Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41260-41280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40675πλακωτός, ή, ό πλα-κω-τός επίθ. 1. επίπεδος, πλακουτσωτός. 2. (σπάν.) πλακόστρωτος. ● Ουσ.: πλακωτό (το): παιχνίδι στο τάβλι. Βλ. πόρτες, φεύγα. [< μεσν. πλακωτός]
40676πλανάρισμαπλα-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλανάρω. Βλ. -ισμα.
40677πλανάρωπλα-νά-ρω ρ. (αμτβ.) {πλανάρ-ισα, κ. πλάναρ-α, -σμένος} & πλανιάρω: (σπάν.-προφ.) λειαίνω, πλανίζω. ● πλανάρει 1. ΝΑΥΤ. (για σκάφος) πλέει γρήγορα και ομαλά, έχοντας ευθυγραμμισμένη την πλώρη με την πρύμνη. 2. (για πουλί ή αεροσκάφος) αιωρείται, πετάει ομαλά. [< 1: αγγλ. plane 2: αγγλ. ~, γαλλ. planer] [< βεν. planare]
40678πλάνεμαπλά-νε-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παραπλάνηση. Πβ. ξεγέλασμα, ξελόγιασμα. Βλ. σαγήνη. [< μεσν. πλάνεμα]
40679πλανερός, ή, ό πλα-νε-ρός επίθ.: παραπλανητικός, απατηλός. Βλ. -ερός.
40680πλανεύτραπλα-νεύ-τρα ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. πλανευτής} (λογοτ.): οτιδήποτε παρασύρει, σαγηνεύει με τη γοητεία του· (κατ' επέκτ., για πρόσ.) που παραπλανά, εξαπατά: ~ της καρδιάς. Πβ. καρδιοκλέφτρα.|| (ως επίθ.) ~ πόλη. Θάλασσα ~. Βλ. γητευτής. ΣΥΝ. μαγεύτρα, μάγισσα (2), ξελογιάστρα, ξεμυαλίστρα [< γαλλ. séductrice]
40681πλανεύωπλα-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {πλάν-εψα, πλαν-εύτηκα, -εμένος, πλανεύ-οντας} (προφ.-λογοτ.): γοητεύω, μαγεύω και κατ' επέκτ. παραπλανώ, ξεγελώ: Τον ~εψε η ομορφιά της. Πβ. γητεύω, μαυλίζω, ξελογιάζω, ξεμυαλίζω.|| Τους ~εψαν με υποσχέσεις. Πβ. εξαπατώ. ● Μτχ.: πλανεμένος , η, ο & πλανημένος 1. εσφαλμένος, πεπλανημένος: ~η: άποψη. 2. παραπλανημένος, ξεγελασμένος. [< μεσν. πλανεύω]
40682πλάνη1πλά-νη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εσφαλμένη αντίληψη, λάθος, σφάλμα: ιστορική/(ΦΙΛΟΣ.) λογική ~. Μύθοι και ~ες. Eίναι ~ να θεωρήσει κανείς ότι ... Bρίσκομαι/πέφτω/υποπίπτω σε ~. Βγαίνω/ελευθερώνομαι από την ~. Ζει μέσα στην ~ (= στο ψέμα). Οι υποσχέσεις της αποδείχτηκαν ~ες. Πβ. αυταπάτη, παρανόηση, ψευδαίσθηση.|| (ειδικότ.-ΝΟΜ., άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της πραγματικότητας) Νομική/πραγματική ~. Ουσιώδης ή μη ουσιώδης ~. Θύμα δικαστικής ~ης. Ακύρωση (δικαιοπραξίας) λόγω ~ης, απάτης ή απειλής. Παρατυπίες που δεν οφείλονται σε παραδρομή ή συγγνωστή ~, αλλά σε πρόθεση.|| (ΘΡΗΣΚ.) Δογματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμή και πλάνη: ΠΑΙΔΑΓ. μέθοδος μάθησης με την οποία επιτυγχάνεται η σωστή λύση ή το επιθυμητό αποτέλεσμα μέσα από μια διαδικασία αποτυχημένων προσπαθειών. [< αγγλ. trial and error] ● ΦΡ.: (και έσται) η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης (αρχαιοπρ.): οι συνέπειες ενός δεύτερου κατά σειρά λάθους θα είναι χειρότερες από αυτές του πρώτου., πλανάται πλάνη(ν) οικτρά(ν) βλ. πλανώ [< αρχ. πλάνη]
40683πλάνη2πλά-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ή εργαλείο που χρησιμοποιείται για εξομάλυνση, λείανση και κατεργασία σκληρών, συνήθ. ξύλινων, επιφανειών: ηλεκτρική ~. Πβ. τριβ-είο, -ίδι. Βλ. φρέζα, τόρνος. ΣΥΝ. ροκάνι [< λατ. plana]
40684πλάνηςπλά-νης επίθ./ουσ. {μόνο αρσ., πλάν-ητος | -ητες} (αρχαιοπρ.): που δεν έχει μόνιμη κατοικία και μετακινείται συνέχεια, περιπλανώμενος: ~ητες και ανέστιοι. ΣΥΝ. πλανόβιος [< αρχ. πλάνης]
40685πλανητάριοπλα-νη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: εγκατάσταση με κεκλιμένα καθίσματα και θολωτή οθόνη, όπου αναπαριστώνται τρισδιάστατα με οπτικοακουστικά μέσα συνήθ. η ουράνια σφαίρα και τα αστρικά σώματα∙ συνεκδ. το κτίριο και η αίθουσα όπου στεγάζεται: ψηφιακό ~. Βλ. αστεροσκοπείο, τεχνοπάρκο. ΣΥΝ. πλανητοσκόπιο [< αγγλ. planetarium, γαλλ. planétarium, 1932]
40686πλανητάρχηςπλα-νη-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) (συχνά ειρων.): ο πρόεδρος των ΗΠΑ: ο επόμενος/μελλοντικός ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ες του μπάσκετ. Πβ. κυρίαρχος. Βλ. -άρχης, κυβερνήτης.
40687πλανηταρχικός, ή, ό πλα-νη-ταρ-χι-κός επίθ. (συχνά ειρων.): που σχετίζεται με τον πλανητάρχη.
40688πλανήτηςπλα-νή-της ουσ. (αρσ.) {πλανητών} 1. ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλο ετερόφωτο ουράνιο σώμα σφαιρικού σχήματος που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο ή έναν αστέρα: κατοικήσιμος ~. Κίνηση/τροχιές (των) ~ών. Οι ~ες του ηλιακού συστήματος είναι οκτώ (: Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης, Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδώνας). Βλ. αστέρι, εξω~, κομήτης, Πλούτωνας.|| (ειδικότ. η Γη:) Ο ~ μας. Σώστε τον ~η! Ο μισός σχεδόν ~ (: ο μισός πληθυσμός του) ζει σε πόλεις.|| (μτφ.) Είναι από/ζει σε/ήρθε από άλλον ~η (: είναι στον κόσμο του, εκτός τόπου και χρόνου· βλ. ούφο). 2. ΑΣΤΡΟΛ. ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Πλούτωνας και οι επτά πλανήτες του ηλιακού συστήματος (εκτός της Γης) ως πηγές ενέργειας ή συναίσθησης που επηρεάζουν την προσωπικότητα και τις σχέσεις των ανθρώπων: ανάδρομος ~. Θέσεις ~ών. Βλ. ζώδιο, σύνοδος, ωροσκόπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινος πλανήτης: ΑΣΤΡΟΝ. ο Άρης., πλανήτης νάνος: ΑΣΤΡΟΝ. μικρό ουράνιο σώμα που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο, έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα και δεν είναι δορυφόρος άλλου πλανήτη: Το ηλιακό σύστημα έχει πέντε ~ες ~ους: τη Δήμητρα, τον Πλούτωνα, την Έριδα, τον Μακεμάκε και τη Χαουμέια. Βλ. αστέρι. [< αγγλ. dwarf planet, 1993] , υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη βλ. υπερθέρμανση [< μτγν. πλανήτης, γαλλ. planète, αγγλ. planet]
40689πλανητικός, ή, ό πλα-νη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους πλανήτες ή ειδικότ. στη Γη: ~ή: επιστήμη (= πλανητολογία)/θερμοκρασία.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) ~οί: συνδυασμοί. ~ές: επιδράσεις.|| (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) Το ~ό μοντέλο του ατόμου (: για τη δομή του).|| ~ή: υπερδύναμη (βλ. ΗΠΑ). Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: πλανητικό σύστημα: ΑΣΤΡΟΝ. σύνολο πλανητών που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο ή κάποιον αστέρα. [< γαλλ. système planétaire] , παγκόσμιο/πλανητικό χωριό βλ. χωριό, πλανητικό νεφέλωμα βλ. νεφέλωμα [< μτγν. πλανητικός ‘περιφερόμενος’, γαλλ. planétaire, αγγλ. planetary, planetical]
40690πλανητοειδής, ής, ές πλα-νη-το-ει-δής επίθ./ουσ. (επιστ.): ΑΣΤΡΟΝ. που μοιάζει με πλανήτη· (ως ουσ.) το αντίστοιχο ουράνιο σώμα μικρού μεγέθους: ~ές: αντικείμενο.|| Μάζα του ~ούς. Βλ. -ειδής, Πλούτωνας. [< γαλλ. planétoïde, αγγλ. planetoid]
40691πλανητολογίαπλα-νη-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π) & πλανητική επιστήμη: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά τους πλανήτες και τους δορυφόρους τους. Βλ. αστροφυσική, -λογία. [< πβ. αγγλ. planetology, γαλλ. planétologie, 1974, αγγλ. planetary science, 1969]
40692πλανητολόγοςπλα-νη-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης και έρευνας την πλανητολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. planetologist, 1933, γαλλ. planétologue, 1974]
40693πλανητοσκόπιοπλα-νη-το-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): πλανητάριο. Βλ. -σκόπιο.
40694πλανιάρωβλ. πλανάρω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.