| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40655 | πλακατζής | πλα-κα-τζής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που συνηθίζει να κάνει αστεία. Πβ. καλαμπουρ-, χαβαλε-, χωρατα-τζής, φαρσέρ. 2. (σπάν.-λαϊκό) πλακάς. Βλ. -τζής. | |
| 40656 | πλακατζίδικος | , η, ο πλα-κα-τζί-δι-κος επίθ. (προφ.): αστείος, που προκαλεί γέλιο. Βλ. -τζίδικος. | |
| 40657 | πλακάτο | , η, ο πλα-κά-το επίθ./ουσ. (το): ΤΥΠΟΓΡ. ατόφιο χρώμα που εκτυπώνεται ομοιόμορφα. [< ιταλ. placcato] | |
| 40658 | πλακέ | πλα-κέ επίθ. {άκλ.}: επίπεδος σαν πλάκα, με σχήμα λεπτό και πλατύ: ~ καλώδιο/μπαταρία. Πβ. πεπλατυσμένος, πλακ-οειδής, -ώδης. ● Ουσ.: πλακέ (το): μέταλλο επιστρωμένο με χρυσό ή ασήμι. [< γαλλ. plaqué] | |
| 40659 | πλακέτα | πλα-κέ-τα ουσ. (θηλ.): μικρή πλάκα για ειδικές χρήσεις: μεταλλική ~.|| Αναμνηστική ~. Του απένειμαν/(παρ)έδωσαν τιμητική ~ για την προσφορά του στον πολιτισμό. Πβ. πλακίδιο.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ηλεκτρονική ~. ~ (επέκτασης) μνήμης/οθόνης. Πβ. τσιπ1. Βλ. -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: μητρική (κάρτα/πλακέτα) βλ. μητρικός1 [< γαλλ. plaquette] | |
| 40660 | πλακί | πλα-κί επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος μαγειρέματος λαδερού φαγητού, συνήθ. με ντομάτα και κρεμμύδι σε ταψί ή άλλο ρηχό σκεύος που ψήνεται κυρ. στον φούρνο και συνεκδ. το ίδιο το φαγητό: γίγαντες/μπακαλιάρος ~. Βλ. σοτέ. [< μτγν. πλακίον ‘πλακίδιο’, μεσν. πλακί(ν) ‘πλάκα για ψήσιμο πίτας’] | |
| 40661 | πλακίδιο | πλα-κί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (επίσ.) πλακάκι: ~α δαπέδου/μπάνιου. 2. μικρή πλακέτα: μεταλλικό ~. (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~α πυριτίου (βλ. τσιπ1). Βλ. -ίδιο. | |
| 40662 | πλακιώτικος | , η, ο πλα-κιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Πλάκα (συνοικία της Αθήνας): ~η: ταβέρνα. ~ο: σπίτι. ~α: στενά. | |
| 40663 | πλακοειδής | , ής, ές πλα-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.): επίπεδος, με σχήμα πλάκας: (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ής: εναλλάκτης (θερμότητας). Πβ. πλακέ. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. πλακώδης [< μεσν. πλακοειδής] | |
| 40664 | πλακοραφή | πλα-κο-ρα-φή ουσ. (θηλ.): εξωτερική (διπλή) ραφή που γίνεται με το χέρι ή με μηχανή σε υφάσματα. Βλ. τιγκέλι. | |
| 40665 | πλακοσκεπή | πλα-κο-σκε-πή ουσ. (θηλ.): σκεπή κατασκευασμένη με πλάκες. Βλ. κεραμοσκεπή. | |
| 40666 | πλακοσκεπής | , ής, ές πλα-κο-σκε-πής επίθ. (λόγ.): σκεπασμένος, καλυμμένος με πλάκες: ~ής: αγωγός (ομβρίων υδάτων)/οχετός. Βλ. -σκεπής. | |
| 40667 | πλακοστρώνω | πλα-κο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {πλακόστρω-σε, πλακοστρώ-σει, -θηκε, -θεί, πλακοστρών-οντας, πλακοστρω-μένος}: καλύπτω επιφάνεια με πλάκες: Οδός που έχει πεζοδρομηθεί και ~θεί. ~μένο: μονοπάτι (= πλακόστρωτο). Πβ. λιθοστρώνω. | |
| 40668 | πλακόστρωση | πλα-κό-στρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πλακοστρώνω: παραδοσιακή ~. ~ πεζοδρομίων. Διαμόρφωση και ~ πλατείας. Εργασίες/υλικά ~ης. Πβ. λιθόστρωση. Βλ. -στρωση. [< γαλλ. dallage] | |
| 40669 | πλακόστρωτος | , η, ο πλα-κό-στρω-τος επίθ.: στρωμένος με πλάκες: ~η: αυλή. ~ο: δάπεδο/μονοπάτι. Πβ. λιθόστρωτος. Βλ. -στρωτος. ● Ουσ.: πλακόστρωτο (το): δρόμος ή γενικότ. επιφάνεια που έχει πλακοστρωθεί: Έκαναν βόλτα στα ~α. Βλ. καλντερίμι. [< γαλλ. dallé] | |
| 40670 | πλακούντας | πλα-κού-ντας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΑΝΑΤ. όργανο των θηλυκών ανώτερων θηλαστικών με το οποίο συνδέεται το έμβρυο με τη μήτρα κατά την κύηση και είναι απαραίτητο για την τροφή και την ανάπτυξη του εμβρύου· αποβάλλεται μετά τον τοκετό: οπίσθιος/χαμηλός ~ (: ανάλογα με τη θέση του). Ο ~ παράγει ορμόνες απαραίτητες για επιτυχή εγκυμοσύνη. Βλ. ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη. 2. κατάλοιπο μετά την εξαγωγή λαδιού από τον σπόρο φυτών, πλούσιο σε πρωτεΐνες, το οποίο χρησιμοποιείται σε ζωοτροφές. 3. ΜΑΓΕΙΡ. -ΑΡΧ. πίτα ή γλύκισμα από ζύμη με μέλι, ξηρούς καρπούς και μυρωδικά. ● ΣΥΜΠΛ.: προδρομικός πλακούντας & πρόδρομος πλακούντας: ΙΑΤΡ. που καλύπτει ολόκληρος ή εν μέρει τον τράχηλο της μήτρας. [< νεολατ. placenta previa] , αποκόλληση πλακούντα βλ. αποκόλληση [< αρχ. πλακοῦς] | |
| 40671 | πλακουτσωτός | , ή, ό πλα-κου-τσω-τός επίθ.: που είναι ή φαίνεται συμπιεσμένος: ~ή: μύτη (= πλακουτσομύτης). Πβ. πεπλατυσμένος. | |
| 40672 | πλακώδης | , ης, ες πλα-κώ-δης επίθ. (λόγ.): πλακοειδής: (ΙΑΤΡ.) ~ες: επιθήλιο. ~η: κύτταρα. Πβ. πλακέ. Βλ. -ώδης. [< αρχ. πλακώδης] | |
| 40673 | πλάκωμα | πλά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) σωματική ή κυρ. ψυχική ενόχληση, δυσφορία: ~ στο στήθος.|| ~ στην καρδιά/στην ψυχή (= ψυχο~). Έχω/νιώθω ένα ~. Πβ. αγκούσα. ΣΥΝ. βάρος (2) 2. (μτφ.) ξυλοδαρμός, καβγάς ή γενικότ. σύγκρουση, διαμάχη: άγριο ~. Πβ. μαλλιοτράβηγμα, σκοτωμός. 3. (σπάν.-κυριολ.) άσκηση πίεσης, σύνθλιψη, κάλυψη με κάτι ογκώδες. [< μεσν. πλάκωμα] | |
| 40674 | πλακώνω | πλα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {πλάκω-σε, πλακώ-σει, -θηκε, -θεί, πλακών-οντας, πλακω-μένος} (προφ.) 1. πέφτω με δύναμη και καλύπτω κάποιον ή κάτι με τον όγκο μου, προκαλώντας συνήθ. ζημιά ή τραυματισμό: Τον ~σε η στέγη. ~θηκαν (: ποδοπατήθηκαν) από τους πίσω. ~μένοι από πέτρες και ξύλα/κάτω από τα συντρίμμια.|| Έπεσαν τα δοκάρια και του ~σαν το χέρι/~θηκε το πόδι του. Βλ. κατα~.|| (μτφ.) (Μας) ~σε (= κάλυψε, σκέπασε) το σκοτάδι. 2. (μτφ.) δέρνω, ξυλοφορτώνω: Τον ~σαν στις κλοτσιές/μπουνιές/σφαλιάρες/φάπες/στα χαστούκια. Θα σε ~σω (= σπάσω) στο ξύλο! 3. (μτφ.) καταναλώνω αλόγιστα ή γενικότ. κάνω κάτι με υπερβολή: ~σαν τα γλυκά. ~θήκανε (= όρμησαν) στα τσίπουρα/στο φαΐ.|| Τον ~σαν στις ενέσεις/στα φάρμακα.|| ~θηκε στο διάβασμα (= έπεσε/ρίχτηκε με τα μούτρα)/στις δίαιτες. ΣΥΝ. ξεσκίζομαι. ● πλακώνει (μτφ.) 1. ασκεί έντονη ψυχική πίεση, προκαλεί εξαιρετικά δυσάρεστη, αφόρητη ή αδιέξοδη κατάσταση: Ένα βάρος μού ~ (= βαραίνει, πιέζει) το στήθος/την ψυχή (= είμαι στενοχωρημένος· πβ. ψυχοπλακώνω). ~θηκε η καρδιά μου (= καταστενοχωρήθηκα). Πβ. καταθλίβω.|| Βαριά φτώχεια/χείμαρρος απόγνωσης τούς είχε ~σει. ~μένοι από τα προβλήματα. 2. καταφθάνει ή εμφανίζεται ξαφνικά και σε έντονο βαθμό: Άρχισε να ~ (= αριβάρει) κόσμος/πελατεία. ~σαν οι δημοσιογράφοι/τα κανάλια/τα κουνούπια/οι συγγενείς. Πβ. συρρέω.|| ~σε καταιγίδα (= ενέσκηψε, ξέσπασε)/κρύο/χειμώνας. ~σαν οι ζέστες/τα τηλεφωνήματα. Έχει ~σει (= πέσει) πολλή δουλειά. ● Παθ.: πλακώνομαι με κάποιον: έρχομαι στα χέρια, διαπληκτίζομαι: ~θηκαν (άγρια/στο ξύλο). Είναι ~μένοι (= τσακωμένοι). ● ΦΡ.: θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει! (εμφατ.-ενίοτε ειρων.): για κάτι που θεωρείται μεγάλη αμαρτία ή εξωφρενικό: Μη λες τέτοια πράγματα, ~ ~!, πάει πλακωμένος (μτφ.-προφ.): οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα: Πάνε ~οι στην Εθνική. Μπαίνουν ~οι στις στροφές.|| Το πάει ~ο (ενν. το αυτοκίνητο)., αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει βλ. παινεύω, να πέσει το ταβάνι να με πλακώσει βλ. ταβάνι, σφίγγουν/πλακώνουν/πιάνουν οι ζέστες/τα κρύα βλ. ζέστη, τον πλάκωσε το πάπλωμα βλ. πάπλωμα [< μεσν. πλακώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ