| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40752 | πλαστότητα | πλα-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλαστού: ~ της (υπο)γραφής/των δεδομένων/ενός έργου τέχνης/των στοιχείων/των χειρογράφων. Αναγνώριση/ανιχνευτής/διαπίστωση/έλεγχος ~ας χαρτονομισμάτων. Απέδειξε την ~ του εγγράφου. Βλ. εικονικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. γνησιότητα [< μεσν. πλαστότης] | |
| 40753 | πλαστούργημα | πλα-στούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δημιούργημα. Βλ. κατασκεύασμα. [< μτγν. πλαστούργημα] | |
| 40754 | πλαστουργός | πλα-στουρ-γός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. Π) ο Θεός. ΣΥΝ. κτίστης (2), Πλάστης 2. (σπάν.) αυτός που κάνει, δημιουργεί κάτι. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. πλαστουργός] | |
| 40755 | πλαστουργώ | [πλαστουργῶ] πλα-στουρ-γώ ρ. (μτβ.) {πλαστουργ-είς ...} (λόγ.): δημιουργώ. [< μτγν. πλαστουργῶ] | |
| 40756 | πλαστρόν | πλα-στρόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υφασμάτινο κομμάτι ρούχου, κυρ. φόρμας ή ποδιάς, που καλύπτει τον θώρακα. Βλ. επιστήθιο. [< γαλλ. plastron] | |
| 40757 | πλαταγή | πλα-τα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧ. κουδουνίστρα. 2. (λόγ.) πλατάγισμα. [< αρχ. πλαταγή ‘ξύλινο ή μεταλλικό όργανο που παράγει κρότο’] | |
| 40758 | πλαταγίζω | πλα-τα-γί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλατάγι-σε, πλαταγίζ-οντας} (κυρ. λογοτ.): παράγω χαρακτηριστικό έντονο ήχο που προέρχεται από την πρόσκρουση σε πλατιά επιφάνεια. [< μτγν. πλαταγῶ] | |
| 40759 | πλατάγισμα | πλα-τά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πλαταγισμός (ο) (κυρ. λογοτ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πλαταγίζω: ~ της γλώσσας. | |
| 40760 | πλαταίνω | πλα-ταί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλάτυνε, πλατύνει, πλαταίν-οντας, λόγ. μτχ. πεπλατυσμένος} 1. αυξάνω το πλάτος. ΣΥΝ. διαπλατύνω, φαρδαίνω ΑΝΤ. στενεύω (1) 2. (μτφ.) διευρύνω, αποκτώ μεγαλύτερη ευρύτητα, διάσταση. ΑΝΤ. περιορίζω (1), στενεύω (2) [< μεσν. πλαταίνω < μτγν. πλατύνω] | |
| 40761 | πλατάνι | βλ. πλάτανος | |
| 40762 | πλατανόδασος | πλα-τα-νό-δα-σος ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πλατανοδάσος: δάσος με πλατάνους. Βλ. -δασος. | |
| 40763 | πλάτανος | πλά-τα-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνου} & (προφ.) πλατάνι (το): ΒΟΤ. μεγάλο δέντρο μακρόβιο, υδρόφιλο και φυλλοβόλο (οικογ. Platanaceae), με φύλλα σε σχήμα παλάμης, που φυτρώνει σε εύκρατες περιοχές. ● ΦΡ.: χαιρέτα μου/μας τον πλάτανο (ειρων.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πραγματοποιηθεί κάποιο σχέδιο ή αυτό που λέει κάποιος. Πβ. καλά κρασιά! [< μεσν. πλάτανος] | |
| 40764 | πλαταράς | πλα-τα-ράς ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): άνδρας, συνήθ. γυμνασμένος, με φαρδιές πλάτες. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς. | |
| 40765 | πλατεία | [πλατεῖα] πλα-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ανοιχτός δημόσιος χώρος σε κεντρικό σημείο κατοικημένης περιοχής, στον οποίο συγκεντρώνεται κόσμος, συνήθ. για λόγους αναψυχής: ιστορική/κατάμεστη/κυκλική/κύρια/πλακόστρωτη/πολυσύχναστη/τετράγωνη ~. ~ Aριστοτέλους/Δημοκρατίας/Ελευθερίας/Συντάγματος. Στην ~ του χωριού. Ανάπλαση/διαμόρφωση/δημιουργία/μετονομασία ~ας. (λόγ.) Κτίριο επί της ~ας. Έδωσαν ραντεβού στην ~. Διοργανώνεται συλλαλητήριο στην ~ ... Βλ. πάρκο, πεζόδρομος. 2. (σε θέατρο ή κινηματογράφο) ο χώρος όπου κάθονται οι θεατές (εκτός από τον εξώστη και τα θεωρεία)· συνεκδ. το αντίστοιχο κοινό: θέσεις/καθίσματα στην ~. Τιμή εισιτηρίου: ~ ... €.|| Η ~ ξέσπασε σε χειροκροτήματα. ● Υποκ.: πλατειούλα & (σπάν.) πλατεΐτσα (η): στη σημ. 1. [< 1: μτγν. πλατεῖα, γαλλ. place 2: ιταλ. platea] | |
| 40766 | πλατειάζω | πλα-τει-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {πλατεία-σα, πλατειά-σει, πλατειάζ-οντας} (λόγ.): εκφράζομαι (προφορικά ή γραπτά) με περισσότερα λόγια από τα απαραίτητα, μακρηγορώ. Πβ. απεραντο-, περιττο-λογώ, φλυαρώ. ΑΝΤ. λακωνίζω. [< αρχ. πλατειάζω 'μιλώ με δωρική προφορά', αγγλ. enlarge] | |
| 40767 | πλατειασμός | πλα-τει-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τρόπος έκφρασης (προφορικής ή γραπτής) με πολλά και περιττά λόγια, μακρηγορία. Πβ. απεραντο-, περιττο-, πολυ-λογία, φλυαρία. ΑΝΤ. βραχυλογία, λακωνικότητα. [< μτγν. πλατειασμός 'πλατιά προφορά (όπως των Δωριέων) , αγγλ. enlargement] | |
| 40768 | πλάτεμα | πλά-τε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αύξηση του πλάτους. Πβ. φάρδεμα. Βλ. βάθεμα, -μα2.|| (μτφ.) Πβ. διεύρυνση, επέκταση. ΑΝΤ. στένεμα. ΣΥΝ. πλάτυνση | |
| 40769 | πλάτη | πλά-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το πίσω μέρος του ανθρώπινου σώματος από τους ώμους ως το τέλος της σπονδυλικής στήλης: κυρτή ~ (βλ. κύφωση, σκολίωση). Μήκος/(άνω/κάτω) τμήμα ~ης. Ενόχληση/πόνος στην ~ (βλ. οσφυαλγία). Τραύμα στην ~. Ασκήσεις ενδυνάμωσης για τους μυς της ~ης. Πιάστηκε η ~ μου. Ίσιωσε/τέντωσε την ~ σου (: μην καμπουριάζεις)! Ξαπλώνω με τη ~ προς τα κάτω (βλ. ανάσκελα). Στηρίζομαι με την ~ (ακουμπισμένη) σε ... Τον χτύπησε φιλικά στην ~. Δέχτηκε μια μαχαιριά στην ~ (= πισώπλατα). Στέκονταν ~ με ~. Έχει γυμνασμένες/δυνατές/φαρδιές/στενές ~ες.|| Τσάντα ~ης (βλ. σάκα, σακίδιο).|| (συνεκδ. για ρούχο) Φόρεμα με ανοιχτή ~ (= εξώπλατο).|| Η ~ ενός ζώου. Πβ. σπάλα, ωμο~. ΣΥΝ. νώτα (1), ράχη (1) 2. (κατ' επέκτ.) το πίσω μέρος επίπλου ή άλλου αντικειμένου: η ~ της βιβλιοθήκης/του καναπέ/της καρέκλας. Κάθισμα με αναδιπλούμενη/ανακλινόμενη/ανατομική/ρυθμιζόμενη/χαμηλή/ψηλή ~.|| Η ~ του βιβλίου/της κουζίνας/του ψυγείου. ● Υποκ.: πλατούλα & πλατίτσα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: πλατάρες (οι) (προφ., συνήθ. για άνδρα): στη σημ. 1. Βλ. πλαταράς. ● ΦΡ.: βάζω πλάτη (σε κάποιον) (προφ.): τον βοηθώ, τον στηρίζω: Του έβαλαν ~, για να υλοποιηθούν τα σχέδιά του., γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι: σε ένδειξη περιφρόνησης· κατ' επέκτ. αρνούμαι να βοηθήσω κάποιον, αδιαφορώ για κάτι: Του γύρισε/έστρεψε επιδεικτικά ~.|| Το εκλογικό σώμα ~ ~ στα κόμματα εξουσίας. Πβ. αποδοκιμάζω.|| Μη γυρίζεις ~ ~ σου στις ευκαιρίες!, έχει (γερές) πλάτες (μτφ.-προφ.): έχει (ισχυρό) μέσο. ΣΥΝ. έχει (γερό/μεγάλο) δόντι, έχει άκρες, κάνω πλάτες (προφ.): παρέχω στήριξη σε μεμπτή πράξη, καλύπτω: Έκαναν ~ σε παράνομες ενέργειες.|| Του έκανε ~ (= του παρείχε άλλοθι)., πίσω από την πλάτη (κάποιου): κρυφά από κάποιον, όταν δεν είναι παρών ή χωρίς να το αντιλαμβάνεται: Την κατηγορούσε ~ ~ της. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι συνέβαινε ~ ~ του. [< αγγλ. behind one's back, γαλλ. derrière le dos de quelqu'un] , στην πλάτη (κάποιου) & στις πλάτες (κάποιου): για κάτι (πχ. ευθύνη, υποχρέωση, ψυχολογική πίεση) που βαρύνει κάποιον: Έχουν/κουβαλούν/σηκώνουν βαριά κληρονομιά/πολλά χρέη/τεράστια ιστορία ~ ~ τους. Έχουν πέσει όλα τα προβλήματα ~ ~ μου (= στην καμπούρα, στους ώμους μου). Ρίχνουν το φταίξιμο στις ~ες άλλων.|| Παιχνίδια στις ~ες (= σε βάρος) του κοσμάκη.|| Έχει πολλά χρόνια ~ ~ του (: είναι ηλικιωμένος). [< αγγλ. at one's back, γαλλ. sur les dos] , στις/με τις πλάτες (μειωτ.): με τη βοήθεια, υποστήριξη: Στηρίζεται σε ξένες ~/στην δική της αξία και όχι στις ~ άλλων. Ανέβηκε στην εξουσία με τις ~ ισχυρών., (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του) βλ. σηκώνω, (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο βλ. πόδι, η τύχη μού γυρίζει την πλάτη βλ. τύχη, με την πλάτη στον τοίχο βλ. τοίχος, φορτώνομαι στην πλάτη μου βλ. φορτώνω, χορεύει (πάνω) στις πλάτες βλ. χορεύω [< 1: αρχ. πληθ. πλάται 2: αγγλ. back, γαλλ. dos] | |
| 40781 | πλάτη | : το επίθετο πλατύς ως α' συνθετικό λέξεων: πλατύ-σκαλο (βλ. κεφαλό-). Πλατύ-στερνος (πβ. ευρύ-). Βλ. στενο-.|| Πλατύ-φυλλος.|| Πλατυ-ποδία. | |
| 40770 | πλατίνα | πλα-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. λευκόχρυσος. Βλ. παλλάδιο2, χρυσός. 2. (συνεκδ. στη ΜΟΥΣ.) πλατινένιος δίσκος. ● πλατίνες (οι): ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικές επαφές στο σύστημα ανάφλεξης της μηχανής αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας, που μεταβάλλουν την τάση του ηλεκτρικού ρεύματος από χαμηλή σε υψηλή. Βλ. μπουζί, ντιστριμπιτέρ, πολλαπλασιαστής. [< γαλλ. vis platinées] [< γαλλ. platine] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ