Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41360-41380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40771πλατινέπλα-τι-νέ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): χρώμα μαλλιών πολύ ανοιχτό (σχεδόν άσπρο) και στιλπνό, που μοιάζει με αυτό της πλατίνας: ξανθό ~. Πβ. πλατινένιος. [< γαλλ. platiné]
40772πλατινένιος, ια, ιο πλα-τι-νέ-νιος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από πλατίνα ή σπανιότ. έχει το χρώμα της. Πβ. πλατινέ. Βλ. -ένιος, λευκόχρυσος, χρυσός. ● ΣΥΜΠΛ.: πλατινένιος δίσκος: ΜΟΥΣ. σιντί που έχει ξεπεράσει τις δώδεκα χιλιάδες πωλήσεις· ειδικότ. το σχετικό βραβείο που απονέμεται τιμητικά στον τραγουδιστή και τους δημιουργούς του: διπλά ~ ~.|| Απονομή ~ιου ~ου. Βλ. χρυσός δίσκος. [< αγγλ. platinum disc, 1971]
40773πλατόπλα-τό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. χώρος ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος σε στούντιο, όπου γίνονται τηλεοπτικά ή κινηματογραφικά γυρίσματα: ~ (της) εκπομπής. Ο ηθοποιός επέστρεψε στα ~. Βλ. παρασκήνια, σκηνή. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίπεδη στρογγυλή επιφάνεια του πικάπ, πάνω στην οποία τοποθετείται ο δίσκος. 3. (γενικότ.) οποιοδήποτε επίπεδο, δισκοειδές αντικείμενο: ανοξείδωτο (σε κουζίνα)/αποσπώμενο (σε ραπτομηχανή)/σπαστό ~. ~ συμπλέκτη (ενν. αυτοκινήτου). ~ τυριών (πβ. πιατέλα). [< γαλλ. plateau]
40774πλατοκάθισμαπλα-το-κά-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {πλατοκαθίσμ-ατα, συνήθ. στον πληθ.}: κάλυμμα κυρ. για καθένα από τα μπροστινά καθίσματα αυτοκινήτου, το οποίο φτάνει μέχρι την πλάτη: ~ πετσέτα/ψάθα με ύφασμα. ~ατα δερματίνης/τρυπητά.
40775πλατόνιπλα-τό-νι ουσ. (ουδ.) & πλατώνι: ΖΩΟΛ. είδος μικρού άγριου ευρασιατικού ελαφιού με πλατιά κέρατα (επιστ. ονομασ. Dama dama): το ~ της Ρόδου. [< μεσν. πλατόνι(ον), μτγν. πλάτωνις (ὁ)]
40776πλάτοςπλά-τος ουσ. (ουδ.) {πλάτ-ους | -η} 1. ΓΕΩΜ. μια από τις τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος (μαζί με το μήκος και το ύψος) ή η συνήθ. μικρότερη από τις δύο διαστάσεις μιας επίπεδης επιφάνειας: ελάχιστο/μέγιστο/(συν)ολικό ~. Το ~ του δρόμου/κουτιού/ποταμού/της σελίδας/του τραπεζιού. ΣΥΝ. εύρος (1), φάρδος (1) 2. (μτφ.) έκταση, εύρος: το ~ ενός όρου. Εντυπωσίαζε με το βάθος και το ~ των γνώσεών/ενδιαφερόντων του. Βλ. ποικιλία. 3. ΦΥΣ. η μέγιστη τιμή που λαμβάνει ένα περιοδικά μεταβαλλόμενο μέγεθος: το ~ της έντασης/ταλάντωσης/τάσης. 4. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) το σύνολο των στενότερων εννοιών οι οποίες υπάγονται σημασιολογικά σε μια ευρύτερη έννοια. Βλ. βάθος. ΑΝΤ. γένος (5) ● πλάτη (τα) (συνήθ. λογοτ.): ευρεία έκταση: τα ~η της θάλασσας/του ουρανού. [< γαλλ. largeurs] ● ΣΥΜΠΛ.: αναζήτηση κατά πλάτος: ΠΛΗΡΟΦ. που επεκτείνεται και στους γειτονικούς κόμβους. ~ ~ ή βάθος., γεωγραφικό πλάτος βλ. γεωγραφικός ● ΦΡ.: κατά πλάτος: ως προς το πλάτος: επέκταση ~ ~. Κινείται ~ ~ του δωματίου., σε βάθος και (σε) πλάτος βλ. βάθος, σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης) βλ. μήκος, σε όλο το μήκος και (το) πλάτος βλ. μήκος [< 1: αρχ. πλάτος 2: αγγλ. breadth, largeur 3: γαλλ. amplitude 4: μτγν.]
40777πλατςεπίρρ. {άκλ.}: ήχος που προκαλείται όταν κάτι πέφτει (ή κινείται μέσα) συνήθ. στο νερό. [< λ. ηχομιμητ.]
41006Πλατσα

βλ. πλάτσα-πλούτσα

40778πλάτσα-πλούτσαπλά-τσα πλού-τσα {άκλ.} (προφ.) & πλατς-πλουτς, πλιτς-πλατς: ήχος που προκαλείται από κάποιον που πλατσουρίζει. [< λ. ηχομιμητ.]
40779πλατσουρίζωπλα-τσου-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {πλατσούρισα}: παίζω στο νερό (συνήθ. στα ρηχά), προκαλώντας τον ήχο πλατς. Πβ. τσαλαβουτώ.
40780πλατσούρισμαπλα-τσού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του πλατσουρίζω. Πβ. τσαλαβούτημα. Βλ. βουτιά, κολύμπι.
40782πλατύγυρος, η, ο πλα-τύ-γυ-ρος επίθ. 1. (για καπέλο) που έχει φαρδύ γύρο, μπορ: ~ος: πίλος. ~η: ρεπούμπλικα.|| (ως ουσ.) Ψάθινα ~α. Βλ. πέτασος. 2. (γενικότ.) που έχει πλατιά, φαρδιά περίμετρο. [< αγγλ. wide-brimmed]
40783πλατυέλμινθεςπλα-τυ-έλ-μιν-θες ουσ. (θηλ.) (οι): ΖΩΟΛ. ομάδα ασπόνδυλων ζώων (επιστ. ονομασ. Platyhelminthes) που μοιάζουν με πεπλατυσμένα σκουλήκια και ζουν παρασιτικά σε ζωικούς οργανισμούς ή ελεύθερα στη θάλασσα και στα γλυκά νερά. Βλ. αρθρόποδα, έλμινθες, μαλάκιο, πρωτόζωο, ταινία, τρηματώδης σκώληκας, χορδωτά. [< νεολατ. platyhelminthes]
40784πλατυκέφαλος, η, ο πλα-τυ-κέ-φα-λος επίθ.: που έχει πλατύ κεφάλι: ~ο: καρφί. Βλ. -κέφαλος. [< μτγν. πλατυκέφαλος, γαλλ. platycéphale]
40785πλατυμέτωπος, η, ο πλα-τυ-μέ-τω-πος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. που έχει πλατιά, μεγάλη πρόσοψη. [< μτγν. πλατυμέτωπος]
40786πλάτυνσηπλά-τυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλάτεμα. Πβ. δια~. [< μεσν. πλάτυνσις]
40787πλατύποδαςπλα-τύ-πο-δας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) πλατύπους: ΖΩΟΛ. ορνιθόρυγχος (επιστ. ονομασ. Platypus). [< μτγν. πλατύπους, αγγλ. platypus]
40788πλατυποδίαπλα-τυ-πο-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσμορφία του ενός ή και των δύο ποδιών κατά την οποία απουσιάζει ή υπάρχει χαμηλή καμάρα στο πέλμα. Βλ. βλαισοποδία. [< πβ. αγγλ. platypodia, γαλλ. pieds plats]
40789πλατύς, ιά, ύ πλα-τύς επίθ. {πλατ-ιού | -ιοί κ. (λόγ.) -είς (ουδ. -ιά), -ιών, θηλ. (λόγ.) -ειών| πλατύτ-ερος}: που έχει μεγάλο πλάτος: ~ύς: γιαλός/ποταμός. ~ιά: λεωφόρος. ~ύ: μέτωπο.|| (μτφ.) ~ύ: χαμόγελο (= ζεστό ή ικανοποίησης).|| (μτφ.) ~ύς: ορίζοντας (πβ. ανοιχτός). ~ιά: αντίληψη (= συνολική)/απήχηση (= ευρεία)/αποδοχή/συμμετοχή (= εκτεταμένη). ~ιά: ενημέρωση (= μαζική). Με την ~ιά έννοια (= γενική).|| (μτφ.) ~ιά: μάζα (της κοινωνίας/των πολιτών). ~ιά: λαϊκά στρώματα. ~ύ: κοινό. ΣΥΝ. μεγάλος. Πβ. πολυπληθής. (ΠΟΛΙΤ.) ~ιά: ολομέλεια (: διευρυμένης σύνθεσης μελών). ΣΥΝ. φαρδύς ΑΝΤ. στενός (1), στενός (2) ● επίρρ.: πλατιά (μτφ.): Χαμογελάει ~. ● ΦΡ.: φαρδιά-πλατιά βλ. φαρδύς [< αρχ. πλατύς]
40790πλατύσκαλοπλα-τύ-σκα-λο ουσ. (ουδ.): σκαλοπάτι πιο πλατύ από τα άλλα, που συνήθ. βρίσκεται σε στροφή ή σε κατάληξη σκάλας σε όροφο: ~ της εισόδου/του σπιτιού.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.