| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40664 | πλακοραφή | πλα-κο-ρα-φή ουσ. (θηλ.): εξωτερική (διπλή) ραφή που γίνεται με το χέρι ή με μηχανή σε υφάσματα. Βλ. τιγκέλι. | |
| 40665 | πλακοσκεπή | πλα-κο-σκε-πή ουσ. (θηλ.): σκεπή κατασκευασμένη με πλάκες. Βλ. κεραμοσκεπή. | |
| 40666 | πλακοσκεπής | , ής, ές πλα-κο-σκε-πής επίθ. (λόγ.): σκεπασμένος, καλυμμένος με πλάκες: ~ής: αγωγός (ομβρίων υδάτων)/οχετός. Βλ. -σκεπής. | |
| 40667 | πλακοστρώνω | πλα-κο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {πλακόστρω-σε, πλακοστρώ-σει, -θηκε, -θεί, πλακοστρών-οντας, πλακοστρω-μένος}: καλύπτω επιφάνεια με πλάκες: Οδός που έχει πεζοδρομηθεί και ~θεί. ~μένο: μονοπάτι (= πλακόστρωτο). Πβ. λιθοστρώνω. | |
| 40668 | πλακόστρωση | πλα-κό-στρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του πλακοστρώνω: παραδοσιακή ~. ~ πεζοδρομίων. Διαμόρφωση και ~ πλατείας. Εργασίες/υλικά ~ης. Πβ. λιθόστρωση. Βλ. -στρωση. [< γαλλ. dallage] | |
| 40669 | πλακόστρωτος | , η, ο πλα-κό-στρω-τος επίθ.: στρωμένος με πλάκες: ~η: αυλή. ~ο: δάπεδο/μονοπάτι. Πβ. λιθόστρωτος. Βλ. -στρωτος. ● Ουσ.: πλακόστρωτο (το): δρόμος ή γενικότ. επιφάνεια που έχει πλακοστρωθεί: Έκαναν βόλτα στα ~α. Βλ. καλντερίμι. [< γαλλ. dallé] | |
| 40670 | πλακούντας | πλα-κού-ντας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΑΝΑΤ. όργανο των θηλυκών ανώτερων θηλαστικών με το οποίο συνδέεται το έμβρυο με τη μήτρα κατά την κύηση και είναι απαραίτητο για την τροφή και την ανάπτυξη του εμβρύου· αποβάλλεται μετά τον τοκετό: οπίσθιος/χαμηλός ~ (: ανάλογα με τη θέση του). Ο ~ παράγει ορμόνες απαραίτητες για επιτυχή εγκυμοσύνη. Βλ. ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη. 2. κατάλοιπο μετά την εξαγωγή λαδιού από τον σπόρο φυτών, πλούσιο σε πρωτεΐνες, το οποίο χρησιμοποιείται σε ζωοτροφές. 3. ΜΑΓΕΙΡ. -ΑΡΧ. πίτα ή γλύκισμα από ζύμη με μέλι, ξηρούς καρπούς και μυρωδικά. ● ΣΥΜΠΛ.: προδρομικός πλακούντας & πρόδρομος πλακούντας: ΙΑΤΡ. που καλύπτει ολόκληρος ή εν μέρει τον τράχηλο της μήτρας. [< νεολατ. placenta previa] , αποκόλληση πλακούντα βλ. αποκόλληση [< αρχ. πλακοῦς] | |
| 40671 | πλακουτσωτός | , ή, ό πλα-κου-τσω-τός επίθ.: που είναι ή φαίνεται συμπιεσμένος: ~ή: μύτη (= πλακουτσομύτης). Πβ. πεπλατυσμένος. | |
| 40672 | πλακώδης | , ης, ες πλα-κώ-δης επίθ. (λόγ.): πλακοειδής: (ΙΑΤΡ.) ~ες: επιθήλιο. ~η: κύτταρα. Πβ. πλακέ. Βλ. -ώδης. [< αρχ. πλακώδης] | |
| 40673 | πλάκωμα | πλά-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) σωματική ή κυρ. ψυχική ενόχληση, δυσφορία: ~ στο στήθος.|| ~ στην καρδιά/στην ψυχή (= ψυχο~). Έχω/νιώθω ένα ~. Πβ. αγκούσα. ΣΥΝ. βάρος (2) 2. (μτφ.) ξυλοδαρμός, καβγάς ή γενικότ. σύγκρουση, διαμάχη: άγριο ~. Πβ. μαλλιοτράβηγμα, σκοτωμός. 3. (σπάν.-κυριολ.) άσκηση πίεσης, σύνθλιψη, κάλυψη με κάτι ογκώδες. [< μεσν. πλάκωμα] | |
| 40674 | πλακώνω | πλα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {πλάκω-σε, πλακώ-σει, -θηκε, -θεί, πλακών-οντας, πλακω-μένος} (προφ.) 1. πέφτω με δύναμη και καλύπτω κάποιον ή κάτι με τον όγκο μου, προκαλώντας συνήθ. ζημιά ή τραυματισμό: Τον ~σε η στέγη. ~θηκαν (: ποδοπατήθηκαν) από τους πίσω. ~μένοι από πέτρες και ξύλα/κάτω από τα συντρίμμια.|| Έπεσαν τα δοκάρια και του ~σαν το χέρι/~θηκε το πόδι του. Βλ. κατα~.|| (μτφ.) (Μας) ~σε (= κάλυψε, σκέπασε) το σκοτάδι. 2. (μτφ.) δέρνω, ξυλοφορτώνω: Τον ~σαν στις κλοτσιές/μπουνιές/σφαλιάρες/φάπες/στα χαστούκια. Θα σε ~σω (= σπάσω) στο ξύλο! 3. (μτφ.) καταναλώνω αλόγιστα ή γενικότ. κάνω κάτι με υπερβολή: ~σαν τα γλυκά. ~θήκανε (= όρμησαν) στα τσίπουρα/στο φαΐ.|| Τον ~σαν στις ενέσεις/στα φάρμακα.|| ~θηκε στο διάβασμα (= έπεσε/ρίχτηκε με τα μούτρα)/στις δίαιτες. ΣΥΝ. ξεσκίζομαι. ● πλακώνει (μτφ.) 1. ασκεί έντονη ψυχική πίεση, προκαλεί εξαιρετικά δυσάρεστη, αφόρητη ή αδιέξοδη κατάσταση: Ένα βάρος μού ~ (= βαραίνει, πιέζει) το στήθος/την ψυχή (= είμαι στενοχωρημένος· πβ. ψυχοπλακώνω). ~θηκε η καρδιά μου (= καταστενοχωρήθηκα). Πβ. καταθλίβω.|| Βαριά φτώχεια/χείμαρρος απόγνωσης τούς είχε ~σει. ~μένοι από τα προβλήματα. 2. καταφθάνει ή εμφανίζεται ξαφνικά και σε έντονο βαθμό: Άρχισε να ~ (= αριβάρει) κόσμος/πελατεία. ~σαν οι δημοσιογράφοι/τα κανάλια/τα κουνούπια/οι συγγενείς. Πβ. συρρέω.|| ~σε καταιγίδα (= ενέσκηψε, ξέσπασε)/κρύο/χειμώνας. ~σαν οι ζέστες/τα τηλεφωνήματα. Έχει ~σει (= πέσει) πολλή δουλειά. ● Παθ.: πλακώνομαι με κάποιον: έρχομαι στα χέρια, διαπληκτίζομαι: ~θηκαν (άγρια/στο ξύλο). Είναι ~μένοι (= τσακωμένοι). ● ΦΡ.: θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει! (εμφατ.-ενίοτε ειρων.): για κάτι που θεωρείται μεγάλη αμαρτία ή εξωφρενικό: Μη λες τέτοια πράγματα, ~ ~!, πάει πλακωμένος (μτφ.-προφ.): οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα: Πάνε ~οι στην Εθνική. Μπαίνουν ~οι στις στροφές.|| Το πάει ~ο (ενν. το αυτοκίνητο)., αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει βλ. παινεύω, να πέσει το ταβάνι να με πλακώσει βλ. ταβάνι, σφίγγουν/πλακώνουν/πιάνουν οι ζέστες/τα κρύα βλ. ζέστη, τον πλάκωσε το πάπλωμα βλ. πάπλωμα [< μεσν. πλακώνω] | |
| 40675 | πλακωτός | , ή, ό πλα-κω-τός επίθ. 1. επίπεδος, πλακουτσωτός. 2. (σπάν.) πλακόστρωτος. ● Ουσ.: πλακωτό (το): παιχνίδι στο τάβλι. Βλ. πόρτες, φεύγα. [< μεσν. πλακωτός] | |
| 40676 | πλανάρισμα | πλα-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλανάρω. Βλ. -ισμα. | |
| 40677 | πλανάρω | πλα-νά-ρω ρ. (αμτβ.) {πλανάρ-ισα, κ. πλάναρ-α, -σμένος} & πλανιάρω: (σπάν.-προφ.) λειαίνω, πλανίζω. ● πλανάρει 1. ΝΑΥΤ. (για σκάφος) πλέει γρήγορα και ομαλά, έχοντας ευθυγραμμισμένη την πλώρη με την πρύμνη. 2. (για πουλί ή αεροσκάφος) αιωρείται, πετάει ομαλά. [< 1: αγγλ. plane 2: αγγλ. ~, γαλλ. planer] [< βεν. planare] | |
| 40678 | πλάνεμα | πλά-νε-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παραπλάνηση. Πβ. ξεγέλασμα, ξελόγιασμα. Βλ. σαγήνη. [< μεσν. πλάνεμα] | |
| 40679 | πλανερός | , ή, ό πλα-νε-ρός επίθ.: παραπλανητικός, απατηλός. Βλ. -ερός. | |
| 40680 | πλανεύτρα | πλα-νεύ-τρα ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. πλανευτής} (λογοτ.): οτιδήποτε παρασύρει, σαγηνεύει με τη γοητεία του· (κατ' επέκτ., για πρόσ.) που παραπλανά, εξαπατά: ~ της καρδιάς. Πβ. καρδιοκλέφτρα.|| (ως επίθ.) ~ πόλη. Θάλασσα ~. Βλ. γητευτής. ΣΥΝ. μαγεύτρα, μάγισσα (2), ξελογιάστρα, ξεμυαλίστρα [< γαλλ. séductrice] | |
| 40681 | πλανεύω | πλα-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {πλάν-εψα, πλαν-εύτηκα, -εμένος, πλανεύ-οντας} (προφ.-λογοτ.): γοητεύω, μαγεύω και κατ' επέκτ. παραπλανώ, ξεγελώ: Τον ~εψε η ομορφιά της. Πβ. γητεύω, μαυλίζω, ξελογιάζω, ξεμυαλίζω.|| Τους ~εψαν με υποσχέσεις. Πβ. εξαπατώ. ● Μτχ.: πλανεμένος , η, ο & πλανημένος 1. εσφαλμένος, πεπλανημένος: ~η: άποψη. 2. παραπλανημένος, ξεγελασμένος. [< μεσν. πλανεύω] | |
| 40682 | πλάνη1 | πλά-νη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εσφαλμένη αντίληψη, λάθος, σφάλμα: ιστορική/(ΦΙΛΟΣ.) λογική ~. Μύθοι και ~ες. Eίναι ~ να θεωρήσει κανείς ότι ... Bρίσκομαι/πέφτω/υποπίπτω σε ~. Βγαίνω/ελευθερώνομαι από την ~. Ζει μέσα στην ~ (= στο ψέμα). Οι υποσχέσεις της αποδείχτηκαν ~ες. Πβ. αυταπάτη, παρανόηση, ψευδαίσθηση.|| (ειδικότ.-ΝΟΜ., άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της πραγματικότητας) Νομική/πραγματική ~. Ουσιώδης ή μη ουσιώδης ~. Θύμα δικαστικής ~ης. Ακύρωση (δικαιοπραξίας) λόγω ~ης, απάτης ή απειλής. Παρατυπίες που δεν οφείλονται σε παραδρομή ή συγγνωστή ~, αλλά σε πρόθεση.|| (ΘΡΗΣΚ.) Δογματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμή και πλάνη: ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος μάθησης με την οποία επιτυγχάνεται η σωστή λύση ή το επιθυμητό αποτέλεσμα μέσα από μια διαδικασία αποτυχημένων προσπαθειών. [< αγγλ. trial and error] ● ΦΡ.: (και έσται) η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης (αρχαιοπρ.): οι συνέπειες ενός δεύτερου κατά σειρά λάθους θα είναι χειρότερες από αυτές του πρώτου., πλανάται πλάνη(ν) οικτρά(ν) βλ. πλανώ [< αρχ. πλάνη] | |
| 40683 | πλάνη2 | πλά-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ή εργαλείο που χρησιμοποιείται για εξομάλυνση, λείανση και κατεργασία σκληρών, συνήθ. ξύλινων, επιφανειών: ηλεκτρική ~. Πβ. τριβ-είο, -ίδι. Βλ. φρέζα, τόρνος. ΣΥΝ. ροκάνι [< λατ. plana] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ