Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41360-41380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40782πλατύγυρος, η, ο πλα-τύ-γυ-ρος επίθ. 1. (για καπέλο) που έχει φαρδύ γύρο, μπορ: ~ος: πίλος. ~η: ρεπούμπλικα.|| (ως ουσ.) Ψάθινα ~α. Βλ. πέτασος. 2. (γενικότ.) που έχει πλατιά, φαρδιά περίμετρο. [< αγγλ. wide-brimmed]
40783πλατυέλμινθεςπλα-τυ-έλ-μιν-θες ουσ. (θηλ.) (οι): ΖΩΟΛ. ομάδα ασπόνδυλων ζώων (επιστ. ονομασ. Platyhelminthes) που μοιάζουν με πεπλατυσμένα σκουλήκια και ζουν παρασιτικά σε ζωικούς οργανισμούς ή ελεύθερα στη θάλασσα και στα γλυκά νερά. Βλ. αρθρόποδα, έλμινθες, μαλάκιο, πρωτόζωο, ταινία, τρηματώδης σκώληκας, χορδωτά. [< νεολατ. platyhelminthes]
40784πλατυκέφαλος, η, ο πλα-τυ-κέ-φα-λος επίθ.: που έχει πλατύ κεφάλι: ~ο: καρφί. Βλ. -κέφαλος. [< μτγν. πλατυκέφαλος, γαλλ. platycéphale]
40785πλατυμέτωπος, η, ο πλα-τυ-μέ-τω-πος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. που έχει πλατιά, μεγάλη πρόσοψη. [< μτγν. πλατυμέτωπος]
40786πλάτυνσηπλά-τυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλάτεμα. Πβ. δια~. [< μεσν. πλάτυνσις]
40787πλατύποδαςπλα-τύ-πο-δας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) πλατύπους: ΖΩΟΛ. ορνιθόρυγχος (επιστ. ονομασ. Platypus). [< μτγν. πλατύπους, αγγλ. platypus]
40788πλατυποδίαπλα-τυ-πο-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσμορφία του ενός ή και των δύο ποδιών κατά την οποία απουσιάζει ή υπάρχει χαμηλή καμάρα στο πέλμα. Βλ. βλαισοποδία. [< πβ. αγγλ. platypodia, γαλλ. pieds plats]
40789πλατύς, ιά, ύ πλα-τύς επίθ. {πλατ-ιού | -ιοί κ. (λόγ.) -είς (ουδ. -ιά), -ιών, θηλ. (λόγ.) -ειών| πλατύτ-ερος}: που έχει μεγάλο πλάτος: ~ύς: γιαλός/ποταμός. ~ιά: λεωφόρος. ~ύ: μέτωπο.|| (μτφ.) ~ύ: χαμόγελο (= ζεστό ή ικανοποίησης).|| (μτφ.) ~ύς: ορίζοντας (πβ. ανοιχτός). ~ιά: αντίληψη (= συνολική)/απήχηση (= ευρεία)/αποδοχή/συμμετοχή (= εκτεταμένη). ~ιά: ενημέρωση (= μαζική). Με την ~ιά έννοια (= γενική).|| (μτφ.) ~ιά: μάζα (της κοινωνίας/των πολιτών). ~ιά: λαϊκά στρώματα. ~ύ: κοινό. ΣΥΝ. μεγάλος. Πβ. πολυπληθής. (ΠΟΛΙΤ.) ~ιά: ολομέλεια (: διευρυμένης σύνθεσης μελών). ΣΥΝ. φαρδύς ΑΝΤ. στενός (1), στενός (2) ● επίρρ.: πλατιά (μτφ.): Χαμογελάει ~. ● ΦΡ.: φαρδιά-πλατιά βλ. φαρδύς [< αρχ. πλατύς]
40790πλατύσκαλοπλα-τύ-σκα-λο ουσ. (ουδ.): σκαλοπάτι πιο πλατύ από τα άλλα, που συνήθ. βρίσκεται σε στροφή ή σε κατάληξη σκάλας σε όροφο: ~ της εισόδου/του σπιτιού.
40791πλάτυσμαπλά-τυ-σμα ουσ. (ουδ.) 1. πλάτωμα (συνήθ. σε δρόμους) ή γενικότ. οτιδήποτε προέρχεται από πλάτυνση. 2. ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο πλατείς μυς που βρίσκονται στις δύο πλευρές του λαιμού και εκτείνονται από την κάτω γνάθο ως το οστό της κλείδας∙ συμμετέχει στις κινήσεις του στόματος και του σαγονιού. [< μτγν. πλάτυσμα ‘πεπλατυσμένο αντικείμενο’ 2: αγγλ. platysma]
40792πλατύστερνος, η, ο πλα-τύ-στερ-νος επίθ.: που έχει φαρδύ στέρνο. [< μτγν. πλατύστερνος]
40793πλατύστομος, η, ο πλα-τύ-στο-μος επίθ.: (συνήθ. για αντικείμενο) που έχει μεγάλο στόμιο. [< μτγν. πλατύστομος]
40794ΠλατυτέραΠλα-τυ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ονομασία της Παναγίας που απεικονίζεται συνήθ. σε θρόνο να κρατά το θείο βρέφος∙ συνεκδ. η σχετική εικόνα στο εσωτερικό της κεντρικής κόγχης του ιερού: η ~ των Ουρανών. [< μτγν. Πλατυτέρα]
40795πλατύτηταπλα-τύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): ευρύτητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. πλατύτης]
40796πλατύφυλλος, η, ο βλ. πλατυ-, -φυλλος
40797πλατφόρμαπλατ-φόρ-μα ουσ. (θηλ.) 1. εξέδρα (για διάφορες χρήσεις): θαλάσσια/πλωτή ~ άντλησης (/γεώτρησης) πετρελαίου/εκτόξευσης πυραύλων.|| Ανυψωτική/κινητή/κυλιόμενη/υδραυλική ~. ~ εργασίας/ζύγισης/μεταφοράς. Βλ. γεφυροπλάστιγγα.|| Φορτηγό με ~ (: καρότσα, ρυμούλκα).|| (σε κότερο:) ~ κολύμβησης. Βλ. βατήρας. 2. αποβάθρα: οι ~ες του μετρό/(σιδηροδρομικού) σταθμού. 3. (μτφ., κυρ. στο πολιτικό λεξιλόγιο) σύνολο κοινών αρχών, απόψεων, θέσεων· κατ' επέκτ. πεδίο, χώρος: ιδεολογική/πολιτική ~. Αναζητούν/βρήκαν/διατύπωσαν μια ~ δράσης/συζήτησης/συνεννόησης. Πβ. βάση, πολιτική.|| Ιστοχώρος που αποτελεί (μια) ~ διαλόγου/ενημέρωσης/επικοινωνίας. 4. ΠΛΗΡΟΦ.-ΠΑΙΔΑΓ. συνδυασμός υλισμικού και λογισμικού ή λογισμικό υποστήριξης για συγκεκριμένη δραστηριότητα: διαδραστική/διαδικτυακή/ενιαία/εύχρηστη/ηλεκτρονική/κοινή/ψηφιακή εκπαιδευτική ~. ~ ασύγχρονης (τηλ)εκπαίδευσης/ηλεκτρονικής μάθησης. ~ες ανάπτυξης εφαρμογών.πλατφόρμες (οι): γυναικεία παπούτσια, συνήθ. καλοκαιρινά πέδιλα, με ενιαία σόλα μεγάλου πάχους. [< αγγλ. platforms] ● ΣΥΜΠΛ.: πλατφόρμα δόνησης βλ. δόνηση [< 1,2: γαλλ. plateforme 3,4: αγγλ. platform]
40798πλάτωμαπλά-τω-μα ουσ. (ουδ.): πλατύς, επίπεδος και συνήθ. ανοιχτός χώρος: Ο δρόμος/το μονοπάτι καταλήγει/οδηγεί σε ένα ~. Πβ. άνδηρο, ισιάδα, ίσιωμα. [< μεσν. πλάτωμα]
40799πλατώνιβλ. πλατόνι
40800πλατωνικός, ή, ό πλα-τω-νι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον Πλάτωνα ή τη φιλοσοφία του: ~ός: διάλογος. ~ή: θεωρία/ιδέα. ~ό: ιδεώδες. 2. ιδεατός, νοητός· ειδικότ. που σχετίζεται με τον πλατωνικό έρωτα: ~ή: σχέση. ● Ουσ.: Πλατωνικοί (οι): οι Πλατωνιστές. ● επίρρ.: πλατωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κυρ. στη σημ. 2: αγαπώ/ερωτεύομαι ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πλατωνικός έρωτας: πνευματικός και ψυχικός έρωτας χωρίς σαρκική επαφή. [< 1: μτγν. Πλατωνικός 2: γαλλ. platonique, αγγλ. platonic]
40801πλατωνισμόςπλα-τω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. (συνήθ. με κεφαλ. Π) φιλοσοφικό σύστημα του Πλάτωνα∙ ειδικότ. η αντίληψη ότι τα φυσικά αντικείμενα είναι παροδικές αναπαραστάσεις των σταθερών Ιδεών, οι οποίες είναι οι μόνες που προσφέρουν τη γνώση της αλήθειας: μέσος ~. Πβ. νεο~. Βλ. αριστοτελ-, ερμητ-, ορφ-ισμός. [< γαλλ. platonisme, αγγλ. platonism]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.