| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40742 | πλάστιμος | , η, ο πλά-στι-μος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για υλικό ή κατασκευή) που μπορεί να αντέξει μεγάλες παραμορφώσεις χωρίς να καταστραφεί. Πβ. ελατός, όλκιμος, παραμορφώσιμος. ΑΝΤ. ψαθυρός [< αγγλ.-γαλλ. ductile] | |
| 40743 | πλαστιμότητα | πλα-στι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ιδιότητα υλικού, δομικού στοιχείου ή κατασκευής να αντέχει στις μεγάλες παραμορφώσεις: απαιτήσεις/δείκτης ~ας. Πβ. ελατ-, παραμορφωσιμ-, ολκιμ-ότητα. ΑΝΤ. ψαθυρότητα [< γαλλ. ductilité, αγγλ. ductility] | |
| 40744 | πλαστογράφημα | πλα-στο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πλαστό κείμενο, έγγραφο που έχει παραποιηθεί ή διαστρεβλωθεί. Βλ. -γράφημα. [< μτγν. πλαστογράφημα] | |
| 40745 | πλαστογράφηση | πλα-στο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του πλαστογραφώ, πλαστογραφία: ~ εγγράφων/υπογραφής.|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/ιστορίας. Πβ. αλλοίωση, διαστρέβλωση. Βλ. -γράφηση. | |
| 40747 | πλαστογραφικός | , ή, ό πλα-στο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλαστογραφία. | |
| 40748 | πλαστογράφος | πλα-στο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο που διαπράττει πλαστογραφία. Πβ. παραχαράκτης.|| (μτφ.) Πβ. διαστρεβλωτής, διαστροφέας. Βλ. -γράφος. [< μτγν. πλαστογράφος] | |
| 40749 | πλαστογραφώ | [πλαστογραφῶ] πλα-στο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {πλαστογραφ-είς ..., -ώντας | πλαστογράφ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. κάνω πλαστογραφία: ~ησε τον γραφικό χαρακτήρα/την υπογραφή. Διαβατήριο/έγγραφο/ταυτότητα που έχει ~ηθεί. Πβ. παραχαράσσω.|| ~ημένη: άδεια. ~ημένο: κείμενο. Βλ. -γραφώ. 2. (μτφ.) αλλοιώνω, διαστρεβλώνω, παραποιώ: ~ την αλήθεια/τις απόψεις κάποιου/τα γεγονότα. ~ημένη εικόνα της πραγματικότητας. ΣΥΝ. νοθεύω (2), χαλκεύω (1) [< 1: μτγν. πλαστογραφῶ] | |
| 40750 | πλαστοπροσωπία | πλα-στο-προ-σω-πί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. οικειοποίηση της ταυτότητας άλλου προσώπου, παρουσίαση αντί άλλου, με σκοπό την εξαπάτηση ή την εξυπηρέτηση συμφερόντων. Βλ. αντι-, ιδιο-ποίηση, πλαστογραφία, ταυτοπροσωπία. | |
| 40751 | πλαστός | , ή, ό πλα-στός επίθ. ΣΥΝ. ψεύτικος 1. που αποτελεί απομίμηση του αυθεντικού, με σκοπό την εξαπάτηση· κάλπικος, κίβδηλος: ~ός: πίνακας (ζωγραφικής). ~ή: άδεια/επιταγή/πιστωτική κάρτα/σφραγίδα. ~ό: διαβατήριο/έγγραφο. ~ά: έργα τέχνης/χαρτονομίσματα. Βλ. βέρος. ΣΥΝ. νόθος (2) ΑΝΤ. αυθεντικός (1), γνήσιος (1) 2. (μτφ.) επινοημένος, φτιαχτός, μη πραγματικός: ~ή: διήγηση/ιστορία (πβ. μυθώδης). ~ό: δίλημμα (πβ. επίπλαστος). ~ές: ανάγκες (= πλασματικές)/υποσχέσεις. Πβ. κατασκευασμένος, τεχνητός. ● επίρρ.: πλαστά [< αρχ. πλαστός] | |
| 40752 | πλαστότητα | πλα-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλαστού: ~ της (υπο)γραφής/των δεδομένων/ενός έργου τέχνης/των στοιχείων/των χειρογράφων. Αναγνώριση/ανιχνευτής/διαπίστωση/έλεγχος ~ας χαρτονομισμάτων. Απέδειξε την ~ του εγγράφου. Βλ. εικονικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. γνησιότητα [< μεσν. πλαστότης] | |
| 40753 | πλαστούργημα | πλα-στούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δημιούργημα. Βλ. κατασκεύασμα. [< μτγν. πλαστούργημα] | |
| 40754 | πλαστουργός | πλα-στουρ-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. Π) ο Θεός. ΣΥΝ. κτίστης (2), Πλάστης 2. (σπάν.) αυτός που κάνει, δημιουργεί κάτι. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. πλαστουργός] | |
| 40755 | πλαστουργώ | [πλαστουργῶ] πλα-στουρ-γώ ρ. (μτβ.) {πλαστουργ-είς ...} (λόγ.): δημιουργώ. [< μτγν. πλαστουργῶ] | |
| 40756 | πλαστρόν | πλα-στρόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υφασμάτινο κομμάτι ρούχου, κυρ. φόρμας ή ποδιάς, που καλύπτει τον θώρακα. Βλ. επιστήθιο. [< γαλλ. plastron] | |
| 40757 | πλαταγή | πλα-τα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ. κουδουνίστρα. 2. (λόγ.) πλατάγισμα. [< αρχ. πλαταγή ‘ξύλινο ή μεταλλικό όργανο που παράγει κρότο’] | |
| 40758 | πλαταγίζω | πλα-τα-γί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλατάγι-σε, πλαταγίζ-οντας} (κυρ. λογοτ.): παράγω χαρακτηριστικό έντονο ήχο που προέρχεται από την πρόσκρουση σε πλατιά επιφάνεια. [< μτγν. πλαταγῶ] | |
| 40759 | πλατάγισμα | πλα-τά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πλαταγισμός (ο) (κυρ. λογοτ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πλαταγίζω: ~ της γλώσσας. | |
| 40760 | πλαταίνω | πλα-ταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλάτυνε, πλατύνει, πλαταίν-οντας, λόγ. μτχ. πεπλατυσμένος} 1. αυξάνω το πλάτος. ΣΥΝ. διαπλατύνω, φαρδαίνω ΑΝΤ. στενεύω (1) 2. (μτφ.) διευρύνω, αποκτώ μεγαλύτερη ευρύτητα, διάσταση. ΑΝΤ. περιορίζω (1), στενεύω (2) [< μεσν. πλαταίνω < μτγν. πλατύνω] | |
| 40761 | πλατάνι | βλ. πλάτανος | |
| 40762 | πλατανόδασος | πλα-τα-νό-δα-σος ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πλατανοδάσος: δάσος με πλατάνους. Βλ. -δασος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ