ.: πλάγια (τα): οι πλευρές, το πλάι, το πλαϊνό τμήμα: στα ~ του κεφαλιού/του οχήματος/της συσκευής. Το φόρεμα έχει δύο τσέπες/μικρό σκίσιμο στα ~. Σκόραρε από τα ~. Κατευθύνθηκαν προς τα ~ του κάστρου. ● επίρρ.: πλάγια & (λόγ.) πλαγίως: ~ στο φως.|| (μτφ.) Αναφέρθηκε ~ως στο θέμα (πβ. έμμεσα, ΑΝΤ. ευθέως, στα ίσια).|| Ενεργεί/κινείται ~ως (= ύπουλα). ● ΣΥΜΠΛ.: ήχος πλάγιος (στη βυζαντινή μουσική): καθένας από τους τέσσερις τελευταίους τρόπους στη σειρά της οκταηχίας: ~ ~ α' (/του πρώτου)/β' (/του δευτέρου)/γ' (/του τρίτου ή βαρύς)/δ' (/του τετάρτου).Ύμνος που ψάλλεται σε ~ο ~ο., πλάγια γράμματα & πλάγια γραφή & πλάγια/κυρτά στοιχεία & πλάγιοι χαρακτήρες: ΤΥΠΟΓΡ. που έχουν κλίση προς τα δεξιά. ΑΝΤ. όρθια γράμματα/στοιχεία., πλάγια γραμμή: ΑΘΛ. καθεμιά από τις δύο παράλληλες γραμμές που ορίζουν τις μεγάλες πλευρές αγωνιστικού χώρου: επαναφορά της μπάλας από την ~ ~. Βλ. γραμμές τέρματος., πλάγια ερώτηση: ΓΡΑΜΜ. σε πλάγιο λόγο. ΑΝΤ. ευθεία ερώτηση, πλάγιο (άουτ) (στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. το πέρασμα της μπάλας έξω από τις πλάγιες γραμμές του αγωνιστικού χώρου και η επαναφορά της: Απέκρουσε/έδιωξε την μπάλα σε ~ ~. Εκτέλεσε το ~ ~. ΣΥΝ. αράουτ, πλάγιος άνεμος: που πνέει στα πλευρά συνήθ. ενός σκάφους ή οχήματος: Επικρατούσαν/φυσούσαν ισχυροί ~οι ~οι., πλάγιος λόγος : ΓΡΑΜΜ. η μεταφορά των λόγων ενός προσώπου έμμεσα, δηλ. μέσω ενός άλλου: Π.χ. Είπε ότι θα αργήσει. ΑΝΤ. ευθύς λόγος, πλαγία μυατροφική σκλήρυνση βλ. σκλήρυνση, πλάγιες πτώσεις βλ. πτώση, πλάγιος ίππος βλ. ίππος ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου & (σπάν.) πλάγια συγγένεια: ΝΟΜ. μεταξύ προσώπων πoυ κατάγovται από τov ίδιo αvιόvτα: Έvα άτoμo είvαι συγγεvής σε ~ ~ με τov αδελφό, θείo ή ξάδερφό τoυ. ΑΝΤ. σε ευθεία γραμμή (2), διά της πλαγίας/τεθλασμένης οδού βλ. οδός, με πλάγια μέσα βλ. μέσο, σε ήχο πλάγιο βλ. ήχος [< 1,2: αρχ. πλάγιος 3,4: γαλλ. oblique] | |
| 40634 | πλαγιότητα | πλα-γι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλάγιου: ~ (του) ανέμου. Βλ. -ότητα. [< μτγν. πλαγιότης] | |
| 40635 | πλαγιότιτλος | πλα-γι-ό-τιτ-λος ουσ. (αρσ.): τίτλος, συνήθ. παραγράφου, που σημειώνεται στο πλάι του κειμένου. | |
| 40636 | πλαγιοφυλακή | πλα-γι-ο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικό τμήμα που προστατεύει φάλαγγα από επιθέσεις στα πλαϊνά της. Βλ. -φυλακή. | |
| 40637 | πλαγκτόν | πλα-γκτόν ουσ. (ουδ.) {πλαγκτ-ού} & πλαγκτό (περιληπτ.): ΒΙΟΛ. σύνολο έμβιων οργανισμών που αναπτύσσονται στην επιφάνεια ωκεανών, θαλασσών και λιμνών και αποτελούν τροφή ψαριών. Βλ. διάτομα, ζωο~, φυτο~, νηκτόν. [< αρχ. πλαγκτόν 'περιπλανώμενο' ουδ. του πλαγκτός, γερμ. Plankton, αγγλ. plankton, γαλλ. plancton] | |
| 40638 | πλαγκτονικός | , ή, ό πλα-γκτο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το πλαγκτόν: ~ά: είδη/τρηματοφόρα. [< γερμ. planktonisch, αγγλ. planktonic, γαλλ. planctonique] | |
| 40639 | πλαδαρεύω | πλα-δα-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πλαδάρεψε, συνήθ. στο γ΄πρόσ.}: γίνομαι πλαδαρός. | |
| 40640 | πλαδαρός | , ή, ό πλα-δα-ρός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από πλαδαρότητα: ~ή: κοιλιά. ~ό: δέρμα/σώμα. ~ά: μπράτσα. Πβ. αγύμναστος. ΑΝΤ. σφιχτός, σφριγηλός.|| (μτφ.) ~ή: αντίδραση (πβ. άτονος). ~ό: κράτος (πβ. ανοργάνωτος). ● επίρρ.: πλαδαρά [< αρχ. πλαδαρός, γαλλ. flasque] | |
| 40641 | πλαδαρότητα | πλα-δα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. χαλαρότητα δέρματος ή/και μυών. Βλ. σύσφιξη. 2. (μτφ.) έλλειψη ζωντάνιας, έντασης, συνοχής. Βλ. -ότητα. [< μτγν. πλαδαρότης ‘μαλακότητα’] | |
| 40642 | πλαζ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: παραλία, συνήθ. οργανωμένη τουριστικά, που ενδείκνυται για κολύμπι και αναψυχή: δημοτική/ιδιωτική ~. ~ (του) ΕΟΤ. Βλ. ακρογιαλιά. [< γαλλ. plage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ