Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41400-41420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40811πλέι μπακπλέ-ι μπακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πλέιμπακ & πλεϊμπάκ: μουσική ή τραγούδι που έχει ηχογραφηθεί και παίζεται σε συναυλία, παράσταση ή δημόσια εμφάνιση ενός καλλιτέχνη, ο οποίος όμως παριστάνει ότι παίζει μουσική ή τραγουδάει ζωντανά. [< αγγλ. play back, 1929, γαλλ. play-back, 1930]
40812πλέι οφπλέ-ι οφ ουσ. (ουδ.) {άκλ. | συνήθ. στον πληθ.}: ΑΘΛ. (σε ομαδικά αθλήματα) σύνολο αθλητικών αναμετρήσεων στις οποίες συμμετέχουν ομάδες, βάσει της θέσης που έχουν καταλάβει κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματος, με σκοπό την τελική τους κατάταξη ή την άνοδό τους στην αμέσως επόμενη κατηγορία. Βλ. πλέι άουτ, προκριματικά. [< αγγλ. play off]
40813πλειάδαπλει-ά-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λογιότ.) πλειάς {πλειάδος}: σύνολο διακεκριμένων προσώπων ή θετικών στοιχείων, μεγάλη ποικιλία: Παρευρέθηκε (μια) ~ από ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών/επωνύμων/εκλεκτών προσκεκλημένων. Πβ. γαλαξίας.|| Παρέχεται (μια) ~ από προϊόντα και υπηρεσίες/επιλογών. Πβ. πλήθος, πληθώρα.Πλειάδες (οι): ΑΣΤΡΟΝ. σμήνος αποτελούμενο από περ. δυόμισι χιλιάδες αστέρες, από τους οποίους μόνο έξι ή οκτώ είναι ορατοί με γυμνό μάτι: νεφέλωμα των ~ων. Οι ~ ανήκουν στον αστερισμό του Ταύρου. [< αρχ. Πλειάδες] [< αρχ. Πλειάς, γαλλ. Pléiade, αγγλ. Pleiad]
40814πλέιλιστπλέ-ι-λιστ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & πλέι λιστ: κατάλογος προεπιλεγμένων μουσικών κομματιών, που συνήθ. παίζονται σε ραδιοφωνικό πρόγραμμα. Βλ. μουσικός παραγωγός. [< αγγλ. playlist, 1972, γαλλ. ~, 1984]
40815πλεϊμπόιπλε-ϊ-μπό-ι ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (σπάν.) πλέι μπόι: εμφανίσιμος και επώνυμος άνδρας με άστατη ερωτική ζωή χωρίς ευθύνες και δεσμεύσεις. [< αμερικ. playboy, γαλλ. ~, 1936]
40816πλειο-, πλειό-& πλειον-, πλεον- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του περισσότερου σε σχέση με ό,τι εκφράζει το β' συνθετικό: πλειο-δοσία/~ψηφία. Πλειό-καινος. Πλειον-ότητα. Πλεον-εκτικός. ΑΝΤ. μειο-.
40817πλειοδοσίαπλει-ο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. η υψηλότερη οικονομική προσφορά σε δημοπρασία, διαγωνισμό ή πλειστηριασμό: διαδικασία ~ας. Πβ. υπερθεματισμός.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Πατριωτική ~. ~ (προεκλογικών) παροχών/υποσχέσεων. Βλ. -δοσία. ΑΝΤ. μειοδοσία [< γερμ. Höchstgebot]
40818πλειοδότηςπλει-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) , πλειοδότρια (η): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει την υψηλότερη τιμή σε δημοπρασία, διαγωνισμό ή πλειστηριασμό: υποψήφιοι ~ες. Αναδείχθηκε ~. Πβ. υπερθεματιστής.|| (ως επίθ. στο θηλ.) ~τρια: εταιρεία/κοινοπραξία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. μειοδότης (1)
40819πλειοδοτικός, ή, ό πλει-ο-δο-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την πλειοδοσία: ~ή: δημοπρασία. ΑΝΤ. μειοδοτικός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: πλειοδοτικός διαγωνισμός: διαδικασία κατάθεσης προσφορών για την ανάθεση έργου ή τη μεταβίβαση δικαιώματος εκμετάλλευσης ή ιδιοκτησίας στην εταιρεία ή στο πρόσωπο που θα κάνει την υψηλότερη προσφορά: ~ ~ με σφραγισμένες προσφορές. Διενέργεια/προκήρυξη (δημόσιου) ~ού ~ού. Ανάθεση έργου κατόπιν/μέσω ~ού ~ού.
40820πλειοδοτώ[πλειοδοτῶ] πλει-ο-δο-τώ ρ. (αμτβ.) {πλειοδοτ-είς ... | πλειοδότ-ησε, συνηθέστ. στο γ΄πρόσ.} 1. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. προσφέρω την υψηλότερη τιμή σε δημοπρασία, διαγωνισμό ή πλειστηριασμό. Πβ. υπερθεματίζω. Βλ. -δοτώ. ΑΝΤ. μειοδοτώ (1) 2. (+ σε) (μτφ.) ανταγωνίζομαι προσπαθώντας να ξεπεράσω κάποιον ή κάτι, υπερτερώ: Η Αντιπολίτευση ~εί σε παροχές/υποσχέσεις. Πβ. υπερ-ακοντίζω, -φαλαγγίζω.
40821πλειοκαινικόςβλ. πλειόκαινος
40822ΠλειόκαινοΠλει-ό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} & Πλειόκαινος (η): ΓΕΩΛ. η δεύτερη περίοδος του Νεογενούς (περ. από 5 έως 2 εκατομμύρια έτη πριν) η οποία χαρακτηρίζεται από ψυχρό και ξηρό κλίμα. Βλ. Μειόκαινο. [< γαλλ. pliocène, αγγλ. Pliocene]
40823πλειόκαινος, ος/η, ο πλει-ό-και-νος επίθ. & πλειοκαινικός, ή, ό: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το Πλειόκαινο. [< γαλλ. pliocène, αγγλ. pliocene]
40824πλειόμορφος, η, ο πλει-ό-μορ-φος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές: ~ο: αδένωμα. ~α: κύτταρα. Πβ. πολυμορφικός. Βλ. -μορφος. [< αγγλ. pleomorphic]
40825πλειονότηταπλει-ο-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το μεγαλύτερο αριθμητικά τμήμα ενός συνόλου: εθνική/κοινωνική ~. Η ~ των εταιρειών/των καταναλωτών/του πληθυσμού. Οι αντιδράσεις/η θέληση/οι προτιμήσεις της ~ας (των πολιτών). Πβ. πλειοψηφία. Βλ. -ότητα. ● ΦΡ.: στην (συντριπτική) πλειοψηφία/πλειονότητα των περιπτώσεων βλ. πλειοψηφία[< μτγν. πλειονότης ‘η ιδιότητα του μακρύτερου ή του μεγαλύτερου’]
40826πλειονοτικός, ή, ό πλει-ο-νο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την πλειονότητα. ΑΝΤ. μειονοτικός ● Ουσ.: πλειονοτικός (ο): πολίτης που ανήκει στην πλειονότητα ενός πληθυσμού. [< γαλλ. majoritaire]
40827πλειοψηφίαπλει-ο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) πλειονοψηφία ΑΝΤ. μειοψηφία 1. το μεγαλύτερο μέρος, ποσοστό των ψήφων: αυτοδύναμη (= αυτοδυναμία)/κοινοβουλευτική/κυβερνητική ~. Η παράταξη της ~ας. Εκλογική νίκη με άνετη/αυξημένη/ευρεία/μικρή ~. Με ομοφωνία ή ~. Δεν επιτεύχθηκε (η απαιτούμενη) ~. Απέσπασε/εξασφάλισε/κατέκτησε/κέρδισε/πήρε/συγκέντρωσε/έχασε την ~. Κόμμα που διατηρεί/ελέγχει/έχει και πάλι την ~ στη Βουλή.|| (με τη σημ. της πλειοψηφικής διαφοράς) Απόφαση που λήφθηκε με ~ (= διαφορά) δέκα μόνο ψήφων. Διαθέτουν μια ισχνή ~ τριών βουλευτών/εδρών. 2. (γενικότ.) πλειονότητα: Η γνώμη της ~ας. Η μεγάλη/συντριπτική ~ των ερωτηθέντων/πολιτών/ψηφοφόρων είναι υπέρ της άποψης/πιστεύει ότι ...|| Η ~ των βιβλίων/προγραμμάτων. 3. (συνεκδ.) η ομάδα, συνήθ. το κόμμα, που πλειοψηφεί: Η ~ επέλεξε/πρότεινε/υποστηρίζει την αναβολή των διαπραγματεύσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: απλή/σχετική πλειοψηφία: με αριθμό θετικών ψήφων μεγαλύτερο από τις μισές., απόλυτη πλειοψηφία: βασισμένη στο μισό συν ένα των ψήφων. [< γαλλ. majorité absolue] , αρχή της πλειοψηφίας: ΠΟΛΙΤ. θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας, η οποία εξασφαλίζει τη δίκαιη εκπροσώπηση των διαφορετικών θέσεων μέσα σε ένα σύνολο και ειδικότ. τη λαϊκή κυριαρχία: Εφαρμόζεται/ισχύει η ~ ~. Οι αποφάσεις των οργάνων λαμβάνονται συλλογικά, με βάση την ~ ~. Βλ. αρχή της δεδηλωμένης., ειδική πλειοψηφία: που αντιστοιχεί στον αριθμό των ψήφων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες πρέπει να συγκεντρωθούν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προκειμένου να εγκριθεί μια απόφαση: ενισχυμένη ~ ~., οριακή πλειοψηφία: με μικρή διαφορά ή με ποσοστό που μόλις ξεπερνά το 50%., σιωπηρή/σιωπηλή πλειοψηφία: σημαντικό τμήμα ενός πληθυσμού, συνήθ. τα μεσαία στρώματα, που επιλέγει να μην εκφράσει τις απόψεις του, είτε λόγω αδιαφορίας είτε επειδή θεωρεί ότι δεν έχουν αξία: η ~ ~ των πολιτών. ● ΦΡ.: κατά πλειοψηφία & (σπανιότ.) κατά πλειονότητα 1. κατά κύριο λόγο, στο μεγαλύτερο ποσοστό, κυρίως: Επιτροπή που αποτελείται ~ ~ από ... 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) ανάλογα με το τι ψηφίζουν οι περισσότεροι· πλειοψηφικά: Η πρόταση έγινε δεκτή ~ ~. στην (συντριπτική) πλειοψηφία/πλειονότητα των περιπτώσεων: τις πιο πολλές φορές. [< πβ. μτγν. πλειο(νο)ψηφία 'κυρίαρχη αστρολογική επιρροή', αγγλ. majority, γαλλ. majorité]
40828πλειοψηφικός, ή, ό πλει-ο-ψη-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλειοψηφία: ~ή: δημοκρατία/παράταξη/τάση. ~ό: κόμμα/ποσοστό/(κοινωνικό/πολιτικό) ρεύμα. ~ό (εκλογικό) σύστημα (= κατά το οποίο εκλέγεται ο συνδυασμός ή ο υποψήφιος που έχει λάβει τις περισσότερες ψήφους).|| ~ή: συμμετοχή (σε εταιρεία). ~ό: μερίδιο. Εξαγορά/πώληση ~ού πακέτου μετοχών. ΑΝΤ. μειοψηφικός ● επίρρ.: πλειοψηφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
40829πλειοψηφώ[πλειοψηφῶ] πλει-ο-ψη-φώ ρ. (αμτβ.) {πλειοψηφ-είς ... | πλειοψήφ-ησε, ~ήσας, συνηθέστ. στο γ΄πρόσ.} ΑΝΤ. μειοψηφώ 1. συγκεντρώνω τις περισσότερες ψήφους: Κόμμα/ψηφοδέλτιο που ~ησε (στις εκλογές). 2. (κατ' επέκτ.) υπερτερώ αριθμητικά, σε ποσοστό.
40830πλειοψηφών, ούσα, ούν [πλειοψηφῶν] πλει-ο-ψη-φών επίθ./ουσ. (λόγ.): που πλειοψηφεί: Ο ~ών μέτοχος. Η ~ούσα άποψη/παράταξη/τάση. Το ~ούν κόμμα.|| (ως ουσ.) Από τους υποψήφιους θα εκλεγούν οι ~ούντες. ΑΝΤ. μειοψηφών [< γαλλ. majoritaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.