| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40695 | πλανίζω | πλα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {πλάνι-σε, -σμένος}: λειαίνω μια επιφάνεια, χρησιμοποιώντας πλάνη. ΣΥΝ. πλανάρω, ροκανίζω (3) | |
| 40696 | πλάνισμα | πλά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλανίζω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. πλανάρισμα, ροκάνισμα | |
| 40697 | πλάνο | πλά-νο ουσ. (ουδ.) 1. πρόγραμμα, σχέδιο που αναλύει έναν ευρύτερο στόχο σε επιμέρους στάδια: επενδυτικό/επιχειρηματικό/οικονομικό ~. Δεκαετές/εβδομαδιαίο/ετήσιο ~. ~ ανάπτυξης/δράσης/ενεργειών/εργασίας/μαθήματος/μάρκετινγκ. Έλλειψη ~ου (= προγραμματισμού, σχεδιασμού). ~ Β (βλ. σχέδιο Β). Κατάρτιση/υλοποίηση ενός ~ου. Δεν υπάρχει (ένα) καθορισμένο/σαφές/συγκεκριμένο ~. Δεν έχουν ~/κινούνται χωρίς ~. Άλλαξαν τα ~α του. Ακολουθώ/εφαρμόζω/καταστρώνω/τροποποιώ το ~. Όλα έγιναν σύμφωνα με το (αρχικό/βασικό) ~. Η αγορά ενός σπιτιού δεν βρίσκεται/είναι/περιλαμβάνεται στα ~α τους. Πβ. ατζέντα. 2. σχεδιάγραμμα: ~ βιβλιοθήκης/θέσεων. Γενικό ~ του εκθεσιακού χώρου. 3. ΚΙΝΗΜ. η πιο μικρή ενότητα ενός φιλμ· συνεκδ. λήψη: κινηματογραφικά/τηλεοπτικά/ψηφιακά ~α. Αμοντάριστα/μονταρισμένα ~α. Εξωτερικά/εσωτερικά ~α (: σε εξωτερικούς/εσωτερικούς χώρους). Σταθερά/στατικά ~α. ~α αρχείου. Τράβηξε ένα γενικό ~ του χώρου/κοντινό ~ (= γκρο πλαν) της ηθοποιού. Παρακολουθώ/προβάλλονται ~α της ταινίας/από την ταινία. Βλ. κάδρο, καρέ, σεκάνς, σκηνή. ● ΣΥΜΠΛ.: αμερικανικό πλάνο: ΚΙΝΗΜ. στο οποίο οι άνθρωποι καδράρονται από το κεφάλι μέχρι τα γόνατα. [< γαλλ. plan americain] , πλάνο εδραίωσης: ΚΙΝΗΜ. γενικό πλάνο με το οποίο προβάλλονται τα αντικείμενα, οι ηθοποιοί και οι μεταξύ τους σχέσεις στον χώρο: Ταινία που ξεκινά με ένα ~ ~., σε πρώτο/δεύτερο πλάνο 1. (μτφ.) σε πρώτη/δεύτερη θέση από άποψη ενδιαφέροντος, σπουδαιότητας: Ερώτημα/θέμα/πρόβλημα που έρχεται/περνά/μπαίνει σε πρώτο ~ (: στο επίκεντρο της προσοχής). Βάζω/θέτω (κάτι) ~ ~. Ο πολιτισμός (βρίσκεται/έμεινε) σε δεύτερο ~ (: μπήκε σε δεύτερη μοίρα). 2. ΚΙΝΗΜ. -ΦΩΤΟΓΡ. στο μπροστινό/πίσω μέρος της εικόνας: Στο πρώτο ~ διακρίνεται ... Σε δεύτερο ~ φαίνεται ... (πβ. φόντο). [< γαλλ. au premier/second plan ] [< γαλλ. plan] | |
| 40698 | πλανόβιος | , α, ο πλα-νό-βι-ος επίθ. (λόγ.): περιπλανώμενος. Βλ. -βιος. ΣΥΝ. πλάνης | |
| 40699 | πλανόδιος | , α, ο πλα-νό-δι-ος επίθ.: που δεν έχει μόνιμη και σταθερή, κυρ. επαγγελματική, στέγη και περιφέρεται: ~ος: έμπορος/ζωγράφος/θίασος/μουσικός. ~ο: εμπόριο (= υπαίθριο)/τσίρκο. || (ως ουσ.) Αγόρασα λουλούδια από έναν ~ο (ενν. μικροπωλητή). [< αρχ. πλανόδιος] | |
| 40700 | πλάνος | , α, ο πλά-νος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που εξαπατά, παρασύρει, ξελογιάζει με τη γοητεία του: ~ες: ελπίδες. ~α: λόγια. Πβ. απατηλός, παραπλανητικός.|| ~α: μάτια. Βλ. λαο~. [< αρχ. πλάνος] | |
| 40701 | πλάνταγμα | πλά-νταγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): έντονο συναίσθημα (στενοχώρια, οργή, αναστάτωση) ή μεγάλη δυσφορία που προκαλεί ξέσπασμα∙ συνεκδ. κλάμα. Βλ. οδυρμός. | |
| 40702 | πλαντάζω | πλα-ντά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλάντα-ξα} (προφ.) & (λαϊκό-διαλεκτ.) πλαντώ 1. ασφυκτιώ, κυριεύομαι από έντονα αρνητικά συναισθήματα, δυσφορώ. 2. (σπάν.) εξαντλώ, ταλαιπωρώ ή στενοχωρώ πολύ κάποιον. ● ΦΡ.: (μπα) που να σκάσεις (και να πλαντάξεις) βλ. σκάω, σπαράζω/πλαντάζω/βαλαντώνω/σκάω στο κλάμα βλ. κλάμα [< μεσν. πλαντάζω] | |
| 40703 | πλανώ | [πλανῶ] πλα-νώ ρ. (μτβ.) {πλαν-άς ... | πλάν-εψα (σπάν. λογιότ.) -εσα, πλανιέμαι (λόγ.) -ώμαι, -άσαι ..., -ήθηκα, -εμένος (λόγ.) -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.): παραπλανώ. Βλ. πλανεύω. ● Παθ.: πλανιέμαι & (λόγ.) πλανώμαι 1. περιπλανιέμαι: ~ήθηκαν στα πέλαγα/σε ερηµιές και βουνά/σε χώρες μακρινές.|| (μτφ.) Το βλέμμα/η ματιά της ~θηκε στον χώρο. Η σκέψη του ~θηκε στα περασμένα. 2. (συνήθ. στον τ. πλανώμαι) (ξε)γελιέμαι, απατώμαι: ~άσαι αν θεωρείς/νομίζεις ότι ... ~ήθηκε ως προς ... ~ημένοι από την παραπληροφόρηση.|| ~ημένη αντίληψη (= εσφαλμένη).|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι ~εμένοι/~ημένοι (: που δεν ακολουθούν την ορθή πίστη· αλλόθρησκοι, αιρετικοί ή όσοι αλλαξοπίστησαν)., πλανιέται & (λόγ.) πλανάται: (μτφ.-συνήθ. για κάτι αρνητικό) αιωρείται, επικρέμαται: ~ το ενδεχόμενο/ο κίνδυνος/ο φόβος. Το φάσμα της φτώχειας ~ πάνω από την/στην χώρα. Μυστήριο ~ γύρω από τον φόνο. ● ΦΡ.: πλανάται πλάνη(ν) οικτρά(ν) (λόγ.): βρίσκεται σε μεγάλη πλάνη: Πλανάσαι ~ ~ (= γελιέσαι, είσαι γελασμένος), αν νομίζεις ότι μπορείς να τον κοροϊδέψεις!, πλανάται/υπάρχει στον αέρα/στην ατμόσφαιρα (μτφ.) 1. για κάτι που διαδίδεται, κυκλοφορεί συνήθ. ανεπίσημα: Πολλά ερωτήματα/ερωτηματικά/φήμες πλανώνται ~ ~. 2. για ιδέα, συναίσθημα που γίνεται αόριστα αισθητό: Μια αίσθηση ευφορίας ~ ~. Κάτι αρνητικό ~ ~., το πλανάσθαι/σφάλλειν ανθρώπινον βλ. ανθρώπινος [< αρχ. πλανῶ] | |
| 40704 | πλασάρισμα | πλα-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {πλασαρίσμ-ατος | -ατα} 1. (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) προώθηση, διαφήμιση: ~ των προϊόντων. Επικοινωνιακό ~ της μεταρρύθμισης. Πβ. λανσάρισμα, προμοτάρισμα. 2. ΑΘΛ. πλασέ. 3. ΑΘΛ. κατάληψη υψηλότερης θέσης από αθλητή ή ομάδα στο πλαίσιο αθλητικής διοργάνωσης: ~ στην εξάδα/στα πλέι οφ. Βλ. -ισμα. | |
| 40705 | πλασαριστός | , ή, ό πλα-σα-ρι-στός επίθ.: ΑΘΛ. που εκτελείται με πλασέ: ~ό: σουτ. ● επίρρ.: πλασαριστά | |
| 40706 | πλασάρω | πλα-σά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλάσαρ-α (σπανιότ.) πλασάρ-ισα, -ίστηκε, -ιστεί, πλασάρ-οντας, πλασαρ-ισμένος} (προφ.) 1. διαθέτω στην αγορά, προωθώ: Προϊόν που ~εται έξυπνα/με νέα συσκευασία. ~ονται καινούργια μουσικά είδη/νέες υπηρεσίες. Η ταινία ~ίστηκε ως κομεντί.|| (συνήθ. για καλλιτέχνη) ~ει τη δουλειά/το έργο του (πβ. διαφημίζω, προμοτάρω). Ξέρει να ~εται (= να ~ει τον εαυτό του) πολύ καλά. 2. (αρνητ. συνυποδ.) παρουσιάζω, προβάλλω (σε πολύ κόσμο): Υιοθετούν αβασάνιστα ό,τι (ψεύδη) τους ~ουν. Είχε μια εύκολη δικαιολογία να ~ει σε όλους. Αντιγράφουν ξένα τραγούδια και τα ~ουν για/ως δικά τους. Το ασήμαντο ~εται σαν/ως σημαντικό. Βλ. διαδίδω. ΣΥΝ. σερβίρω (3) 3. ΑΘΛ. κάνω πλασέ: ~ε την μπάλα/τον τερματοφύλακα.|| ~ε άουτ/εύστοχα/από πλάγια θέση. ● Παθ.: πλασάρομαι: προωθούμαι, κατατάσσομαι σε συγκεκριμένη θέση: (ΑΘΛ.) Κατάφερε να ~ιστεί στην πέμπτη θέση της κατάταξης/στην πρώτη δυάδα του ομίλου/ψηλά στην τελική βαθμολογία. [< γαλλ. placer] | |
| 40707 | πλασέ | πλα-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) επιδέξιο μαλακό χτύπημα της μπάλας με το εσωτερικό μέρος του ποδιού από μικρή απόσταση, με στόχο το γκολ: αριστερό/κοντινό/υποδειγματικό ~. ~ εξ επαφής/στο δοκάρι. 2. (στον ιππόδρομο) άλογο που τερματίζει μεταξύ των δύο ή τριών πρώτων σε μία κούρσα και συνεκδ. το αντίστοιχο στοίχημα. Βλ. γκανιάν, δίδυμο. ● Υποκ.: πλασεδάκι (το) [< γαλλ. placé] | |
| 40708 | πλασέμπο | πλα-σέ-μπο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΑΡΜΑΚ. εικονικό φάρμακο, ουσία χωρίς θεραπευτικά συστατικά, που χορηγείται για να ενισχύσει την ψυχολογία του ασθενή, ο οποίος πιστεύει ότι λαμβάνει αληθινό φάρμακο, ή χρησιμοποείται ως μέσο ελέγχου σε πείραμα, για να προσδιοριστεί συγκριτικά η αποτελεσματικότητα κάποιας άλλης φαρμακευτικής αγωγής: φαινόμενο ~. Πβ. ψευδοφάρμακο. [< αγγλ. placebo, γαλλ. ~, 1954] | |
| 40709 | πλάση | πλά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ο κόσμος, το σύνολο των δημιουργημάτων του Θεού: (λογοτ.) Γιορτάζει/χαίρεται (όλη) η ~. Πβ. Σύμπαν.|| (ΘΕΟΛ.) Πβ. κτίση. 2. (σπανιότ.-συνήθ. ΘΕΟΛ.) δημιουργία, πλάσιμο: ~ του ανθρώπου (κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού). [< μτγν. πλάσις] | |
| 40714 | πλασιέ | πλα-σιέ ουσ. (αρσ.) {άκλ. | σπάν. πληθ. πλασιέδες}: περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος και παραγγελιοδόχος: ~ καλλυντικών/φαρμάκων. Πβ. ντίλερ. Βλ. πωλητής, τηλε~. [< γαλλ. placier] | |
| 40715 | πλάσιμο | πλά-σι-μο ουσ. (ουδ.): κατεργασία, μορφοποίηση εύπλαστου υλικού: ~ της ζύμης (= ζύμωμα)/του πηλού. Πβ. δημιουργία, σχηματισμός.|| (μτφ.) ~ του ήθους/χαρακτήρα. Πβ. διαμόρφωση, διάπλαση. | |
| 40717 | πλάσμα | πλά-σμα ουσ. (ουδ.) {-ατος | -ατα, -άτων} 1. ον, ζωντανή ύπαρξη: αλλόκοτο/αποκρουστικό/τερατώδες (= τέρας) ~. Θαλάσσια/μικροσκοπικά/μυθικά/ουράνια ~ατα. Μυστηριώδη/παράξενα/περίεργα ~ατα του βυθού/της φύσης. Τα ~ατα του Θεού. 2. άνθρωπος, συνήθ. παιδί ή νεαρή γυναίκα: αδύναμο/αθώο/ανυπεράσπιστο/ευγενικό/χαριτωμένο ~. Αχάριστο/άπληστο ~! Πβ. άτομο.|| Αιθέριο/εκπληκτικό/θείο/θεϊκό/θεσπέσιο/υπέροχο ~. Το πιο γλυκό/τρυφερό ~ του κόσμου/πάνω στη Γη. 3. επινόημα: ~ατα του νου/της φαντασίας. Πβ. αποκύημα, γέννημα, δημιούργημα. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. άμορφο συστατικό του αίματος (55% του όγκου του), μέσω του οποίου μεταφέρονται τα έμμορφα συστατικά· ειδικότ. κιτρινωπό υγρό που αποτελείται κυρ. από νερό (90%), αλλά και από πρωτεΐνες (ινωδογόνο, λευκωματίνη, σφαιρίνες), καθώς και από θρεπτικά συστατικά, ορμόνες, αναπνευστικά αέρια, ηλεκτρολύτες, βιταμίνες και άχρηστες αζωτούχες ουσίες. Βλ. λέμφος, ορός. 5. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. αέριο που αποτελείται από ηλεκτρικά φορτισμένα σωματίδια (ηλεκτρόνια και ιόντα) σε ελεύθερη μορφή: θερμό/ψυχρό ~. ~ κουάρκ-γκλουονίων. Τεχνολογία/φυσική ~ατος. ● Υποκ.: πλασματάκι (το): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: οθόνη πλάσματος & οθόνη πλάσμα: ΤΕΧΝΟΛ. οθόνη υψηλής ανάλυσης που κατασκευάζεται από δύο πλάκες γυαλιού σε απόσταση λίγων χιλιοστών, ανάμεσα στις οποίες εισάγεται μείγμα αδρανών αερίων (όπως ξένον, νέον, αργό, ήλιο) σε χαμηλή πίεση: επίπεδη ~ ~. ~ ~ σαράντα δύο ιντσών. [< αγγλ. plasme screen, 1978] , πλάσμα δικαίου: ΝΟΜ. νομική πρακτική κατά την οποία κάτι αναληθές εκλαμβάνεται ως αληθινό για λόγους διευκόλυνσης: Παρέμεινε στη ζώνη διερχομένων του λιμένα, οπότε κατά ~ ~ θεωρείται ότι δεν εισήλθε σε ελληνικό έδαφος. [< λατ. fictio juris] , τηλεόραση πλάσμα βλ. τηλεόραση [< 1,3: αρχ. πλάσμα 4,5: γαλλ.-αγγλ. plasma] | |
| 40719 | πλασματικός | , ή, ό πλα-σμα-τι-κός επίθ. 1. που δεν βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα ή στην πραγματικότητα, επινοημένος, εικονικός: (ΝΟΜ.) ~ός: χρόνος ασφάλισης. ~ή: αύξηση (κεφαλαίου)/εικόνα. ~ές: εκπτώσεις. Πβ. ονομαστικός. ΣΥΝ. φαινομενικός 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πλάσμα. Βλ. κυτταρο~, πρωτο~, σαρκο~. ● επίρρ.: πλασματικά ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρική/πλασματική μεμβράνη βλ. μεμβράνη [< 1: μτγν. πλασματικός, γαλλ. fictif 2: αγγλ. plasmatic, γαλλ. plasmatique] | |
| 40720 | πλασματοκύτταρα | πλα-σμα-το-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπανιότ.) πλασμοκύτταρα: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. λευκοκύτταρα που βρίσκονται στον λεμφοειδή ιστό και είναι υπεύθυνα για την παραγωγή αντισωμάτων. Βλ. ανοσοσφαιρίνη, φλεγμονή. [< γαλλ. plasmocytes, αγγλ. plasma cells] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ