Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4120-4140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3183αναμειγνύω & αναμιγνύω[ἀναμειγνύω] α-να-μει-γνύ-ω ρ. (μτβ.) {ανέμει-ξα (προφ.) ανάμει-ξα, αναμεί-χθηκε (προφ. -χτηκε), -χθεί (προφ. -χτεί), αναμειγνύ-οντας, αναμειγμένος (λόγ.) αναμεμειγμένος} (λόγ.) 1. ενώνω δύο ή περισσότερα υλικά μεταξύ τους· δημιουργώ μείγμα: ~ τα χρώματα. ~ νερό με αλεύρι, για να φτιάξω ζύμη. ~ καλά τα συστατικά σε ένα μπολ. ΣΥΝ. ανακατεύω (1) 2. (μτφ.) συνδυάζω, φέρνω σε επαφή ετερογενή στοιχεία: ~ει διαφορετικά είδη μουσικής. Μην ~εις (= συγχέεις) το συναίσθημα με τη λογική! ● Παθ.: αναμειγνύομαι {κυρ. στο γ' πρόσ.}: εμπλέκομαι, συμμετέχω: ~χθηκε σε σκάνδαλο. Έχουν επανειλημμένα ~χθεί σε υποθέσεις εξαπάτησης.|| Μην ~εσαι (: επεμβαίνεις, παρεμβαίνεις) στις δουλειές των άλλων! ΣΥΝ. ανακατεύομαι (1) ● βλ. αναμεμειγμένος [< 1: αρχ. ἀναμείγνυμι]
3184αναμεικτήρας βλ. αναμικτήρας
3185ανάμεικτος & ανάμικτος, η, ο [ἀνάμεικτος] α-νά-μει-κτος επίθ.: που προκύπτει από ανάμειξη διαφόρων υλικών ή στοιχείων: ~ο: παγωτό (: με διάφορες γεύσεις). ~οι: ξηροί καρποί. ~α: λαχανικά/μπαχαρικά.|| (μτφ.) ~ες: αντιδράσεις/εντυπώσεις/σκέψεις. ~η εικόνα (: θετική και αρνητική) για την παγκόσμια οικονομία παρουσιάζουν τα τελευταία στοιχεία. ΣΥΝ. ανακατεμένος (1), ανάκατος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάμεικτα συναισθήματα & αισθήματα: αλληλοσυγκρουόμενα (συν)αισθήματα: ~ ~ χαράς και λύπης. Τον υποδέχτηκαν με ~ ~. [< αγγλ. mixed feelings] [< μτγν. ἀνάμικτος]
3186ανάμειξη & ανάμιξη[ἀνάμειξη] α-νά-μει-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) εμπλοκή, παρέμβαση: άμεση/έμμεση/προσωπική/στρατιωτική ~. ~ στα εσωτερικά της χώρας (= επέμβαση). Ενεργός ~ στα κοινά (= συμμετοχή). Αρνείται κάθε ~/δεν είχε καμία ~ στην υπόθεση. 2. μείξη, ανακάτεμα: ~ ποτών (: κοκτέιλ)/πρώτων υλών/χρωμάτων (βλ. ταίριασμα, δέσιμο). ~ του νερού με το χώμα (: πηλός). Προϊόν τυχαίας ~ης. Βλ. πρόσμειξη.|| ~ μοτίβων/πληθυσμών. Φυλετικές ~ίξεις. [< 1: γαλλ. interférence 2: μτγν. ἀνάμιξις]
3188αναμενόμενος, η, ο [ἀναμενόμενος] α-να-με-νό-με-νος επίθ.: (για κάτι) που αναμένει ή ανέμενε κάποιος να συμβεί, που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του: ~ος: αριθμός (επισκεπτών). ~η: αλλαγή/αντίδραση/απάντηση/αύξηση/επιτυχία/συμπεριφορά. ~α: έσοδα. Μη ~ες εξελίξεις (= αναπάντεχες, απρόσμενες). Προσπάθεια που δεν είχε τα ~α (= επιθυμητά) αποτελέσματα. Το θέμα στις εξετάσεις ήταν ~ο (πβ. ΣΟΣ).|| (απρόσ.) Όπως ήταν ~ο. Είναι ~ο να/ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία βλ. τιμή ● ΦΡ.: δεν αποδίδει τα αναμενόμενα: δεν επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα· (για πρόσ., συνήθ. αθλητή) η επίδοσή του δεν είναι η αναμενόμενη: Τα μέτρα δεν απέδωσαν ~.|| Ο περσινός παγκόσμιος πρωταθλητής δεν απέδωσε ~ και περιορίστηκε στην τρίτη θέση. [< μτχ. εν. του ρ. ἀναμένω, αγγλ. expected]
3189αναμένω[ἀναμένω] α-να-μέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. ανέμ-ενα, σπάν. αόρ. -εινα, αναμέν-οντας, -όμενος} (λόγ.): περιμένω να συμβεί κάτι ή να έρθει κάποιος, συνήθ. στο άμεσο μέλλον: ~ μια απάντηση/απόφαση (με αγωνία/ανυπομονησία. Πβ. καρτερώ, προσμένω). ~ νέα σου! ~ενε βελτίωση των συνθηκών (= ήλπιζε, προσδοκούσε). Μάταια τον ~εναν, δεν ήρθε. ● Παθ.: αναμένεται: επίκειται, προβλέπεται: ~ άνοδος της θερμοκρασίας/μείωση των κερδών. Ο φετινός χειμώνας ~ βαρύς. ~ονται βροχοπτώσεις/μεγάλες εκπλήξεις.|| Το δέμα ~όταν/(αρχαιοπρ.) ανεμένετο να φτάσει σήμερα, αλλά... ● ΦΡ.: αναμείνατε/περιμένετε στο ακουστικό σας βλ. ακουστικό, αναμένω/περιμένω στο ακουστικό (μου) βλ. ακουστικό [< αρχ. ἀναμένω, γαλλ. (s') attendre]
3190ανάμεσα[ἀνάμεσα] α-νά-με-σα επίρρ. & (λαϊκό) αναμεσής & ανάμεσο 1. (+ σε, μας/σας/τους) μεταξύ (για τοπικά, χρονικά, ποσοτικά όρια ή πρόσωπα, πράγματα, ιδέες, καταστάσεις): ~ σε Ανατολή και Δύση/στο πραγματικό και το φανταστικό/στο χτες και το σήμερα/στο 1930 και 1940. Ανταγωνισμός/κοινά στοιχεία ~ στις δύο χώρες. Είναι/συγκαταλέγεται ~ στους πρώτους. Θα τον αναγνώριζα ~ σε χιλιάδες (πβ. μέσα). Τι να προτιμήσω ~ στα δύο;|| Κινούνται/κυκλοφορούν ~ά μας. Δεν βρίσκεται πια ~ά μας (= πέθανε). Αγνοούνται τέσσερα άτομα, ~ά τους και ένα παιδί. Υπάρχει βαθιά φιλία ~ά τους.|| (προφ.) Έλα να καθίσεις ~ (= στη μέση)!|| (ως επίθ.) Οι ~ στα πετρώματα κισσοί. 2. (+ από) μέσα από, διά μέσου: διαδρομή ~ από βουνά και λαγκάδια. ● ΦΡ.: θα/να/ας μείνει ανάμεσά μας/μεταξύ μας: για κάτι που δεν πρέπει ή δεν επιθυμούμε να αποκαλυφθεί σε τρίτους: Ό,τι είπαμε θα σε παρακαλούσα να μείνει ~, εντάξει;, κάπου ανάμεσα: για δήλωση τοπικής, χρονικής, αξιολογικής αοριστίας: ~ ~ στο πάνω και το κάτω διάζωμα/στο 2012 και το 2013. Η ταινία κινείται ~ ~ στην κωμωδία και το δράμα. Η αλήθεια βρίσκεται ~ ~., μπαίνω ανάμεσα σε κάποιους: αναμειγνύομαι, επεμβαίνω αδιάκριτα σε προσωπική, συνήθ. ερωτική, σχέση άλλων και καταφέρνω να τους δημιουργήσω προβλήματα: Μπήκε ~ στο ζευγάρι και τους χώρισε. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να μπει ~ά μας! Πβ. ανακατεύομαι, χώνω τη μύτη μου., μεταξύ (των) άλλων βλ. άλλος [< μεσν. ανάμεσα]
3191αναμεταδίδω[ἀναμεταδίδω] α-να-με-τα-δί-δω ρ. (μτβ.) {αναμετέδω-σε, αναμεταδό-θηκε} 1. ΤΗΛΕΠ. κάνω αναμετάδοση: Ο αγώνας ~εται ζωντανά από την τηλεόραση. Βλ. μαγνητοσκοπώ. 2. ανακοινώνω, γνωστοποιώ σε κάποιον κάτι που έμαθα ή άκουσα: ~ πληροφορίες. [< γαλλ. retransmettre, 1932]
3192αναμετάδοση[ἀναμετάδοση] α-να-με-τά-δο-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. εκ νέου μετάδοση, επανεκπομπή: δορυφορική/επίγεια/καλωδιακή/τοπική ~. ~ εκπομπής λόγω μεγάλης τηλεθέασης. Ενσύρματη ~ εντολών τηλεχειριστηρίου. Δίκτυο/κέντρο/σταθμός ~ης. Απευθείας/ζωντανή ~ ενός αγώνα/μιας ομιλίας. Δοκιμαστικές ~όσεις. Βλ. μαγνητοσκόπηση.|| Απαγορεύεται αυστηρώς η ~ οποιασδήποτε πληροφορίας της παρούσας ιστοσελίδας. [< γαλλ. retransmission, 1933]
3193αναμεταδότης[ἀναμεταδότης] α-να-με-τα-δό-της ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ. το μέρος του δορυφόρου που λαμβάνει το σήμα από τον επίγειο σταθμό και το αναμεταδίδει ενισχυμένο σε άλλους: δορυφορικός/τηλεοπτικός/ψηφιακός ~. ~ κινητής τηλεφωνίας/ραντάρ. Επαναλήπτες-~ες. [< γαλλ. retransmetteur, 1932]
3194αναμεταξύβλ. μεταξύ
3195αναμετράωβλ. αναμετρώ
3196αναμέτρηση[ἀναμέτρηση] α-να-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ανταγωνισμός ή σύγκρουση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πλευρών για ανάδειξη νικητή: αμφίρροπη/άνιση/ανοικτή/εκλογική/κρίσιμη/πολεμική/πολιτική/σκληρή/τελική/τηλεοπτική (= τηλεμαχία) ~. Προετοιμάζονται για τη μεγάλη ~. Τον προκάλεσε σε ~. Πβ. κόντρα, μονομαχία, πάλη.|| (ΑΘΛ.) Έκβαση/έναρξη/λήξη της ~ης. Πβ. αγώνας, ματς, παιχνίδι. [< μτγν. ἀναμέτρησις, γαλλ. confrontation]
3197αναμετρώ[ἀναμετρῶ] α-να-με-τρώ ρ. (μτβ.) {αναμετρ-άς ..., -ώντας | αναμέτρ-ησε, -ήσει, -ιέμαι (λόγ.) -ώμαι/-ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, συνήθ. μεσοπαθ.} & αναμετράω: υπολογίζω, λογαριάζω: ~ τις αντοχές μου/τις δυνάμεις μου/τα εμπόδια/τους κινδύνους/το κόστος των επιλογών μου. ΣΥΝ. αναλογίζομαι (1), εκτιμώ (1), σταθμίζω (1) ● Παθ.: αναμετριέμαι: συναγωνίζομαι ή παλεύω με κάποιον, έρχομαι αντιμέτωπος: ~ήθηκαν στο τρέξιμο. Οι δύο ομάδες θα ~ηθούν στον τελικό (πβ. συγκρούομαι). Έλα να ~ηθούμε! Πβ. παραβγαίνω. Βλ. ανταγωνίζομαι.|| (μτφ.) ~ιέται με τα προβλήματα και δίνει λύσεις. [< γαλλ. se mesurer] [< αρχ. ἀναμετρῶ]
3198αναμηρυκάζει[ἀναμηρυκάζει] α-να-μη-ρυ-κά-ζει ρ. μτβ. {σπάν. στο α’ πρόσ.} 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επαναλαμβάνει κάτι ήδη γνωστό, αναμασά και ειδικότ. ξανασκέφτεται για να βγάλει συμπέρασμα: ~ει τα ίδια και τα ίδια. Ας μην ~ει τις γνωστές αερολογίες. 2. (για θηλαστικά χορτοφάγα ζώα) ξαναμασά την τροφή, επαναφέροντάς την στο στόμα από το στομάχι. [< μτγν. ἀναμηρυκῶμαι]
3199αναμιγνύωβλ. αναμειγνύω
3200αναμικτήρας & αναμίκτης[ἀναμικτήρας] α-να-μι-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) & αναμεικτήρας & αναμείκτης ΤΕΧΝΟΛ. 1. μηχανή ανάμειξης υλικών: ~ σκυροδέματος (= μπετονιέρα). 2. (λόγ.) μίξερ. Πβ. αναδευτήρας. [< αγγλ. mixer]
3201ανάμικτος, η, ο βλ. ανάμεικτος
3202ανάμιξηβλ. ανάμειξη
3203αναμίσθωση[ἀναμίσθωση] α-να-μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράταση μίσθωσης: σιωπηρή ~. [< μτγν. ἀναμίσθωσις ‘εκ νέου μίσθωση’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.