| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40763 | πλάτανος | πλά-τα-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνου} & (προφ.) πλατάνι (το): ΒΟΤ. μεγάλο δέντρο μακρόβιο, υδρόφιλο και φυλλοβόλο (οικογ. Platanaceae), με φύλλα σε σχήμα παλάμης, που φυτρώνει σε εύκρατες περιοχές. ● ΦΡ.: χαιρέτα μου/μας τον πλάτανο (ειρων.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πραγματοποιηθεί κάποιο σχέδιο ή αυτό που λέει κάποιος. Πβ. καλά κρασιά! [< μεσν. πλάτανος] | |
| 40764 | πλαταράς | πλα-τα-ράς ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): άνδρας, συνήθ. γυμνασμένος, με φαρδιές πλάτες. Πβ. φουσκωτός. Βλ. -αράς. | |
| 40765 | πλατεία | [πλατεῖα] πλα-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ανοιχτός δημόσιος χώρος σε κεντρικό σημείο κατοικημένης περιοχής, στον οποίο συγκεντρώνεται κόσμος, συνήθ. για λόγους αναψυχής: ιστορική/κατάμεστη/κυκλική/κύρια/πλακόστρωτη/πολυσύχναστη/τετράγωνη ~. ~ Aριστοτέλους/Δημοκρατίας/Ελευθερίας/Συντάγματος. Στην ~ του χωριού. Ανάπλαση/διαμόρφωση/δημιουργία/μετονομασία ~ας. (λόγ.) Κτίριο επί της ~ας. Έδωσαν ραντεβού στην ~. Διοργανώνεται συλλαλητήριο στην ~ ... Βλ. πάρκο, πεζόδρομος. 2. (σε θέατρο ή κινηματογράφο) ο χώρος όπου κάθονται οι θεατές (εκτός από τον εξώστη και τα θεωρεία)· συνεκδ. το αντίστοιχο κοινό: θέσεις/καθίσματα στην ~. Τιμή εισιτηρίου: ~ ... €.|| Η ~ ξέσπασε σε χειροκροτήματα. ● Υποκ.: πλατειούλα & (σπάν.) πλατεΐτσα (η): στη σημ. 1. [< 1: μτγν. πλατεῖα, γαλλ. place 2: ιταλ. platea] | |
| 40766 | πλατειάζω | πλα-τει-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {πλατεία-σα, πλατειά-σει, πλατειάζ-οντας} (λόγ.): εκφράζομαι (προφορικά ή γραπτά) με περισσότερα λόγια από τα απαραίτητα, μακρηγορώ. Πβ. απεραντο-, περιττο-λογώ, φλυαρώ. ΑΝΤ. λακωνίζω. [< αρχ. πλατειάζω 'μιλώ με δωρική προφορά', αγγλ. enlarge] | |
| 40767 | πλατειασμός | πλα-τει-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τρόπος έκφρασης (προφορικής ή γραπτής) με πολλά και περιττά λόγια, μακρηγορία. Πβ. απεραντο-, περιττο-, πολυ-λογία, φλυαρία. ΑΝΤ. βραχυλογία, λακωνικότητα. [< μτγν. πλατειασμός 'πλατιά προφορά (όπως των Δωριέων) , αγγλ. enlargement] | |
| 40768 | πλάτεμα | πλά-τε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): αύξηση του πλάτους. Πβ. φάρδεμα. Βλ. βάθεμα, -μα2.|| (μτφ.) Πβ. διεύρυνση, επέκταση. ΑΝΤ. στένεμα. ΣΥΝ. πλάτυνση | |
| 40769 | πλάτη | πλά-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. το πίσω μέρος του ανθρώπινου σώματος από τους ώμους ως το τέλος της σπονδυλικής στήλης: κυρτή ~ (βλ. κύφωση, σκολίωση). Μήκος/(άνω/κάτω) τμήμα ~ης. Ενόχληση/πόνος στην ~ (βλ. οσφυαλγία). Τραύμα στην ~. Ασκήσεις ενδυνάμωσης για τους μυς της ~ης. Πιάστηκε η ~ μου. Ίσιωσε/τέντωσε την ~ σου (: μην καμπουριάζεις)! Ξαπλώνω με τη ~ προς τα κάτω (βλ. ανάσκελα). Στηρίζομαι με την ~ (ακουμπισμένη) σε ... Τον χτύπησε φιλικά στην ~. Δέχτηκε μια μαχαιριά στην ~ (= πισώπλατα). Στέκονταν ~ με ~. Έχει γυμνασμένες/δυνατές/φαρδιές/στενές ~ες.|| Τσάντα ~ης (βλ. σάκα, σακίδιο).|| (συνεκδ. για ρούχο) Φόρεμα με ανοιχτή ~ (= εξώπλατο).|| Η ~ ενός ζώου. Πβ. σπάλα, ωμο~. ΣΥΝ. νώτα (1), ράχη (1) 2. (κατ' επέκτ.) το πίσω μέρος επίπλου ή άλλου αντικειμένου: η ~ της βιβλιοθήκης/του καναπέ/της καρέκλας. Κάθισμα με αναδιπλούμενη/ανακλινόμενη/ανατομική/ρυθμιζόμενη/χαμηλή/ψηλή ~.|| Η ~ του βιβλίου/της κουζίνας/του ψυγείου. ● Υποκ.: πλατούλα & πλατίτσα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: πλατάρες (οι) (προφ., συνήθ. για άνδρα): στη σημ. 1. Βλ. πλαταράς. ● ΦΡ.: βάζω πλάτη (σε κάποιον) (προφ.): τον βοηθώ, τον στηρίζω: Του έβαλαν ~, για να υλοποιηθούν τα σχέδιά του., γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι: σε ένδειξη περιφρόνησης· κατ' επέκτ. αρνούμαι να βοηθήσω κάποιον, αδιαφορώ για κάτι: Του γύρισε/έστρεψε επιδεικτικά ~.|| Το εκλογικό σώμα ~ ~ στα κόμματα εξουσίας. Πβ. αποδοκιμάζω.|| Μη γυρίζεις ~ ~ σου στις ευκαιρίες!, έχει (γερές) πλάτες (μτφ.-προφ.): έχει (ισχυρό) μέσο. ΣΥΝ. έχει (γερό/μεγάλο) δόντι, έχει άκρες, κάνω πλάτες (προφ.): παρέχω στήριξη σε μεμπτή πράξη, καλύπτω: Έκαναν ~ σε παράνομες ενέργειες.|| Του έκανε ~ (= του παρείχε άλλοθι)., πίσω από την πλάτη (κάποιου): κρυφά από κάποιον, όταν δεν είναι παρών ή χωρίς να το αντιλαμβάνεται: Την κατηγορούσε ~ ~ της. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι συνέβαινε ~ ~ του. [< αγγλ. behind one's back, γαλλ. derrière le dos de quelqu'un] , στην πλάτη (κάποιου) & στις πλάτες (κάποιου): για κάτι (πχ. ευθύνη, υποχρέωση, ψυχολογική πίεση) που βαρύνει κάποιον: Έχουν/κουβαλούν/σηκώνουν βαριά κληρονομιά/πολλά χρέη/τεράστια ιστορία ~ ~ τους. Έχουν πέσει όλα τα προβλήματα ~ ~ μου (= στην καμπούρα, στους ώμους μου). Ρίχνουν το φταίξιμο στις ~ες άλλων.|| Παιχνίδια στις ~ες (= σε βάρος) του κοσμάκη.|| Έχει πολλά χρόνια ~ ~ του (: είναι ηλικιωμένος). [< αγγλ. at one's back, γαλλ. sur les dos] , στις/με τις πλάτες (μειωτ.): με τη βοήθεια, υποστήριξη: Στηρίζεται σε ξένες ~/στην δική της αξία και όχι στις ~ άλλων. Ανέβηκε στην εξουσία με τις ~ ισχυρών., (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του) βλ. σηκώνω, (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο βλ. πόδι, η τύχη μού γυρίζει την πλάτη βλ. τύχη, με την πλάτη στον τοίχο βλ. τοίχος, φορτώνομαι στην πλάτη μου βλ. φορτώνω, χορεύει (πάνω) στις πλάτες βλ. χορεύω [< 1: αρχ. πληθ. πλάται 2: αγγλ. back, γαλλ. dos] | |
| 40770 | πλατίνα | πλα-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. λευκόχρυσος. Βλ. παλλάδιο2, χρυσός. 2. (συνεκδ. στη ΜΟΥΣ.) πλατινένιος δίσκος. ● πλατίνες (οι): ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικές επαφές στο σύστημα ανάφλεξης της μηχανής αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας, που μεταβάλλουν την τάση του ηλεκτρικού ρεύματος από χαμηλή σε υψηλή. Βλ. μπουζί, ντιστριμπιτέρ, πολλαπλασιαστής. [< γαλλ. vis platinées] [< γαλλ. platine] | |
| 40771 | πλατινέ | πλα-τι-νέ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): χρώμα μαλλιών πολύ ανοιχτό (σχεδόν άσπρο) και στιλπνό, που μοιάζει με αυτό της πλατίνας: ξανθό ~. Πβ. πλατινένιος. [< γαλλ. platiné] | |
| 40772 | πλατινένιος | , ια, ιο πλα-τι-νέ-νιος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από πλατίνα ή σπανιότ. έχει το χρώμα της. Πβ. πλατινέ. Βλ. -ένιος, λευκόχρυσος, χρυσός. ● ΣΥΜΠΛ.: πλατινένιος δίσκος: ΜΟΥΣ. σιντί που έχει ξεπεράσει τις δώδεκα χιλιάδες πωλήσεις· ειδικότ. το σχετικό βραβείο που απονέμεται τιμητικά στον τραγουδιστή και τους δημιουργούς του: διπλά ~ ~.|| Απονομή ~ιου ~ου. Βλ. χρυσός δίσκος. [< αγγλ. platinum disc, 1971] | |
| 40773 | πλατό | πλα-τό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. χώρος ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος σε στούντιο, όπου γίνονται τηλεοπτικά ή κινηματογραφικά γυρίσματα: ~ (της) εκπομπής. Ο ηθοποιός επέστρεψε στα ~. Βλ. παρασκήνια, σκηνή. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίπεδη στρογγυλή επιφάνεια του πικάπ, πάνω στην οποία τοποθετείται ο δίσκος. 3. (γενικότ.) οποιοδήποτε επίπεδο, δισκοειδές αντικείμενο: ανοξείδωτο (σε κουζίνα)/αποσπώμενο (σε ραπτομηχανή)/σπαστό ~. ~ συμπλέκτη (ενν. αυτοκινήτου). ~ τυριών (πβ. πιατέλα). [< γαλλ. plateau] | |
| 40774 | πλατοκάθισμα | πλα-το-κά-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {πλατοκαθίσμ-ατα, συνήθ. στον πληθ.}: κάλυμμα κυρ. για καθένα από τα μπροστινά καθίσματα αυτοκινήτου, το οποίο φτάνει μέχρι την πλάτη: ~ πετσέτα/ψάθα με ύφασμα. ~ατα δερματίνης/τρυπητά. | |
| 40775 | πλατόνι | πλα-τό-νι ουσ. (ουδ.) & πλατώνι: ΖΩΟΛ. είδος μικρού άγριου ευρασιατικού ελαφιού με πλατιά κέρατα (επιστ. ονομασ. Dama dama): το ~ της Ρόδου. [< μεσν. πλατόνι(ον), μτγν. πλάτωνις (ὁ)] | |
| 40776 | πλάτος | πλά-τος ουσ. (ουδ.) {πλάτ-ους | -η} 1. ΓΕΩΜ. μια από τις τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος (μαζί με το μήκος και το ύψος) ή η συνήθ. μικρότερη από τις δύο διαστάσεις μιας επίπεδης επιφάνειας: ελάχιστο/μέγιστο/(συν)ολικό ~. Το ~ του δρόμου/κουτιού/ποταμού/της σελίδας/του τραπεζιού. ΣΥΝ. εύρος (1), φάρδος (1) 2. (μτφ.) έκταση, εύρος: το ~ ενός όρου. Εντυπωσίαζε με το βάθος και το ~ των γνώσεών/ενδιαφερόντων του. Βλ. ποικιλία. 3. ΦΥΣ. η μέγιστη τιμή που λαμβάνει ένα περιοδικά μεταβαλλόμενο μέγεθος: το ~ της έντασης/ταλάντωσης/τάσης. 4. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) το σύνολο των στενότερων εννοιών οι οποίες υπάγονται σημασιολογικά σε μια ευρύτερη έννοια. Βλ. βάθος. ΑΝΤ. γένος (5) ● πλάτη (τα) (συνήθ. λογοτ.): ευρεία έκταση: τα ~η της θάλασσας/του ουρανού. [< γαλλ. largeurs] ● ΣΥΜΠΛ.: αναζήτηση κατά πλάτος: ΠΛΗΡΟΦ. που επεκτείνεται και στους γειτονικούς κόμβους. ~ ~ ή βάθος., γεωγραφικό πλάτος βλ. γεωγραφικός ● ΦΡ.: κατά πλάτος: ως προς το πλάτος: επέκταση ~ ~. Κινείται ~ ~ του δωματίου., σε βάθος και (σε) πλάτος βλ. βάθος, σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης) βλ. μήκος, σε όλο το μήκος και (το) πλάτος βλ. μήκος [< 1: αρχ. πλάτος 2: αγγλ. breadth, largeur 3: γαλλ. amplitude 4: μτγν.] | |
| 40777 | πλατς | επίρρ. {άκλ.}: ήχος που προκαλείται όταν κάτι πέφτει (ή κινείται μέσα) συνήθ. στο νερό. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 41006 | Πλατσα | βλ. πλάτσα-πλούτσα | |
| 40778 | πλάτσα-πλούτσα | πλά-τσα πλού-τσα {άκλ.} (προφ.) & πλατς-πλουτς, πλιτς-πλατς: ήχος που προκαλείται από κάποιον που πλατσουρίζει. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 40779 | πλατσουρίζω | πλα-τσου-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {πλατσούρισα}: παίζω στο νερό (συνήθ. στα ρηχά), προκαλώντας τον ήχο πλατς. Πβ. τσαλαβουτώ. | |
| 40780 | πλατσούρισμα | πλα-τσού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του πλατσουρίζω. Πβ. τσαλαβούτημα. Βλ. βουτιά, κολύμπι. | |
| 40781 | πλατυ- & πλατύ- | : το επίθετο πλατύς ως α' συνθετικό λέξεων: πλατύ-σκαλο (βλ. κεφαλό-). Πλατύ-στερνος (πβ. ευρύ-). Βλ. στενο-.|| Πλατύ-φυλλος.|| Πλατυ-ποδία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ