Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41300-41320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40704πλασάρισμαπλα-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {πλασαρίσμ-ατος | -ατα} 1. (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) προώθηση, διαφήμιση: ~ των προϊόντων. Επικοινωνιακό ~ της μεταρρύθμισης. Πβ. λανσάρισμα, προμοτάρισμα. 2. ΑΘΛ. πλασέ. 3. ΑΘΛ. κατάληψη υψηλότερης θέσης από αθλητή ή ομάδα στο πλαίσιο αθλητικής διοργάνωσης: ~ στην εξάδα/στα πλέι οφ. Βλ. -ισμα.
40705πλασαριστός, ή, ό πλα-σα-ρι-στός επίθ.: ΑΘΛ. που εκτελείται με πλασέ: ~ό: σουτ. ● επίρρ.: πλασαριστά
40706πλασάρωπλα-σά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλάσαρ-α (σπανιότ.) πλασάρ-ισα, -ίστηκε, -ιστεί, πλασάρ-οντας, πλασαρ-ισμένος} (προφ.) 1. διαθέτω στην αγορά, προωθώ: Προϊόν που ~εται έξυπνα/με νέα συσκευασία. ~ονται καινούργια μουσικά είδη/νέες υπηρεσίες. Η ταινία ~ίστηκε ως κομεντί.|| (συνήθ. για καλλιτέχνη) ~ει τη δουλειά/το έργο του (πβ. διαφημίζω, προμοτάρω). Ξέρει να ~εται (= να ~ει τον εαυτό του) πολύ καλά. 2. (αρνητ. συνυποδ.) παρουσιάζω, προβάλλω (σε πολύ κόσμο): Υιοθετούν αβασάνιστα ό,τι (ψεύδη) τους ~ουν. Είχε μια εύκολη δικαιολογία να ~ει σε όλους. Αντιγράφουν ξένα τραγούδια και τα ~ουν για/ως δικά τους. Το ασήμαντο ~εται σαν/ως σημαντικό. Βλ. διαδίδω. ΣΥΝ. σερβίρω (3) 3. ΑΘΛ. κάνω πλασέ: ~ε την μπάλα/τον τερματοφύλακα.|| ~ε άουτ/εύστοχα/από πλάγια θέση. ● Παθ.: πλασάρομαι: προωθούμαι, κατατάσσομαι σε συγκεκριμένη θέση: (ΑΘΛ.) Κατάφερε να ~ιστεί στην πέμπτη θέση της κατάταξης/στην πρώτη δυάδα του ομίλου/ψηλά στην τελική βαθμολογία. [< γαλλ. placer]
40707πλασέπλα-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) επιδέξιο μαλακό χτύπημα της μπάλας με το εσωτερικό μέρος του ποδιού από μικρή απόσταση, με στόχο το γκολ: αριστερό/κοντινό/υποδειγματικό ~. ~ εξ επαφής/στο δοκάρι. 2. (στον ιππόδρομο) άλογο που τερματίζει μεταξύ των δύο ή τριών πρώτων σε μία κούρσα και συνεκδ. το αντίστοιχο στοίχημα. Βλ. γκανιάν, δίδυμο. ● Υποκ.: πλασεδάκι (το) [< γαλλ. placé]
40708πλασέμποπλα-σέ-μπο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΑΡΜΑΚ. εικονικό φάρμακο, ουσία χωρίς θεραπευτικά συστατικά, που χορηγείται για να ενισχύσει την ψυχολογία του ασθενή, ο οποίος πιστεύει ότι λαμβάνει αληθινό φάρμακο, ή χρησιμοποείται ως μέσο ελέγχου σε πείραμα, για να προσδιοριστεί συγκριτικά η αποτελεσματικότητα κάποιας άλλης φαρμακευτικής αγωγής: φαινόμενο ~. Πβ. ψευδοφάρμακο. [< αγγλ. placebo, γαλλ. ~, 1954]
40709πλάσηπλά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ο κόσμος, το σύνολο των δημιουργημάτων του Θεού: (λογοτ.) Γιορτάζει/χαίρεται (όλη) η ~. Πβ. Σύμπαν.|| (ΘΕΟΛ.) Πβ. κτίση. 2. (σπανιότ.-συνήθ. ΘΕΟΛ.) δημιουργία, πλάσιμο: ~ του ανθρώπου (κατ' εικόνα και ομοίωση του Θεού). [< μτγν. πλάσις]
40714πλασιέπλα-σιέ ουσ. (αρσ.) {άκλ. | σπάν. πληθ. πλασιέδες}: περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος και παραγγελιοδόχος: ~ καλλυντικών/φαρμάκων. Πβ. ντίλερ. Βλ. πωλητής, τηλε~. [< γαλλ. placier]
40715πλάσιμοπλά-σι-μο ουσ. (ουδ.): κατεργασία, μορφοποίηση εύπλαστου υλικού: ~ της ζύμης (= ζύμωμα)/του πηλού. Πβ. δημιουργία, σχηματισμός.|| (μτφ.) ~ του ήθους/χαρακτήρα. Πβ. διαμόρφωση, διάπλαση.
40717πλάσμαπλά-σμα ουσ. (ουδ.) {-ατος | -ατα, -άτων} 1. ον, ζωντανή ύπαρξη: αλλόκοτο/αποκρουστικό/τερατώδες (= τέρας) ~. Θαλάσσια/μικροσκοπικά/μυθικά/ουράνια ~ατα. Μυστηριώδη/παράξενα/περίεργα ~ατα του βυθού/της φύσης. Τα ~ατα του Θεού. 2. άνθρωπος, συνήθ. παιδί ή νεαρή γυναίκα: αδύναμο/αθώο/ανυπεράσπιστο/ευγενικό/χαριτωμένο ~. Αχάριστο/άπληστο ~! Πβ. άτομο.|| Αιθέριο/εκπληκτικό/θείο/θεϊκό/θεσπέσιο/υπέροχο ~. Το πιο γλυκό/τρυφερό ~ του κόσμου/πάνω στη Γη. 3. επινόημα: ~ατα του νου/της φαντασίας. Πβ. αποκύημα, γέννημα, δημιούργημα. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. άμορφο συστατικό του αίματος (55% του όγκου του), μέσω του οποίου μεταφέρονται τα έμμορφα συστατικά· ειδικότ. κιτρινωπό υγρό που αποτελείται κυρ. από νερό (90%), αλλά και από πρωτεΐνες (ινωδογόνο, λευκωματίνη, σφαιρίνες), καθώς και από θρεπτικά συστατικά, ορμόνες, αναπνευστικά αέρια, ηλεκτρολύτες, βιταμίνες και άχρηστες αζωτούχες ουσίες. Βλ. λέμφος, ορός. 5. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. αέριο που αποτελείται από ηλεκτρικά φορτισμένα σωματίδια (ηλεκτρόνια και ιόντα) σε ελεύθερη μορφή: θερμό/ψυχρό ~. ~ κουάρκ-γκλουονίων. Τεχνολογία/φυσική ~ατος. ● Υποκ.: πλασματάκι (το): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: οθόνη πλάσματος & οθόνη πλάσμα: ΤΕΧΝΟΛ. οθόνη υψηλής ανάλυσης που κατασκευάζεται από δύο πλάκες γυαλιού σε απόσταση λίγων χιλιοστών, ανάμεσα στις οποίες εισάγεται μείγμα αδρανών αερίων (όπως ξένον, νέον, αργό, ήλιο) σε χαμηλή πίεση: επίπεδη ~ ~. ~ ~ σαράντα δύο ιντσών. [< αγγλ. plasme screen, 1978] , πλάσμα δικαίου: ΝΟΜ. νομική πρακτική κατά την οποία κάτι αναληθές εκλαμβάνεται ως αληθινό για λόγους διευκόλυνσης: Παρέμεινε στη ζώνη διερχομένων του λιμένα, οπότε κατά ~ ~ θεωρείται ότι δεν εισήλθε σε ελληνικό έδαφος. [< λατ. fictio juris] , τηλεόραση πλάσμα βλ. τηλεόραση [< 1,3: αρχ. πλάσμα 4,5: γαλλ.-αγγλ. plasma]
40719πλασματικός, ή, ό πλα-σμα-τι-κός επίθ. 1. που δεν βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα ή στην πραγματικότητα, επινοημένος, εικονικός: (ΝΟΜ.) ~ός: χρόνος ασφάλισης. ~ή: αύξηση (κεφαλαίου)/εικόνα. ~ές: εκπτώσεις. Πβ. ονομαστικός. ΣΥΝ. φαινομενικός 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πλάσμα. Βλ. κυτταρο~, πρωτο~, σαρκο~. ● επίρρ.: πλασματικά ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρική/πλασματική μεμβράνη βλ. μεμβράνη [< 1: μτγν. πλασματικός, γαλλ. fictif 2: αγγλ. plasmatic, γαλλ. plasmatique]
40720πλασματοκύτταραπλα-σμα-το-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπανιότ.) πλασμοκύτταρα: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. λευκοκύτταρα που βρίσκονται στον λεμφοειδή ιστό και είναι υπεύθυνα για την παραγωγή αντισωμάτων. Βλ. ανοσοσφαιρίνη, φλεγμονή. [< γαλλ. plasmocytes, αγγλ. plasma cells]
40721πλασματοκυτταρικός, ή, ό πλα-σμα-το-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τα πλασματοκύτταρα.
40722πλασμαφαίρεσηπλα-σμα-φαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαδικασία συλλογής πλάσματος από το αίμα για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς. [< αγγλ. plasmapheresis, 1914, γαλλ. plasmaphérèse, 1965]
40723πλασμίδιοπλα-σμί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. γενετικό υλικό που αντιγράφεται μέσα σε ένα κύτταρο ανεξάρτητα από τα χρωμοσώματα και βρίσκεται ιδ. μέσα σε βακτήρια. Βλ. ανασυνδυασμένο DNA, -ίδιο. [< αγγλ. plasmid, 1952, γαλλ. plasmide, 1959]
40724πλασμίνηπλα-σμί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που βρίσκεται στο πλάσμα του αίματος και εμποδίζει τη δημιουργία θρόμβων. Βλ. -ίνη, ινική. [< αγγλ. plasmin, γαλλ. plasmine]
40725πλασμινογόνοπλα-σμι-νο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. αδρανής προδρομική μορφή της πλασμίνης. [< αγγλ. plasminogen, 1945, γαλλ. plasmagène, 1963]
40726πλασμόλυσηπλα-σμό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. συρρίκνωση ή αποκόλληση του πρωτοπλάσματος από τα τοιχώματα κυττάρου ζωντανού οργανισμού, που οφείλεται στην απώλεια νερού μέσω όσμωσης. [< γαλλ. plasmolyse, αγγλ. plasmolysis]
40727πλασμώδιοπλα-σμώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {πλασμωδί-ου | -ων} ΒΙΟΛ. 1. γένος σποροζώων που ευθύνεται για την ελονοσία. 2. κινητή πολυπύρηνη μάζα πρωτοπλάσματος ή ειδικότ. οργανισμός που προκύπτει από τη συγχώνευση μονοπύρηνων αμοιβαδοειδών κυττάρων∙ συγκύτιο. [< 1: γαλλ. plasmodium, 1922, 2: γαλλ. plasmode, πβ. αγγλ. plasmodium]
40728πλάσσωβλ. πλάθω
40729πλαστελίνηπλα-στε-λί-νη ουσ. (θηλ.) 1. μαλακό υλικό διαφόρων χρωμάτων το οποίο πλάθεται (συνήθ. ως παιχνίδι από παιδιά) σε ποικίλα σχέδια: δημιουργίες με ~. Ζωάκια από ~. Βλ. χειροτεχνία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εύπλαστο υλικό για την κατασκευή προπλάσματος. Βλ. -ίνη, πηλός. [< 1: ιταλ. εμπορ. ονομασ. Plastilina, γερμ. Plastilin 2: αμερικ.-ισπαν. εμπορ. ονομας. Roma Plastilina]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.