| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40822 | Πλειόκαινο | Πλει-ό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} & Πλειόκαινος (η): ΓΕΩΛ. η δεύτερη περίοδος του Νεογενούς (περ. από 5 έως 2 εκατομμύρια έτη πριν) η οποία χαρακτηρίζεται από ψυχρό και ξηρό κλίμα. Βλ. Μειόκαινο. [< γαλλ. pliocène, αγγλ. Pliocene] | |
| 40823 | πλειόκαινος | , ος/η, ο πλει-ό-και-νος επίθ. & πλειοκαινικός, ή, ό: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το Πλειόκαινο. [< γαλλ. pliocène, αγγλ. pliocene] | |
| 40824 | πλειόμορφος | , η, ο πλει-ό-μορ-φος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές: ~ο: αδένωμα. ~α: κύτταρα. Πβ. πολυμορφικός. Βλ. -μορφος. [< αγγλ. pleomorphic] | |
| 40825 | πλειονότητα | πλει-ο-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το μεγαλύτερο αριθμητικά τμήμα ενός συνόλου: εθνική/κοινωνική ~. Η ~ των εταιρειών/των καταναλωτών/του πληθυσμού. Οι αντιδράσεις/η θέληση/οι προτιμήσεις της ~ας (των πολιτών). Πβ. πλειοψηφία. Βλ. -ότητα. ● ΦΡ.: στην (συντριπτική) πλειοψηφία/πλειονότητα των περιπτώσεων βλ. πλειοψηφία[< μτγν. πλειονότης ‘η ιδιότητα του μακρύτερου ή του μεγαλύτερου’] | |
| 40826 | πλειονοτικός | , ή, ό πλει-ο-νο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την πλειονότητα. ΑΝΤ. μειονοτικός ● Ουσ.: πλειονοτικός (ο): πολίτης που ανήκει στην πλειονότητα ενός πληθυσμού. [< γαλλ. majoritaire] | |
| 40827 | πλειοψηφία | πλει-ο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) πλειονοψηφία ΑΝΤ. μειοψηφία 1. το μεγαλύτερο μέρος, ποσοστό των ψήφων: αυτοδύναμη (= αυτοδυναμία)/κοινοβουλευτική/κυβερνητική ~. Η παράταξη της ~ας. Εκλογική νίκη με άνετη/αυξημένη/ευρεία/μικρή ~. Με ομοφωνία ή ~. Δεν επιτεύχθηκε (η απαιτούμενη) ~. Απέσπασε/εξασφάλισε/κατέκτησε/κέρδισε/πήρε/συγκέντρωσε/έχασε την ~. Κόμμα που διατηρεί/ελέγχει/έχει και πάλι την ~ στη Βουλή.|| (με τη σημ. της πλειοψηφικής διαφοράς) Απόφαση που λήφθηκε με ~ (= διαφορά) δέκα μόνο ψήφων. Διαθέτουν μια ισχνή ~ τριών βουλευτών/εδρών. 2. (γενικότ.) πλειονότητα: Η γνώμη της ~ας. Η μεγάλη/συντριπτική ~ των ερωτηθέντων/πολιτών/ψηφοφόρων είναι υπέρ της άποψης/πιστεύει ότι ...|| Η ~ των βιβλίων/προγραμμάτων. 3. (συνεκδ.) η ομάδα, συνήθ. το κόμμα, που πλειοψηφεί: Η ~ επέλεξε/πρότεινε/υποστηρίζει την αναβολή των διαπραγματεύσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: απλή/σχετική πλειοψηφία: με αριθμό θετικών ψήφων μεγαλύτερο από τις μισές., απόλυτη πλειοψηφία: βασισμένη στο μισό συν ένα των ψήφων. [< γαλλ. majorité absolue] , αρχή της πλειοψηφίας: ΠΟΛΙΤ. θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας, η οποία εξασφαλίζει τη δίκαιη εκπροσώπηση των διαφορετικών θέσεων μέσα σε ένα σύνολο και ειδικότ. τη λαϊκή κυριαρχία: Εφαρμόζεται/ισχύει η ~ ~. Οι αποφάσεις των οργάνων λαμβάνονται συλλογικά, με βάση την ~ ~. Βλ. αρχή της δεδηλωμένης., ειδική πλειοψηφία: που αντιστοιχεί στον αριθμό των ψήφων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες πρέπει να συγκεντρωθούν στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, προκειμένου να εγκριθεί μια απόφαση: ενισχυμένη ~ ~., οριακή πλειοψηφία: με μικρή διαφορά ή με ποσοστό που μόλις ξεπερνά το 50%., σιωπηρή/σιωπηλή πλειοψηφία: σημαντικό τμήμα ενός πληθυσμού, συνήθ. τα μεσαία στρώματα, που επιλέγει να μην εκφράσει τις απόψεις του, είτε λόγω αδιαφορίας είτε επειδή θεωρεί ότι δεν έχουν αξία: η ~ ~ των πολιτών. ● ΦΡ.: κατά πλειοψηφία & (σπανιότ.) κατά πλειονότητα 1. κατά κύριο λόγο, στο μεγαλύτερο ποσοστό, κυρίως: Επιτροπή που αποτελείται ~ ~ από ... 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) ανάλογα με το τι ψηφίζουν οι περισσότεροι· πλειοψηφικά: Η πρόταση έγινε δεκτή ~ ~. στην (συντριπτική) πλειοψηφία/πλειονότητα των περιπτώσεων: τις πιο πολλές φορές. [< πβ. μτγν. πλειο(νο)ψηφία 'κυρίαρχη αστρολογική επιρροή', αγγλ. majority, γαλλ. majorité] | |
| 40828 | πλειοψηφικός | , ή, ό πλει-ο-ψη-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλειοψηφία: ~ή: δημοκρατία/παράταξη/τάση. ~ό: κόμμα/ποσοστό/(κοινωνικό/πολιτικό) ρεύμα. ~ό (εκλογικό) σύστημα (= κατά το οποίο εκλέγεται ο συνδυασμός ή ο υποψήφιος που έχει λάβει τις περισσότερες ψήφους).|| ~ή: συμμετοχή (σε εταιρεία). ~ό: μερίδιο. Εξαγορά/πώληση ~ού πακέτου μετοχών. ΑΝΤ. μειοψηφικός ● επίρρ.: πλειοψηφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 40829 | πλειοψηφώ | [πλειοψηφῶ] πλει-ο-ψη-φώ ρ. (αμτβ.) {πλειοψηφ-είς ... | πλειοψήφ-ησε, ~ήσας, συνηθέστ. στο γ΄πρόσ.} ΑΝΤ. μειοψηφώ 1. συγκεντρώνω τις περισσότερες ψήφους: Κόμμα/ψηφοδέλτιο που ~ησε (στις εκλογές). 2. (κατ' επέκτ.) υπερτερώ αριθμητικά, σε ποσοστό. | |
| 40830 | πλειοψηφών | , ούσα, ούν [πλειοψηφῶν] πλει-ο-ψη-φών επίθ./ουσ. (λόγ.): που πλειοψηφεί: Ο ~ών μέτοχος. Η ~ούσα άποψη/παράταξη/τάση. Το ~ούν κόμμα.|| (ως ουσ.) Από τους υποψήφιους θα εκλεγούν οι ~ούντες. ΑΝΤ. μειοψηφών [< γαλλ. majoritaire] | |
| 40831 | πλειστάκις | πλει-στά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.): πάρα πολλές φορές. Πβ. μυριάκις, πολλάκις. Βλ. -άκις. [< αρχ. πλειστάκις] | |
| 40832 | πλειστηρίασμα | πλει-στη-ρί-α-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. τίμημα αντικειμένου που εκποιήθηκε σε πλειστηριασμό. ΣΥΝ. εκπλειστηρίασμα | |
| 40833 | πλειστηριασμός | πλει-στη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): δημόσια εκποίηση ενός αντικειμένου, του οποίου η κυριότητα περιέρχεται σε όποιον προσφέρει το μεγαλύτερο χρηματικό ποσό: αναγκαστικός/εκούσιος/ηλεκτρονικός ~. Διενέργεια ~ού. Το σπίτι βγήκε/πουλήθηκε σε ~ό (= εκπλειστηριάστηκε, βγήκε στο σφυρί). Πβ. δημοπρασία. Βλ. τιμή εκκίνησης. [< μτγν. πλειστηριασμός ‘ανέβασμα της τιμής’] | |
| 40834 | πλειστηριαστής | πλει-στη-ρι-α-στής ουσ. (αρσ.): εκπλειστηριαστής. [< γαλλ. enchérisseur] | |
| 40835 | πλείστοι | , ες, α [πλεῖστοι] πλεί-στοι επίθ. {σπανιότ. στον εν. πλείστος} (λόγ.): πολλοί: Νέο μοντέλο με ~ες τεχνολογικές καινοτομίες. ~α θέματα αντλούνται από ... ● Ουσ.: οι πλείστοι (απαιτ. λεξιλόγ.): οι περισσότεροι: ~ ~ από εμάς/(λογιότ.) εξ ημών ... Στις ~ες των περιπτώσεων ..., το πλείστο(ν): το μεγαλύτερο μέρος: ~ ~ της παραγωγής διατίθεται σε ... ● ΦΡ.: κατά το πλείστον: κατά το μεγαλύτερο μέρος, στο μεγαλύτερο ποσοστό: Έκθεση που παρουσιάζει έργα σύγχρονων, ~ ~, ζωγράφων., πλείστοι όσοι : πάρα πολλοί, πολλοί και διάφοροι: ~ ~ ασχολήθηκαν με το θέμα. Έχουν καταγγείλει ~ες ~ες φορές την κατάσταση. Αντιμετωπίζουν ~α ~α προβλήματα., ως επί το πλείστον: κατά το μεγαλύτερο ποσοστό· κυρίως: Πολύς κόσμος, ~ ~ εργαζόμενοι, ...|| Αναφέρθηκε ~ ~ στα κοινωνικά προβλήματα. [< αρχ. πλεῖστοι] | |
| 40836 | πλειστοκαινικός | , ή, ό βλ. πλειστόκαινος | |
| 40837 | Πλειστόκαινο | Πλει-στό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} & Πλειστόκαινος (η): ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. η πρώτη περίοδος του Τεταρτογενούς (περ. από 1,6 εκατομμύρια έως περ. 10.000 έτη πριν) η οποία ονομάζεται και περίοδος των Παγετώνων· χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή θερμών και ψυχρών κλιματολογικών συνθηκών και την εμφάνιση του ανθρώπου. Βλ. Ολόκαινο, παλαιολιθική εποχή. [< γαλλ. pléistocène, αγγλ. pleistocene] | |
| 40838 | πλειστόκαινος | , ος/η, ο πλει-στό-και-νος επίθ. & πλειστοκαινικός, ή, ό: ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. που σχετίζεται με το Πλειστόκαινο. [< γαλλ. pléistocène, αγγλ. pleistocene] | |
| 40839 | πλεκτάνη | πλε-κτά-νη ουσ. (θηλ.): σύνολο μεθοδευμένων ενεργειών με στόχο την εξαπάτηση ή την υπονόμευση: ερωτική/καλοστημένη/πολιτική/σατανική ~. Έπεσε θύμα ~ης. Στήνω (μια ολόκληρη/τεράστια) ~. Αποκαλύπτω την ~. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος κάποιου. Πβ. ίντριγκα, μηχανορραφία, ραδιουργία. ΣΥΝ. σκευωρία [< μτγν. πλεκτάνη ‘πλόκαμος, δίκτυ’] | |
| 40840 | πλεκτήριο | πλε-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος, ιδ. σε βιοτεχνία ή βιομηχανία, όπου κατασκευάζονται πλεκτά είδη. Βλ. -τήριο. | |
| 40841 | πλέκτης | πλέ-κτης ουσ. (αρσ.) , πλέκτρια (η): τεχνίτης που ειδικεύεται στο πλέξιμο ή στον χειρισμό πλεκτικών μηχανών. Βλ. μοδίστρα, ράφτης. [< μτγν. πλέκτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ