| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40730 | πλαστήρι | πλα-στή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ξύλινη συνήθ. κυκλική βάση, όπου πλάθεται ζύμη και ανοίγονται φύλλα. 2. (κυρ. παλαιότ.) πλάστης. Πβ. κλώστης. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. μπλάστρι (2) [< μεσν. πλαστήρι(ον) ‘εργαστήριο πλαστικής’] | |
| 40731 | πλάστης | πλά-στης ουσ. (αρσ.) 1. κυλινδρικό ραβδί, συνήθ. ξύλινο, με χερούλια για το πλάσιμο ζύμης και το άνοιγμα φύλλων, κυρ. για πίτες ή γλυκά ταψιού: ~ ζαχαροπλαστικής. Πβ. ξυλίκι, στρωτήρας. ΣΥΝ. πλαστήρι (2) 2. (σπάν.) καλλιτέχνης ή τεχνίτης. Βλ. ζαχαρο~, κηρο~, πηλο~, χαλκο~. ● Πλάστης (ο): ΘΕΟΛ. ο Θεός. ΣΥΝ. δημιουργός (2), κτίστης (2), πλαστουργός (1) [< 2: μτγν. πλάστης] | |
| 40732 | πλάστιγγα | πλά-στιγ-γα ουσ. (θηλ.): ζυγαριά ειδικά σχεδιασμένη για μεγάλα βάρη: Βλ. γεφυρο~, καντάρι.|| (μτφ.) Η ~ της δικαιοσύνης. ● ΦΡ.: η πλάστιγγα/η ζυγαριά/ο ζυγός γέρνει/κλίνει βλ. γέρνω [< αρχ. πλάστιγξ] | |
| 40733 | πλαστίδιο | πλα-στί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. οργανίδιο κυττάρου φυτικών οργανισμών υπεύθυνο για διάφορες λειτουργίες όπως η φωτοσύνθεση. Βλ. -ίδιο, λευκο-, χλωρο-πλάστης. [< γαλλ. plastide, αγγλ. plastid] | |
| 40735 | πλαστικό | πλα-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. πολυμερής χημική ουσία που μορφοποιείται εύκολα και χρησιμοποιείται ευρέως στην παραγωγή χρηστικών αντικειμένων· συνεκδ. οτιδήποτε είναι φτιαγμένο από αυτήν την ουσία: διαφανές/εύκαμπτο/σκληρό ~. Αφρώδη ~ά. Ανακύκλωση ~ών. Βλ. θερμοπλαστικό, πλαστικές ύλες. [< αγγλ. plastic, 1905, γαλλ. matière plastique,1913, plastique, 1941] | |
| 40736 | πλαστικοποίηση | πλα-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. κάλυψη επιφάνειας με λεπτό στρώμα πλαστικού για την προφύλαξή της: θερμή ~. Μηχανή ~ης. 2. ΧΗΜ. μετατροπή σκληρού πολυμερούς υλικού σε εύκαμπτο με την εισαγωγή πλαστικοποιητή. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. plasticization, 1927] | |
| 40737 | πλαστικοποιητής | πλα-στι-κο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) 1. μηχάνημα πλαστικοποίησης: ~ εγγράφων. 2. ΧΗΜ. ουσία που προστίθεται σε πολυμερές υλικό, για να γίνει πιο εύκαμπτο. [< 2: αγγλ. plasticizer, 1925, γαλλ. plastifiant, 1929] | |
| 40738 | πλαστικοποιητικός | , ή, ό πλα-στι-κο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλαστικοποίηση. Βλ. -ποιητικός. | |
| 40739 | πλαστικοποιώ | [πλαστικοποιῶ] πλα-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πλαστικοποι-είς ... | πλαστικοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. καλύπτω επιφάνεια με λεπτό στρώμα πλαστικού ή σπάν. βερνίκι για την προφύλαξή της. 2. ΧΗΜ. κάνω εύκαμπτο ένα πολυμερές υλικό με την εισαγωγή πλαστικοποιητή. Βλ. -ποιώ. ● Μτχ.: πλαστικοποιημένος , η, ο: ~η: ταυτότητα. ~ο: νοβοπάν/πάσο/ύφασμα/χαρτί.|| ~η: λαμαρίνα. ~ο: PVC/ύφασμα. [< αγγλ. plasticize, 1919, γαλλ. plastifier, περ. 1930] | |
| 40740 | πλαστικός | , ή, ό πλα-στι-κός επίθ. 1. κατασκευασμένος από πλαστικό: ~ός: δίσκος/κάδος/σωλήνας/χλοοτάπητας (ΑΝΤ. φυσικός). ~ή: θήκη/καρέκλα/κάρτα (= πιστωτική)/μεμβράνη/συσκευασία. ~ό: δοχείο (βλ. τάπερ)/κάλυμμα/μπουκάλι/υλικό/φιλμ. ~ές: σακούλες (ΑΝΤ. οικολογικές)/σφαίρες/τσάντες. ~ά: γάντια/είδη/πέλματα/πόδια επίπλων/προϊόντα/σκεύη/φυτά. Βλ. συνθετικός. 2. που σχετίζεται με τη δημιουργία αισθητικών μορφών από μαλακό ή σκληρό υλικό: ~ός: διάκοσμος. ~ή: αναπαράσταση/απόδοση. ~ές: φόρμες. ~ά: έργα. Πβ. γλυπτός, εικαστικός. 3. που αναφέρεται στην πλαστική χειρουργική: ~ή: ομορφιά. ~ό: στήθος. 4. εύπλαστος, μαλακός: οι ~ές ιδιότητες του ζυμαριού/κεριού.|| ~ή: άργιλος (: που χρησιμοποιείται στην κεραμική).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ή: άρθρωση/κάμψη/ροπή. 5. αρμονικός, καλλίγραμμος: ~ές: κινήσεις. Πβ. συμμετρικός. 6. (μτφ.) επίπλαστος: ~ός: κόσμος. ~ή: ευγένεια/ζωή. ~ές: ιδέες. ~ά: χαμόγελα. Πβ. πλαστός. ΣΥΝ. νάιλον (2) ● Ουσ.: πλαστική (η): γλυπτική. ● ΣΥΜΠΛ.: πλαστικές εκρηκτικές ύλες/πλαστικά εκρηκτικά: εκρηκτικά σε εύκαμπτη ή ελαστική μορφή, για να πλάθονται εύκολα γύρω από το αντικείμενο στο οποίο τοποθετούνται. [< αγγλ. plastic explosive, 1906] , πλαστικές τέχνες: εικαστικές τέχνες. [< γαλλ. arts plastiques, αγγλ. plastic arts] , πλαστικές ύλες: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καθένα από τα σύνθετα πολυμερή με μεγάλο μοριακό βάρος που μορφοποιούνται με ειδική επεξεργασία σε διάφορα σχήματα. Βλ. ακρυλικό, βακελίτης, νάιλον, πλεξιγκλάς, πολυεστέρες, πολυουρεθάνη, PVC, ρητίνη, σιλικόνη, τεφλόν. [< γαλλ. matières plastiques, 1913] , πλαστική εγχείρηση/επέμβαση & (προφ.) πλαστική: ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την επανορθωτική ή την αισθητική ανάπλαση, αποκατάσταση ιστών: ~ ~ αυτιών (= ωτοπλαστική)/βλεφάρων (= βλεφαροπλαστική)/βραχιόνων/κοιλίας (= κοιλιοπλαστική)/στήθους/μύτης (= ρινοπλαστική)/προσώπου/σώματος/χειλέων., πλαστική χειρουργική: ΙΑΤΡ. κλάδος της χειρουργικής που έχει ως αντικείμενο τις πλαστικές επεμβάσεις: αισθητική/επανορθωτική ~ ~. Εξειδίκευση στην ~ ~ μαστού (= μαστοπηξία)/περιοδοντίου/προσώπου. [< αγγλ. plastic surgery] , πλαστικό φαγητό (προφ.): τυποποιημένο φαγητό, συνήθ. των φαστ φουντ. Πβ. τζανκ φουντ., πλαστικό χρήμα: πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες. [< αγγλ. plastic money, 1969] , πλαστικό χρώμα & (προφ.) πλαστικό: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. χρώμα εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης που χαρακτηρίζεται από μεγάλη καλυπτικότητα, φωτεινότητα, αντοχή, ευκολία εφαρμογής, ισχυρή πρόσφυση και γρήγορο στέγνωμα. Βλ. λάτεξ. [< αγγλ. plastic paint, 1925] , πλαστικός - επανορθωτικός χειρουργός & (προφ.) πλαστικός: γιατρός ειδικευμένος στην πλαστική και επανορθωτική χειρουργική. [< αγγλ. plastic surgeon] , πλαστική παραμόρφωση βλ. παραμόρφωση [< 1,3,6: αγγλ. plastic 2,4: αρχ. πλαστικός 5: γαλλ. plastique] | |
| 40741 | πλαστικότητα | πλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) η ιδιότητα του εύπλαστου: (ΓΕΩΛ.) δείκτης/όριο ~ας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του εγκεφάλου/νευρικού συστήματος/των νευρώνων. Βλ. ελαστικότητα. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. έντονη και ρεαλιστική απόδοση του όγκου: ~ των εικόνων/των μορφών/της φόρμας. 3. (λόγ.) αισθητική ομορφιά: ~ του λόγου/σώματος. Πβ. αρμονία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. plasticité] | |
| 40742 | πλάστιμος | , η, ο πλά-στι-μος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για υλικό ή κατασκευή) που μπορεί να αντέξει μεγάλες παραμορφώσεις χωρίς να καταστραφεί. Πβ. ελατός, όλκιμος, παραμορφώσιμος. ΑΝΤ. ψαθυρός [< αγγλ.-γαλλ. ductile] | |
| 40743 | πλαστιμότητα | πλα-στι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ιδιότητα υλικού, δομικού στοιχείου ή κατασκευής να αντέχει στις μεγάλες παραμορφώσεις: απαιτήσεις/δείκτης ~ας. Πβ. ελατ-, παραμορφωσιμ-, ολκιμ-ότητα. ΑΝΤ. ψαθυρότητα [< γαλλ. ductilité, αγγλ. ductility] | |
| 40744 | πλαστογράφημα | πλα-στο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πλαστό κείμενο, έγγραφο που έχει παραποιηθεί ή διαστρεβλωθεί. Βλ. -γράφημα. [< μτγν. πλαστογράφημα] | |
| 40745 | πλαστογράφηση | πλα-στο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του πλαστογραφώ, πλαστογραφία: ~ εγγράφων/υπογραφής.|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/ιστορίας. Πβ. αλλοίωση, διαστρέβλωση. Βλ. -γράφηση. | |
| 40747 | πλαστογραφικός | , ή, ό πλα-στο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλαστογραφία. | |
| 40748 | πλαστογράφος | πλα-στο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο που διαπράττει πλαστογραφία. Πβ. παραχαράκτης.|| (μτφ.) Πβ. διαστρεβλωτής, διαστροφέας. Βλ. -γράφος. [< μτγν. πλαστογράφος] | |
| 40749 | πλαστογραφώ | [πλαστογραφῶ] πλα-στο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {πλαστογραφ-είς ..., -ώντας | πλαστογράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. κάνω πλαστογραφία: ~ησε τον γραφικό χαρακτήρα/την υπογραφή. Διαβατήριο/έγγραφο/ταυτότητα που έχει ~ηθεί. Πβ. παραχαράσσω.|| ~ημένη: άδεια. ~ημένο: κείμενο. Βλ. -γραφώ. 2. (μτφ.) αλλοιώνω, διαστρεβλώνω, παραποιώ: ~ την αλήθεια/τις απόψεις κάποιου/τα γεγονότα. ~ημένη εικόνα της πραγματικότητας. ΣΥΝ. νοθεύω (2), χαλκεύω (1) [< 1: μτγν. πλαστογραφῶ] | |
| 40750 | πλαστοπροσωπία | πλα-στο-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. οικειοποίηση της ταυτότητας άλλου προσώπου, παρουσίαση αντί άλλου, με σκοπό την εξαπάτηση ή την εξυπηρέτηση συμφερόντων. Βλ. αντι-, ιδιο-ποίηση, πλαστογραφία, ταυτοπροσωπία. | |
| 40751 | πλαστός | , ή, ό πλα-στός επίθ. ΣΥΝ. ψεύτικος 1. που αποτελεί απομίμηση του αυθεντικού, με σκοπό την εξαπάτηση· κάλπικος, κίβδηλος: ~ός: πίνακας (ζωγραφικής). ~ή: άδεια/επιταγή/πιστωτική κάρτα/σφραγίδα. ~ό: διαβατήριο/έγγραφο. ~ά: έργα τέχνης/χαρτονομίσματα. Βλ. βέρος. ΣΥΝ. νόθος (2) ΑΝΤ. αυθεντικός (1), γνήσιος (1) 2. (μτφ.) επινοημένος, φτιαχτός, μη πραγματικός: ~ή: διήγηση/ιστορία (πβ. μυθώδης). ~ό: δίλημμα (πβ. επίπλαστος). ~ές: ανάγκες (= πλασματικές)/υποσχέσεις. Πβ. κατασκευασμένος, τεχνητός. ● επίρρ.: πλαστά [< αρχ. πλαστός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ