Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41380-41400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40802πλατωνιστήςπλα-τω-νι-στής ουσ. (αρσ.): (συνήθ. με κεφαλ. Π) οπαδός της θεωρίας του πλατωνισμού, πλατωνικός φιλόσοφος. Πβ. νεο~. [< γαλλ. platoniste, αγγλ. platonist]
40803πλαφόνπλα-φόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. καθορισμένο ανώτατο όριο που δεν επιτρέπεται να το υπερβεί κάποιος ή κάτι: ~ παραγωγής. ~ στις αυξήσεις/τιμές. Επιβολή ~. Κατάργηση/μείωση του ~. Βάζω/επιβάλλω ~. Πβ. μάξιμουμ, οροφή. [< γαλλ. plafond]
40804πλαφονιέραπλα-φο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): είδος φωτιστικού που στερεώνεται συνήθ. στο ταβάνι χωρίς να αιωρείται: ~ οροφής. Βλ. απλίκα, -ιέρα. [< γαλλ. plafonnier, 1906]
40805πλέγμαπλέγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κατασκευή που προκύπτει από την πλέξη υλικών, δημιουργώντας μια δικτυωτή δομή: αντικολλητικό/γαλβανισμένο/δομικό/μεταλλικό (πβ. συρματόπλεγμα)/μονωτικό/προστατευτικό/συνθετικό ~. ~ ενίσχυσης/εξαερισμού/καλωδίου/περιφράξεων. Νάιλον/συρμάτινο ~ για τα παράθυρα (πβ. σήτα). ~ οδικών αξόνων (: για συγκράτηση υλικών που κατολισθαίνουν· βλ. ξεσκάρωμα).|| (ΒΙΟΧ.) ~ από μόρια DNA (βλ. αλυσίδα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Υπολογιστικό ~. 2. (μτφ.) σύνολο στοιχείων που συσχετίζονται ή/και αλληλεξαρτώνται, δίκτυο: ευρύ/θεσμικό/ιδεολογικό/κοινωνικό/νομικό/οικιστικό (βλ. συγκρότημα)/οικονομικό/περίπλοκο/πολιτικό/σύνθετο ~. ~ διαδικασιών/εξουσίας/μέτρων/προβλημάτων/πρωτοβουλιών/ρυθμίσεων/συμμαχιών/συμφερόντων/σχέσεων. Νομοθετικό ~ προστασίας του περιβάλλοντος. Δημιουργείται ένα αποτελεσματικό ~ ελέγχου της αγοράς. 3. σύμπλεγμα: ψυχολογικά ~ατα. ~ ανωτερότητας/κατωτερότητας. 4. ΑΝΑΤ. δίκτυο κυρ. νεύρων ή αγγείων: αυχενικό/βραχιόνιο/ιερό (βλ. ιερό οστό)/καρδιακό/κοιλιακό/νευρικό/οδοντικό/οσφυϊκό/πυελικό/φλεβικό ~. 5. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρόδιο σε ελικοειδή περιέλιξη που περιβάλλει την κάθοδο σε έναν ηλεκτρονικό σωλήνα και παρεμβάλλεται στην πορεία των ηλεκτρονίων, ρυθμίζοντας τον αριθμό των διερχόμενων ηλεκτρονίων. ● ΣΥΜΠΛ.: κρυσταλλικό πλέγμα: ΚΡΥΣΤ. η διάταξη των ατόμων, ιόντων ή μορίων ενός κρυστάλλου. [< αγγλ. crystal lattice, 1926] , τροφικό πλέγμα: ΒΙΟΛ. το δίκτυο που απεικονίζει το σύνολο των τροφικών σχέσεων μεταξύ των οργανισμών ενός οικοσυστήματος: θαλάσσιο/μικροβιακό ~ ~. Σύμφωνα με την έρευνα, παρατηρείται σημαντική διαταραχή στο ~ ~ της λίμνης., ορθογώνιο πλέγμα βλ. ορθογώνιος [< 1: αρχ. πλέγμα 2: γαλλ. réseau 3,5: γερμ. Komplex 4: γαλλ. plexus]
40806πλεγματικός, ή, ό πλεγ-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει μορφή πλέγματος ή αναφέρεται στο πλέγμα: (ΦΥΣ.) ~ή: σταθερά. 2. ΨΥΧΑΝ. (σπάν.) συμπλεγματικός. Πβ. κομπλεξικός. ● επίρρ.: πλεγματικά [< 2: γερμ. Komplex]
40807πλεγματοειδής, ής, ές πλεγ-μα-το-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα πλέγματος. Βλ. -ειδής.
40808πλέθροπλέ-θρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΑΡΧ. μονάδα μέτρησης επιφάνειας (874,38 τ.μ.) ή μήκους (29,57 μ.). Βλ. οργιά. [< αρχ. πλέθρον]
40809πλέι άουτπλέ-ι ά-ουτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.| συνήθ. στον πληθ.}: ΑΘΛ. (σε ομαδικά αθλήματα) σύνολο αθλητικών αναμετρήσεων εκτός της κανονικής περιόδου πρωταθλήματος, η οποία κρίνει συνήθ. ποιος θα παραμείνει σε μια κατηγορία και ποιες ομάδες θα υποβιβαστούν. Βλ. πλέι οφ. [< αγγλ. play out]
40810πλέι μέικερπλέ-ι μέ-ι-κερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ. | σπανιότ. θηλ.}: ΑΘΛ. μία από τις πέντε θέσεις παικτών σε ομάδα μπάσκετ· συνεκδ. ο παίκτης που αγωνίζεται στη θέση αυτή, ο ρόλος του οποίου είναι να κατεβάζει την μπάλα στο αντίπαλο καλάθι και να οργανώνει το παιχνίδι της ομάδας του: Αγωνίζεται ως ~. Παίζει σε θέση ~. Ο ~ της ομάδας. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πόιντ γκαρντ, σέντερ, σμολ φόργουορντ, σούτινγκ γκαρντ. [< αμερικ. playmaker, 1931]
40811πλέι μπακπλέ-ι μπακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πλέιμπακ & πλεϊμπάκ: μουσική ή τραγούδι που έχει ηχογραφηθεί και παίζεται σε συναυλία, παράσταση ή δημόσια εμφάνιση ενός καλλιτέχνη, ο οποίος όμως παριστάνει ότι παίζει μουσική ή τραγουδάει ζωντανά. [< αγγλ. play back, 1929, γαλλ. play-back, 1930]
40812πλέι οφπλέ-ι οφ ουσ. (ουδ.) {άκλ. | συνήθ. στον πληθ.}: ΑΘΛ. (σε ομαδικά αθλήματα) σύνολο αθλητικών αναμετρήσεων στις οποίες συμμετέχουν ομάδες, βάσει της θέσης που έχουν καταλάβει κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματος, με σκοπό την τελική τους κατάταξη ή την άνοδό τους στην αμέσως επόμενη κατηγορία. Βλ. πλέι άουτ, προκριματικά. [< αγγλ. play off]
40813πλειάδαπλει-ά-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λογιότ.) πλειάς {πλειάδος}: σύνολο διακεκριμένων προσώπων ή θετικών στοιχείων, μεγάλη ποικιλία: Παρευρέθηκε (μια) ~ από ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών/επωνύμων/εκλεκτών προσκεκλημένων. Πβ. γαλαξίας.|| Παρέχεται (μια) ~ από προϊόντα και υπηρεσίες/επιλογών. Πβ. πλήθος, πληθώρα.Πλειάδες (οι): ΑΣΤΡΟΝ. σμήνος αποτελούμενο από περ. δυόμισι χιλιάδες αστέρες, από τους οποίους μόνο έξι ή οκτώ είναι ορατοί με γυμνό μάτι: νεφέλωμα των ~ων. Οι ~ ανήκουν στον αστερισμό του Ταύρου. [< αρχ. Πλειάδες] [< αρχ. Πλειάς, γαλλ. Pléiade, αγγλ. Pleiad]
40814πλέιλιστπλέ-ι-λιστ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & πλέι λιστ: κατάλογος προεπιλεγμένων μουσικών κομματιών, που συνήθ. παίζονται σε ραδιοφωνικό πρόγραμμα. Βλ. μουσικός παραγωγός. [< αγγλ. playlist, 1972, γαλλ. ~, 1984]
40815πλεϊμπόιπλε-ϊ-μπό-ι ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (σπάν.) πλέι μπόι: εμφανίσιμος και επώνυμος άνδρας με άστατη ερωτική ζωή χωρίς ευθύνες και δεσμεύσεις. [< αμερικ. playboy, γαλλ. ~, 1936]
40816πλειο-, πλειό-& πλειον-, πλεον- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του περισσότερου σε σχέση με ό,τι εκφράζει το β' συνθετικό: πλειο-δοσία/~ψηφία. Πλειό-καινος. Πλειον-ότητα. Πλεον-εκτικός. ΑΝΤ. μειο-.
40817πλειοδοσίαπλει-ο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. η υψηλότερη οικονομική προσφορά σε δημοπρασία, διαγωνισμό ή πλειστηριασμό: διαδικασία ~ας. Πβ. υπερθεματισμός.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Πατριωτική ~. ~ (προεκλογικών) παροχών/υποσχέσεων. Βλ. -δοσία. ΑΝΤ. μειοδοσία [< γερμ. Höchstgebot]
40818πλειοδότηςπλει-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) , πλειοδότρια (η): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει την υψηλότερη τιμή σε δημοπρασία, διαγωνισμό ή πλειστηριασμό: υποψήφιοι ~ες. Αναδείχθηκε ~. Πβ. υπερθεματιστής.|| (ως επίθ. στο θηλ.) ~τρια: εταιρεία/κοινοπραξία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. μειοδότης (1)
40819πλειοδοτικός, ή, ό πλει-ο-δο-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την πλειοδοσία: ~ή: δημοπρασία. ΑΝΤ. μειοδοτικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: πλειοδοτικός διαγωνισμός: διαδικασία κατάθεσης προσφορών για την ανάθεση έργου ή τη μεταβίβαση δικαιώματος εκμετάλλευσης ή ιδιοκτησίας στην εταιρεία ή στο πρόσωπο που θα κάνει την υψηλότερη προσφορά: ~ ~ με σφραγισμένες προσφορές. Διενέργεια/προκήρυξη (δημόσιου) ~ού ~ού. Ανάθεση έργου κατόπιν/μέσω ~ού ~ού.
40820πλειοδοτώ[πλειοδοτῶ] πλει-ο-δο-τώ ρ. (αμτβ.) {πλειοδοτ-είς ... | πλειοδότ-ησε, συνηθέστ. στο γ΄πρόσ.} 1. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. προσφέρω την υψηλότερη τιμή σε δημοπρασία, διαγωνισμό ή πλειστηριασμό. Πβ. υπερθεματίζω. Βλ. -δοτώ. ΑΝΤ. μειοδοτώ (1) 2. (+ σε) (μτφ.) ανταγωνίζομαι προσπαθώντας να ξεπεράσω κάποιον ή κάτι, υπερτερώ: Η Αντιπολίτευση ~εί σε παροχές/υποσχέσεις. Πβ. υπερ-ακοντίζω, -φαλαγγίζω.
40821πλειοκαινικόςβλ. πλειόκαινος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.