Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41380-41400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40791πλάτυσμαπλά-τυ-σμα ουσ. (ουδ.) 1. πλάτωμα (συνήθ. σε δρόμους) ή γενικότ. οτιδήποτε προέρχεται από πλάτυνση. 2. ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο πλατείς μυς που βρίσκονται στις δύο πλευρές του λαιμού και εκτείνονται από την κάτω γνάθο ως το οστό της κλείδας∙ συμμετέχει στις κινήσεις του στόματος και του σαγονιού. [< μτγν. πλάτυσμα ‘πεπλατυσμένο αντικείμενο’ 2: αγγλ. platysma]
40792πλατύστερνος, η, ο πλα-τύ-στερ-νος επίθ.: που έχει φαρδύ στέρνο. [< μτγν. πλατύστερνος]
40793πλατύστομος, η, ο πλα-τύ-στο-μος επίθ.: (συνήθ. για αντικείμενο) που έχει μεγάλο στόμιο. [< μτγν. πλατύστομος]
40794ΠλατυτέραΠλα-τυ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. ονομασία της Παναγίας που απεικονίζεται συνήθ. σε θρόνο να κρατά το θείο βρέφος∙ συνεκδ. η σχετική εικόνα στο εσωτερικό της κεντρικής κόγχης του ιερού: η ~ των Ουρανών. [< μτγν. Πλατυτέρα]
40795πλατύτηταπλα-τύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): ευρύτητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. πλατύτης]
40796πλατύφυλλος, η, ο βλ. πλατυ-, -φυλλος
40797πλατφόρμαπλατ-φόρ-μα ουσ. (θηλ.) 1. εξέδρα (για διάφορες χρήσεις): θαλάσσια/πλωτή ~ άντλησης (/γεώτρησης) πετρελαίου/εκτόξευσης πυραύλων.|| Ανυψωτική/κινητή/κυλιόμενη/υδραυλική ~. ~ εργασίας/ζύγισης/μεταφοράς. Βλ. γεφυροπλάστιγγα.|| Φορτηγό με ~ (: καρότσα, ρυμούλκα).|| (σε κότερο:) ~ κολύμβησης. Βλ. βατήρας. 2. αποβάθρα: οι ~ες του μετρό/(σιδηροδρομικού) σταθμού. 3. (μτφ., κυρ. στο πολιτικό λεξιλόγιο) σύνολο κοινών αρχών, απόψεων, θέσεων· κατ' επέκτ. πεδίο, χώρος: ιδεολογική/πολιτική ~. Αναζητούν/βρήκαν/διατύπωσαν μια ~ δράσης/συζήτησης/συνεννόησης. Πβ. βάση, πολιτική.|| Ιστοχώρος που αποτελεί (μια) ~ διαλόγου/ενημέρωσης/επικοινωνίας. 4. ΠΛΗΡΟΦ.-ΠΑΙΔΑΓ. συνδυασμός υλισμικού και λογισμικού ή λογισμικό υποστήριξης για συγκεκριμένη δραστηριότητα: διαδραστική/διαδικτυακή/ενιαία/εύχρηστη/ηλεκτρονική/κοινή/ψηφιακή εκπαιδευτική ~. ~ ασύγχρονης (τηλ)εκπαίδευσης/ηλεκτρονικής μάθησης. ~ες ανάπτυξης εφαρμογών.πλατφόρμες (οι): γυναικεία παπούτσια, συνήθ. καλοκαιρινά πέδιλα, με ενιαία σόλα μεγάλου πάχους. [< αγγλ. platforms] ● ΣΥΜΠΛ.: πλατφόρμα δόνησης βλ. δόνηση [< 1,2: γαλλ. plateforme 3,4: αγγλ. platform]
40798πλάτωμαπλά-τω-μα ουσ. (ουδ.): πλατύς, επίπεδος και συνήθ. ανοιχτός χώρος: Ο δρόμος/το μονοπάτι καταλήγει/οδηγεί σε ένα ~. Πβ. άνδηρο, ισιάδα, ίσιωμα. [< μεσν. πλάτωμα]
40799πλατώνιβλ. πλατόνι
40800πλατωνικός, ή, ό πλα-τω-νι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον Πλάτωνα ή τη φιλοσοφία του: ~ός: διάλογος. ~ή: θεωρία/ιδέα. ~ό: ιδεώδες. 2. ιδεατός, νοητός· ειδικότ. που σχετίζεται με τον πλατωνικό έρωτα: ~ή: σχέση. ● Ουσ.: Πλατωνικοί (οι): οι Πλατωνιστές. ● επίρρ.: πλατωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κυρ. στη σημ. 2: αγαπώ/ερωτεύομαι ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πλατωνικός έρωτας: πνευματικός και ψυχικός έρωτας χωρίς σαρκική επαφή. [< 1: μτγν. Πλατωνικός 2: γαλλ. platonique, αγγλ. platonic]
40801πλατωνισμόςπλα-τω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. (συνήθ. με κεφαλ. Π) φιλοσοφικό σύστημα του Πλάτωνα∙ ειδικότ. η αντίληψη ότι τα φυσικά αντικείμενα είναι παροδικές αναπαραστάσεις των σταθερών Ιδεών, οι οποίες είναι οι μόνες που προσφέρουν τη γνώση της αλήθειας: μέσος ~. Πβ. νεο~. Βλ. αριστοτελ-, ερμητ-, ορφ-ισμός. [< γαλλ. platonisme, αγγλ. platonism]
40802πλατωνιστήςπλα-τω-νι-στής ουσ. (αρσ.): (συνήθ. με κεφαλ. Π) οπαδός της θεωρίας του πλατωνισμού, πλατωνικός φιλόσοφος. Πβ. νεο~. [< γαλλ. platoniste, αγγλ. platonist]
40803πλαφόνπλα-φόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. καθορισμένο ανώτατο όριο που δεν επιτρέπεται να το υπερβεί κάποιος ή κάτι: ~ παραγωγής. ~ στις αυξήσεις/τιμές. Επιβολή ~. Κατάργηση/μείωση του ~. Βάζω/επιβάλλω ~. Πβ. μάξιμουμ, οροφή. [< γαλλ. plafond]
40804πλαφονιέραπλα-φο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): είδος φωτιστικού που στερεώνεται συνήθ. στο ταβάνι χωρίς να αιωρείται: ~ οροφής. Βλ. απλίκα, -ιέρα. [< γαλλ. plafonnier, 1906]
40805πλέγμαπλέγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κατασκευή που προκύπτει από την πλέξη υλικών, δημιουργώντας μια δικτυωτή δομή: αντικολλητικό/γαλβανισμένο/δομικό/μεταλλικό (πβ. συρματόπλεγμα)/μονωτικό/προστατευτικό/συνθετικό ~. ~ ενίσχυσης/εξαερισμού/καλωδίου/περιφράξεων. Νάιλον/συρμάτινο ~ για τα παράθυρα (πβ. σήτα). ~ οδικών αξόνων (: για συγκράτηση υλικών που κατολισθαίνουν· βλ. ξεσκάρωμα).|| (ΒΙΟΧ.) ~ από μόρια DNA (βλ. αλυσίδα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Υπολογιστικό ~. 2. (μτφ.) σύνολο στοιχείων που συσχετίζονται ή/και αλληλεξαρτώνται, δίκτυο: ευρύ/θεσμικό/ιδεολογικό/κοινωνικό/νομικό/οικιστικό (βλ. συγκρότημα)/οικονομικό/περίπλοκο/πολιτικό/σύνθετο ~. ~ διαδικασιών/εξουσίας/μέτρων/προβλημάτων/πρωτοβουλιών/ρυθμίσεων/συμμαχιών/συμφερόντων/σχέσεων. Νομοθετικό ~ προστασίας του περιβάλλοντος. Δημιουργείται ένα αποτελεσματικό ~ ελέγχου της αγοράς. 3. σύμπλεγμα: ψυχολογικά ~ατα. ~ ανωτερότητας/κατωτερότητας. 4. ΑΝΑΤ. δίκτυο κυρ. νεύρων ή αγγείων: αυχενικό/βραχιόνιο/ιερό (βλ. ιερό οστό)/καρδιακό/κοιλιακό/νευρικό/οδοντικό/οσφυϊκό/πυελικό/φλεβικό ~. 5. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρόδιο σε ελικοειδή περιέλιξη που περιβάλλει την κάθοδο σε έναν ηλεκτρονικό σωλήνα και παρεμβάλλεται στην πορεία των ηλεκτρονίων, ρυθμίζοντας τον αριθμό των διερχόμενων ηλεκτρονίων. ● ΣΥΜΠΛ.: κρυσταλλικό πλέγμα: ΚΡΥΣΤ. η διάταξη των ατόμων, ιόντων ή μορίων ενός κρυστάλλου. [< αγγλ. crystal lattice, 1926] , τροφικό πλέγμα: ΒΙΟΛ. το δίκτυο που απεικονίζει το σύνολο των τροφικών σχέσεων μεταξύ των οργανισμών ενός οικοσυστήματος: θαλάσσιο/μικροβιακό ~ ~. Σύμφωνα με την έρευνα, παρατηρείται σημαντική διαταραχή στο ~ ~ της λίμνης., ορθογώνιο πλέγμα βλ. ορθογώνιος [< 1: αρχ. πλέγμα 2: γαλλ. réseau 3,5: γερμ. Komplex 4: γαλλ. plexus]
40806πλεγματικός, ή, ό πλεγ-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει μορφή πλέγματος ή αναφέρεται στο πλέγμα: (ΦΥΣ.) ~ή: σταθερά. 2. ΨΥΧΑΝ. (σπάν.) συμπλεγματικός. Πβ. κομπλεξικός. ● επίρρ.: πλεγματικά [< 2: γερμ. Komplex]
40807πλεγματοειδής, ής, ές πλεγ-μα-το-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα πλέγματος. Βλ. -ειδής.
40808πλέθροπλέ-θρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΑΡΧ. μονάδα μέτρησης επιφάνειας (874,38 τ.μ.) ή μήκους (29,57 μ.). Βλ. οργιά. [< αρχ. πλέθρον]
40809πλέι άουτπλέ-ι ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.| συνήθ. στον πληθ.}: ΑΘΛ. (σε ομαδικά αθλήματα) σύνολο αθλητικών αναμετρήσεων εκτός της κανονικής περιόδου πρωταθλήματος, η οποία κρίνει συνήθ. ποιος θα παραμείνει σε μια κατηγορία και ποιες ομάδες θα υποβιβαστούν. Βλ. πλέι οφ. [< αγγλ. play out]
40810πλέι μέικερπλέ-ι μέ-ι-κερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ. | σπανιότ. θηλ.}: ΑΘΛ. μία από τις πέντε θέσεις παικτών σε ομάδα μπάσκετ· συνεκδ. ο παίκτης που αγωνίζεται στη θέση αυτή, ο ρόλος του οποίου είναι να κατεβάζει την μπάλα στο αντίπαλο καλάθι και να οργανώνει το παιχνίδι της ομάδας του: Αγωνίζεται ως ~. Παίζει σε θέση ~. Ο ~ της ομάδας. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πόιντ γκαρντ, σέντερ, σμολ φόργουορντ, σούτινγκ γκαρντ. [< αμερικ. playmaker, 1931]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.