Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41280-41300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40684πλάνηςπλά-νης επίθ./ουσ. {μόνο αρσ., πλάν-ητος | -ητες} (αρχαιοπρ.): που δεν έχει μόνιμη κατοικία και μετακινείται συνέχεια, περιπλανώμενος: ~ητες και ανέστιοι. ΣΥΝ. πλανόβιος [< αρχ. πλάνης]
40685πλανητάριοπλα-νη-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: εγκατάσταση με κεκλιμένα καθίσματα και θολωτή οθόνη, όπου αναπαριστώνται τρισδιάστατα με οπτικοακουστικά μέσα συνήθ. η ουράνια σφαίρα και τα αστρικά σώματα∙ συνεκδ. το κτίριο και η αίθουσα όπου στεγάζεται: ψηφιακό ~. Βλ. αστεροσκοπείο, τεχνοπάρκο. ΣΥΝ. πλανητοσκόπιο [< αγγλ. planetarium, γαλλ. planétarium, 1932]
40686πλανητάρχηςπλα-νη-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) (συχνά ειρων.): ο πρόεδρος των ΗΠΑ: ο επόμενος/μελλοντικός ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ες του μπάσκετ. Πβ. κυρίαρχος. Βλ. -άρχης, κυβερνήτης.
40687πλανηταρχικός, ή, ό πλα-νη-ταρ-χι-κός επίθ. (συχνά ειρων.): που σχετίζεται με τον πλανητάρχη.
40688πλανήτηςπλα-νή-της ουσ. (αρσ.) {πλανητών} 1. ΑΣΤΡΟΝ. μεγάλο ετερόφωτο ουράνιο σώμα σφαιρικού σχήματος που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο ή έναν αστέρα: κατοικήσιμος ~. Κίνηση/τροχιές (των) ~ών. Οι ~ες του ηλιακού συστήματος είναι οκτώ (: Ερμής, Αφροδίτη, Γη, Άρης, Δίας, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδώνας). Βλ. αστέρι, εξω~, κομήτης, Πλούτωνας.|| (ειδικότ. η Γη:) Ο ~ μας. Σώστε τον ~η! Ο μισός σχεδόν ~ (: ο μισός πληθυσμός του) ζει σε πόλεις.|| (μτφ.) Είναι από/ζει σε/ήρθε από άλλον ~η (: είναι στον κόσμο του, εκτός τόπου και χρόνου· βλ. ούφο). 2. ΑΣΤΡΟΛ. ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Πλούτωνας και οι επτά πλανήτες του ηλιακού συστήματος (εκτός της Γης) ως πηγές ενέργειας ή συναίσθησης που επηρεάζουν την προσωπικότητα και τις σχέσεις των ανθρώπων: ανάδρομος ~. Θέσεις ~ών. Βλ. ζώδιο, σύνοδος, ωροσκόπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινος πλανήτης: ΑΣΤΡΟΝ. ο Άρης., πλανήτης νάνος: ΑΣΤΡΟΝ. μικρό ουράνιο σώμα που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο, έχει σχεδόν σφαιρικό σχήμα και δεν είναι δορυφόρος άλλου πλανήτη: Το ηλιακό σύστημα έχει πέντε ~ες ~ους: τη Δήμητρα, τον Πλούτωνα, την Έριδα, τον Μακεμάκε και τη Χαουμέια. Βλ. αστέρι. [< αγγλ. dwarf planet, 1993] , υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη βλ. υπερθέρμανση [< μτγν. πλανήτης, γαλλ. planète, αγγλ. planet]
40689πλανητικός, ή, ό πλα-νη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους πλανήτες ή ειδικότ. στη Γη: ~ή: επιστήμη (= πλανητολογία)/θερμοκρασία.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) ~οί: συνδυασμοί. ~ές: επιδράσεις.|| (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) Το ~ό μοντέλο του ατόμου (: για τη δομή του).|| ~ή: υπερδύναμη (βλ. ΗΠΑ). Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: πλανητικό σύστημα: ΑΣΤΡΟΝ. σύνολο πλανητών που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο ή κάποιον αστέρα. [< γαλλ. système planétaire] , παγκόσμιο/πλανητικό χωριό βλ. χωριό, πλανητικό νεφέλωμα βλ. νεφέλωμα [< μτγν. πλανητικός ‘περιφερόμενος’, γαλλ. planétaire, αγγλ. planetary, planetical]
40690πλανητοειδής, ής, ές πλα-νη-το-ει-δής επίθ./ουσ. (επιστ.): ΑΣΤΡΟΝ. που μοιάζει με πλανήτη· (ως ουσ.) το αντίστοιχο ουράνιο σώμα μικρού μεγέθους: ~ές: αντικείμενο.|| Μάζα του ~ούς. Βλ. -ειδής, Πλούτωνας. [< γαλλ. planétoïde, αγγλ. planetoid]
40691πλανητολογίαπλα-νη-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π) & πλανητική επιστήμη: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά τους πλανήτες και τους δορυφόρους τους. Βλ. αστροφυσική, -λογία. [< πβ. αγγλ. planetology, γαλλ. planétologie, 1974, αγγλ. planetary science, 1969]
40692πλανητολόγοςπλα-νη-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης και έρευνας την πλανητολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. planetologist, 1933, γαλλ. planétologue, 1974]
40693πλανητοσκόπιοπλα-νη-το-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): πλανητάριο. Βλ. -σκόπιο.
40694πλανιάρωβλ. πλανάρω
40695πλανίζωπλα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {πλάνι-σε, -σμένος}: λειαίνω μια επιφάνεια, χρησιμοποιώντας πλάνη. ΣΥΝ. πλανάρω, ροκανίζω (3)
40696πλάνισμαπλά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλανίζω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. πλανάρισμα, ροκάνισμα
40697πλάνοπλά-νο ουσ. (ουδ.) 1. πρόγραμμα, σχέδιο που αναλύει έναν ευρύτερο στόχο σε επιμέρους στάδια: επενδυτικό/επιχειρηματικό/οικονομικό ~. Δεκαετές/εβδομαδιαίο/ετήσιο ~. ~ ανάπτυξης/δράσης/ενεργειών/εργασίας/μαθήματος/μάρκετινγκ. Έλλειψη ~ου (= προγραμματισμού, σχεδιασμού). ~ Β (βλ. σχέδιο Β). Κατάρτιση/υλοποίηση ενός ~ου. Δεν υπάρχει (ένα) καθορισμένο/σαφές/συγκεκριμένο ~. Δεν έχουν ~/κινούνται χωρίς ~. Άλλαξαν τα ~α του. Ακολουθώ/εφαρμόζω/καταστρώνω/τροποποιώ το ~. Όλα έγιναν σύμφωνα με το (αρχικό/βασικό) ~. Η αγορά ενός σπιτιού δεν βρίσκεται/είναι/περιλαμβάνεται στα ~α τους. Πβ. ατζέντα. 2. σχεδιάγραμμα: ~ βιβλιοθήκης/θέσεων. Γενικό ~ του εκθεσιακού χώρου. 3. ΚΙΝΗΜ. η πιο μικρή ενότητα ενός φιλμ· συνεκδ. λήψη: κινηματογραφικά/τηλεοπτικά/ψηφιακά ~α. Αμοντάριστα/μονταρισμένα ~α. Εξωτερικά/εσωτερικά ~α (: σε εξωτερικούς/εσωτερικούς χώρους). Σταθερά/στατικά ~α. ~α αρχείου. Τράβηξε ένα γενικό ~ του χώρου/κοντινό ~ (= γκρο πλαν) της ηθοποιού. Παρακολουθώ/προβάλλονται ~α της ταινίας/από την ταινία. Βλ. κάδρο, καρέ, σεκάνς, σκηνή. ● ΣΥΜΠΛ.: αμερικανικό πλάνο: ΚΙΝΗΜ. στο οποίο οι άνθρωποι καδράρονται από το κεφάλι μέχρι τα γόνατα. [< γαλλ. plan americain] , πλάνο εδραίωσης: ΚΙΝΗΜ. γενικό πλάνο με το οποίο προβάλλονται τα αντικείμενα, οι ηθοποιοί και οι μεταξύ τους σχέσεις στον χώρο: Ταινία που ξεκινά με ένα ~ ~., σε πρώτο/δεύτερο πλάνο 1. (μτφ.) σε πρώτη/δεύτερη θέση από άποψη ενδιαφέροντος, σπουδαιότητας: Ερώτημα/θέμα/πρόβλημα που έρχεται/περνά/μπαίνει σε πρώτο ~ (: στο επίκεντρο της προσοχής). Βάζω/θέτω (κάτι) ~ ~. Ο πολιτισμός (βρίσκεται/έμεινε) σε δεύτερο ~ (: μπήκε σε δεύτερη μοίρα). 2. ΚΙΝΗΜ. -ΦΩΤΟΓΡ. στο μπροστινό/πίσω μέρος της εικόνας: Στο πρώτο ~ διακρίνεται ... Σε δεύτερο ~ φαίνεται ... (πβ. φόντο). [< γαλλ. au premier/second plan ] [< γαλλ. plan]
40698πλανόβιος, α, ο πλα-νό-βι-ος επίθ. (λόγ.): περιπλανώμενος. Βλ. -βιος. ΣΥΝ. πλάνης
40699πλανόδιος, α, ο πλα-νό-δι-ος επίθ.: που δεν έχει μόνιμη και σταθερή, κυρ. επαγγελματική, στέγη και περιφέρεται: ~ος: έμπορος/ζωγράφος/θίασος/μουσικός. ~ο: εμπόριο (= υπαίθριο)/τσίρκο. || (ως ουσ.) Αγόρασα λουλούδια από έναν ~ο (ενν. μικροπωλητή). [< αρχ. πλανόδιος]
40700πλάνος, α, ο πλά-νος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που εξαπατά, παρασύρει, ξελογιάζει με τη γοητεία του: ~ες: ελπίδες. ~α: λόγια. Πβ. απατηλός, παραπλανητικός.|| ~α: μάτια. Βλ. λαο~. [< αρχ. πλάνος]
40701πλάνταγμαπλά-νταγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): έντονο συναίσθημα (στενοχώρια, οργή, αναστάτωση) ή μεγάλη δυσφορία που προκαλεί ξέσπασμα∙ συνεκδ. κλάμα. Βλ. οδυρμός.
40702πλαντάζωπλα-ντά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλάντα-ξα} (προφ.) & (λαϊκό-διαλεκτ.) πλαντώ 1. ασφυκτιώ, κυριεύομαι από έντονα αρνητικά συναισθήματα, δυσφορώ. 2. (σπάν.) εξαντλώ, ταλαιπωρώ ή στενοχωρώ πολύ κάποιον. ● ΦΡ.: (μπα) που να σκάσεις (και να πλαντάξεις) βλ. σκάω, σπαράζω/πλαντάζω/βαλαντώνω/σκάω στο κλάμα βλ. κλάμα [< μεσν. πλαντάζω]
40703πλανώ[πλανῶ] πλα-νώ ρ. (μτβ.) {πλαν-άς ... | πλάν-εψα (σπάν. λογιότ.) -εσα, πλανιέμαι (λόγ.) -ώμαι, -άσαι ..., -ήθηκα, -εμένος (λόγ.) -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.): παραπλανώ. Βλ. πλανεύω. ● Παθ.: πλανιέμαι & (λόγ.) πλανώμαι 1. περιπλανιέμαι: ~ήθηκαν στα πέλαγα/σε ερηµιές και βουνά/σε χώρες μακρινές.|| (μτφ.) Το βλέμμα/η ματιά της ~θηκε στον χώρο. Η σκέψη του ~θηκε στα περασμένα. 2. (συνήθ. στον τ. πλανώμαι) (ξε)γελιέμαι, απατώμαι: ~άσαι αν θεωρείς/νομίζεις ότι ... ~ήθηκε ως προς ... ~ημένοι από την παραπληροφόρηση.|| ~ημένη αντίληψη (= εσφαλμένη).|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι ~εμένοι/~ημένοι (: που δεν ακολουθούν την ορθή πίστη· αλλόθρησκοι, αιρετικοί ή όσοι αλλαξοπίστησαν)., πλανιέται & (λόγ.) πλανάται: (μτφ.-συνήθ. για κάτι αρνητικό) αιωρείται, επικρέμαται: ~ το ενδεχόμενο/ο κίνδυνος/ο φόβος. Το φάσμα της φτώχειας ~ πάνω από την/στην χώρα. Μυστήριο ~ γύρω από τον φόνο. ● ΦΡ.: πλανάται πλάνη(ν) οικτρά(ν) (λόγ.): βρίσκεται σε μεγάλη πλάνη: Πλανάσαι ~ ~ (= γελιέσαι, είσαι γελασμένος), αν νομίζεις ότι μπορείς να τον κοροϊδέψεις!, πλανάται/υπάρχει στον αέρα/στην ατμόσφαιρα (μτφ.) 1. για κάτι που διαδίδεται, κυκλοφορεί συνήθ. ανεπίσημα: Πολλά ερωτήματα/ερωτηματικά/φήμες πλανώνται ~ ~. 2. για ιδέα, συναίσθημα που γίνεται αόριστα αισθητό: Μια αίσθηση ευφορίας ~ ~. Κάτι αρνητικό ~ ~., το πλανάσθαι/σφάλλειν ανθρώπινον βλ. ανθρώπινος [< αρχ. πλανῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.