Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41300-41320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40721πλασματοκυτταρικός, ή, ό πλα-σμα-το-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τα πλασματοκύτταρα.
40722πλασμαφαίρεσηπλα-σμα-φαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαδικασία συλλογής πλάσματος από το αίμα για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς. [< αγγλ. plasmapheresis, 1914, γαλλ. plasmaphérèse, 1965]
40723πλασμίδιοπλα-σμί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. γενετικό υλικό που αντιγράφεται μέσα σε ένα κύτταρο ανεξάρτητα από τα χρωμοσώματα και βρίσκεται ιδ. μέσα σε βακτήρια. Βλ. ανασυνδυασμένο DNA, -ίδιο. [< αγγλ. plasmid, 1952, γαλλ. plasmide, 1959]
40724πλασμίνηπλα-σμί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που βρίσκεται στο πλάσμα του αίματος και εμποδίζει τη δημιουργία θρόμβων. Βλ. -ίνη, ινική. [< αγγλ. plasmin, γαλλ. plasmine]
40725πλασμινογόνοπλα-σμι-νο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. αδρανής προδρομική μορφή της πλασμίνης. [< αγγλ. plasminogen, 1945, γαλλ. plasmagène, 1963]
40726πλασμόλυσηπλα-σμό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. συρρίκνωση ή αποκόλληση του πρωτοπλάσματος από τα τοιχώματα κυττάρου ζωντανού οργανισμού, που οφείλεται στην απώλεια νερού μέσω όσμωσης. [< γαλλ. plasmolyse, αγγλ. plasmolysis]
40727πλασμώδιοπλα-σμώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {πλασμωδί-ου | -ων} ΒΙΟΛ. 1. γένος σποροζώων που ευθύνεται για την ελονοσία. 2. κινητή πολυπύρηνη μάζα πρωτοπλάσματος ή ειδικότ. οργανισμός που προκύπτει από τη συγχώνευση μονοπύρηνων αμοιβαδοειδών κυττάρων∙ συγκύτιο. [< 1: γαλλ. plasmodium, 1922, 2: γαλλ. plasmode, πβ. αγγλ. plasmodium]
40728πλάσσωβλ. πλάθω
40729πλαστελίνηπλα-στε-λί-νη ουσ. (θηλ.) 1. μαλακό υλικό διαφόρων χρωμάτων το οποίο πλάθεται (συνήθ. ως παιχνίδι από παιδιά) σε ποικίλα σχέδια: δημιουργίες με ~. Ζωάκια από ~. Βλ. χειροτεχνία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εύπλαστο υλικό για την κατασκευή προπλάσματος. Βλ. -ίνη, πηλός. [< 1: ιταλ. εμπορ. ονομασ. Plastilina, γερμ. Plastilin 2: αμερικ.-ισπαν. εμπορ. ονομας. Roma Plastilina]
40730πλαστήριπλα-στή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ξύλινη συνήθ. κυκλική βάση, όπου πλάθεται ζύμη και ανοίγονται φύλλα. 2. (κυρ. παλαιότ.) πλάστης. Πβ. κλώστης. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. μπλάστρι (2) [< μεσν. πλαστήρι(ον) ‘εργαστήριο πλαστικής’]
40731πλάστηςπλά-στης ουσ. (αρσ.) 1. κυλινδρικό ραβδί, συνήθ. ξύλινο, με χερούλια για το πλάσιμο ζύμης και το άνοιγμα φύλλων, κυρ. για πίτες ή γλυκά ταψιού: ~ ζαχαροπλαστικής. Πβ. ξυλίκι, στρωτήρας. ΣΥΝ. πλαστήρι (2) 2. (σπάν.) καλλιτέχνης ή τεχνίτης. Βλ. ζαχαρο~, κηρο~, πηλο~, χαλκο~.Πλάστης (ο): ΘΕΟΛ. ο Θεός. ΣΥΝ. δημιουργός (2), κτίστης (2), πλαστουργός (1) [< 2: μτγν. πλάστης]
40732πλάστιγγαπλά-στιγ-γα ουσ. (θηλ.): ζυγαριά ειδικά σχεδιασμένη για μεγάλα βάρη: Βλ. γεφυρο~, καντάρι.|| (μτφ.) Η ~ της δικαιοσύνης. ● ΦΡ.: η πλάστιγγα/η ζυγαριά/ο ζυγός γέρνει/κλίνει βλ. γέρνω [< αρχ. πλάστιγξ]
40733πλαστίδιοπλα-στί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. οργανίδιο κυττάρου φυτικών οργανισμών υπεύθυνο για διάφορες λειτουργίες όπως η φωτοσύνθεση. Βλ. -ίδιο, λευκο-, χλωρο-πλάστης. [< γαλλ. plastide, αγγλ. plastid]
40735πλαστικόπλα-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. πολυμερής χημική ουσία που μορφοποιείται εύκολα και χρησιμοποιείται ευρέως στην παραγωγή χρηστικών αντικειμένων· συνεκδ. οτιδήποτε είναι φτιαγμένο από αυτήν την ουσία: διαφανές/εύκαμπτο/σκληρό ~. Αφρώδη ~ά. Ανακύκλωση ~ών. Βλ. θερμοπλαστικό, πλαστικές ύλες. [< αγγλ. plastic, 1905, γαλλ. matière plastique,1913, plastique, 1941]
40736πλαστικοποίησηπλα-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. κάλυψη επιφάνειας με λεπτό στρώμα πλαστικού για την προφύλαξή της: θερμή ~. Μηχανή ~ης. 2. ΧΗΜ. μετατροπή σκληρού πολυμερούς υλικού σε εύκαμπτο με την εισαγωγή πλαστικοποιητή. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. plasticization, 1927]
40737πλαστικοποιητήςπλα-στι-κο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) 1. μηχάνημα πλαστικοποίησης: ~ εγγράφων. 2. ΧΗΜ. ουσία που προστίθεται σε πολυμερές υλικό, για να γίνει πιο εύκαμπτο. [< 2: αγγλ. plasticizer, 1925, γαλλ. plastifiant, 1929]
40738πλαστικοποιητικός, ή, ό πλα-στι-κο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλαστικοποίηση. Βλ. -ποιητικός.
40739πλαστικοποιώ[πλαστικοποιῶ] πλα-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πλαστικοποι-είς ... | πλαστικοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. καλύπτω επιφάνεια με λεπτό στρώμα πλαστικού ή σπάν. βερνίκι για την προφύλαξή της. 2. ΧΗΜ. κάνω εύκαμπτο ένα πολυμερές υλικό με την εισαγωγή πλαστικοποιητή. Βλ. -ποιώ. ● Μτχ.: πλαστικοποιημένος , η, ο: ~η: ταυτότητα. ~ο: νοβοπάν/πάσο/ύφασμα/χαρτί.|| ~η: λαμαρίνα. ~ο: PVC/ύφασμα. [< αγγλ. plasticize, 1919, γαλλ. plastifier, περ. 1930]
40740πλαστικός, ή, ό πλα-στι-κός επίθ. 1. κατασκευασμένος από πλαστικό: ~ός: δίσκος/κάδος/σωλήνας/χλοοτάπητας (ΑΝΤ. φυσικός). ~ή: θήκη/καρέκλα/κάρτα (= πιστωτική)/μεμβράνη/συσκευασία. ~ό: δοχείο (βλ. τάπερ)/κάλυμμα/μπουκάλι/υλικό/φιλμ. ~ές: σακούλες (ΑΝΤ. οικολογικές)/σφαίρες/τσάντες. ~ά: γάντια/είδη/πέλματα/πόδια επίπλων/προϊόντα/σκεύη/φυτά. Βλ. συνθετικός. 2. που σχετίζεται με τη δημιουργία αισθητικών μορφών από μαλακό ή σκληρό υλικό: ~ός: διάκοσμος. ~ή: αναπαράσταση/απόδοση. ~ές: φόρμες. ~ά: έργα. Πβ. γλυπτός, εικαστικός. 3. που αναφέρεται στην πλαστική χειρουργική: ~ή: ομορφιά. ~ό: στήθος. 4. εύπλαστος, μαλακός: οι ~ές ιδιότητες του ζυμαριού/κεριού.|| ~ή: άργιλος (: που χρησιμοποιείται στην κεραμική).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ή: άρθρωση/κάμψη/ροπή. 5. αρμονικός, καλλίγραμμος: ~ές: κινήσεις. Πβ. συμμετρικός. 6. (μτφ.) επίπλαστος: ~ός: κόσμος. ~ή: ευγένεια/ζωή. ~ές: ιδέες. ~ά: χαμόγελα. Πβ. πλαστός. ΣΥΝ. νάιλον (2) ● Ουσ.: πλαστική (η): γλυπτική. ● ΣΥΜΠΛ.: πλαστικές εκρηκτικές ύλες/πλαστικά εκρηκτικά: εκρηκτικά σε εύκαμπτη ή ελαστική μορφή, για να πλάθονται εύκολα γύρω από το αντικείμενο στο οποίο τοποθετούνται. [< αγγλ. plastic explosive, 1906] , πλαστικές τέχνες: εικαστικές τέχνες. [< γαλλ. arts plastiques, αγγλ. plastic arts] , πλαστικές ύλες: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καθένα από τα σύνθετα πολυμερή με μεγάλο μοριακό βάρος που μορφοποιούνται με ειδική επεξεργασία σε διάφορα σχήματα. Βλ. ακρυλικό, βακελίτης, νάιλον, πλεξιγκλάς, πολυεστέρες, πολυουρεθάνη, PVC, ρητίνη, σιλικόνη, τεφλόν. [< γαλλ. matières plastiques, 1913] , πλαστική εγχείρηση/επέμβαση & (προφ.) πλαστική: ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την επανορθωτική ή την αισθητική ανάπλαση, αποκατάσταση ιστών: ~ ~ αυτιών (= ωτοπλαστική)/βλεφάρων (= βλεφαροπλαστική)/βραχιόνων/κοιλίας (= κοιλιοπλαστική)/στήθους/μύτης (= ρινοπλαστική)/προσώπου/σώματος/χειλέων., πλαστική χειρουργική: ΙΑΤΡ. κλάδος της χειρουργικής που έχει ως αντικείμενο τις πλαστικές επεμβάσεις: αισθητική/επανορθωτική ~ ~. Εξειδίκευση στην ~ ~ μαστού (= μαστοπηξία)/περιοδοντίου/προσώπου. [< αγγλ. plastic surgery] , πλαστικό φαγητό (προφ.): τυποποιημένο φαγητό, συνήθ. των φαστ φουντ. Πβ. τζανκ φουντ., πλαστικό χρήμα: πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες. [< αγγλ. plastic money, 1969] , πλαστικό χρώμα & (προφ.) πλαστικό: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. χρώμα εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης που χαρακτηρίζεται από μεγάλη καλυπτικότητα, φωτεινότητα, αντοχή, ευκολία εφαρμογής, ισχυρή πρόσφυση και γρήγορο στέγνωμα. Βλ. λάτεξ. [< αγγλ. plastic paint, 1925] , πλαστικός - επανορθωτικός χειρουργός & (προφ.) πλαστικός: γιατρός ειδικευμένος στην πλαστική και επανορθωτική χειρουργική. [< αγγλ. plastic surgeon] , πλαστική παραμόρφωση βλ. παραμόρφωση [< 1,3,6: αγγλ. plastic 2,4: αρχ. πλαστικός 5: γαλλ. plastique]
40741πλαστικότηταπλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) η ιδιότητα του εύπλαστου: (ΓΕΩΛ.) δείκτης/όριο ~ας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του εγκεφάλου/νευρικού συστήματος/των νευρώνων. Βλ. ελαστικότητα. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. έντονη και ρεαλιστική απόδοση του όγκου: ~ των εικόνων/των μορφών/της φόρμας. 3. (λόγ.) αισθητική ομορφιά: ~ του λόγου/σώματος. Πβ. αρμονία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. plasticité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.