| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40832 | πλειστηρίασμα | πλει-στη-ρί-α-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. τίμημα αντικειμένου που εκποιήθηκε σε πλειστηριασμό. ΣΥΝ. εκπλειστηρίασμα | |
| 40833 | πλειστηριασμός | πλει-στη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): δημόσια εκποίηση ενός αντικειμένου, του οποίου η κυριότητα περιέρχεται σε όποιον προσφέρει το μεγαλύτερο χρηματικό ποσό: αναγκαστικός/εκούσιος/ηλεκτρονικός ~. Διενέργεια ~ού. Το σπίτι βγήκε/πουλήθηκε σε ~ό (= εκπλειστηριάστηκε, βγήκε στο σφυρί). Πβ. δημοπρασία. Βλ. τιμή εκκίνησης. [< μτγν. πλειστηριασμός ‘ανέβασμα της τιμής’] | |
| 40834 | πλειστηριαστής | πλει-στη-ρι-α-στής ουσ. (αρσ.): εκπλειστηριαστής. [< γαλλ. enchérisseur] | |
| 40835 | πλείστοι | , ες, α [πλεῖστοι] πλεί-στοι επίθ. {σπανιότ. στον εν. πλείστος} (λόγ.): πολλοί: Νέο μοντέλο με ~ες τεχνολογικές καινοτομίες. ~α θέματα αντλούνται από ... ● Ουσ.: οι πλείστοι (απαιτ. λεξιλόγ.): οι περισσότεροι: ~ ~ από εμάς/(λογιότ.) εξ ημών ... Στις ~ες των περιπτώσεων ..., το πλείστο(ν): το μεγαλύτερο μέρος: ~ ~ της παραγωγής διατίθεται σε ... ● ΦΡ.: κατά το πλείστον: κατά το μεγαλύτερο μέρος, στο μεγαλύτερο ποσοστό: Έκθεση που παρουσιάζει έργα σύγχρονων, ~ ~, ζωγράφων., πλείστοι όσοι : πάρα πολλοί, πολλοί και διάφοροι: ~ ~ ασχολήθηκαν με το θέμα. Έχουν καταγγείλει ~ες ~ες φορές την κατάσταση. Αντιμετωπίζουν ~α ~α προβλήματα., ως επί το πλείστον: κατά το μεγαλύτερο ποσοστό· κυρίως: Πολύς κόσμος, ~ ~ εργαζόμενοι, ...|| Αναφέρθηκε ~ ~ στα κοινωνικά προβλήματα. [< αρχ. πλεῖστοι] | |
| 40836 | πλειστοκαινικός | , ή, ό βλ. πλειστόκαινος | |
| 40837 | Πλειστόκαινο | Πλει-στό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} & Πλειστόκαινος (η): ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. η πρώτη περίοδος του Τεταρτογενούς (περ. από 1,6 εκατομμύρια έως περ. 10.000 έτη πριν) η οποία ονομάζεται και περίοδος των Παγετώνων· χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή θερμών και ψυχρών κλιματολογικών συνθηκών και την εμφάνιση του ανθρώπου. Βλ. Ολόκαινο, παλαιολιθική εποχή. [< γαλλ. pléistocène, αγγλ. pleistocene] | |
| 40838 | πλειστόκαινος | , ος/η, ο πλει-στό-και-νος επίθ. & πλειστοκαινικός, ή, ό: ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. που σχετίζεται με το Πλειστόκαινο. [< γαλλ. pléistocène, αγγλ. pleistocene] | |
| 40839 | πλεκτάνη | πλε-κτά-νη ουσ. (θηλ.): σύνολο μεθοδευμένων ενεργειών με στόχο την εξαπάτηση ή την υπονόμευση: ερωτική/καλοστημένη/πολιτική/σατανική ~. Έπεσε θύμα ~ης. Στήνω (μια ολόκληρη/τεράστια) ~. Αποκαλύπτω την ~. ~ εναντίον/κατά/σε βάρος κάποιου. Πβ. ίντριγκα, μηχανορραφία, ραδιουργία. ΣΥΝ. σκευωρία [< μτγν. πλεκτάνη ‘πλόκαμος, δίκτυ’] | |
| 40840 | πλεκτήριο | πλε-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος, ιδ. σε βιοτεχνία ή βιομηχανία, όπου κατασκευάζονται πλεκτά είδη. Βλ. -τήριο. | |
| 40841 | πλέκτης | πλέ-κτης ουσ. (αρσ.) , πλέκτρια (η): τεχνίτης που ειδικεύεται στο πλέξιμο ή στον χειρισμό πλεκτικών μηχανών. Βλ. μοδίστρα, ράφτης. [< μτγν. πλέκτης] | |
| 40842 | πλεκτικός | , ή, ό πλε-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πλέξιμο: ~ές: μηχανές (= πλεκτομηχανές)/ύλες. ● Ουσ.: πλεκτική (η) (κ. με κεφαλ. Π): η τέχνη του πλεξίματος: βιομηχανία ~ής (= πλεκτοβιομηχανία). Βλ. καλαθο~, ραπτική, υφαντική. [< αρχ. πλεκτικός] | |
| 40843 | πλεκτοβιομηχανία | πλε-κτο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία κατασκευής πλεκτών υφασμάτων και ενδυμάτων. | |
| 40844 | πλεκτομηχανή | πλε-κτο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): μηχανή κατασκευής πλεκτών ειδών. Βλ. αργαλειός, -μηχανή. | |
| 40845 | πλεκτός | , ή, ό πλε-κτός επίθ. & (προφ.) πλεχτός: που έχει πλεχτεί: ~ή: ζακέτα. ~ό: καπέλο/πουλόβερ. ~ά: είδη/ενδύματα/υφάσματα (βλ. τρικό).|| ~ή: ψάθα. ~ό: καλάθι/σύρμα. ~ά: κεριά. Πβ. πλεγμένος. Βλ. υφαντός. ● Ουσ.: πλεκτό & πλεχτό (το) 1. ένδυμα που έχει πλεχτεί στο χέρι ή στη μηχανή: βαμβακερά/μάλλινα ~ά. Βιοτεχνία ~ών. 2. χειροτέχνημα που πλέκεται με βελονάκι. Βλ. εργόχειρο. 3. ΑΘΛ. (στην ποδοσφαιρική αργκό) δίχτυα τέρματος: Η μπάλα κατέληξε στο ~ (= μπήκε γκολ). ● επίρρ.: πλεκτά ● ΣΥΜΠΛ.: πλεκτή ομοιοκαταληξία: ΜΕΤΡ. στην οποία ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο, ο δεύτερος με τον τέταρτο κ.ο.κ. Βλ. ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. [< αρχ. πλεκτός] | |
| 40846 | πλέκω | πλέ-κω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπλεκ-α, έπλε-ξα, πλέ-χτηκε, -γμένος, πλέκ-οντας} 1. δημιουργώ θηλιές από ευλύγιστο, συνήθ. επίμηκες υλικό (μάλλινο νήμα, στελέχη φυτών) και τις ενώνω, περνώντας το ίδιο υλικό ανάμεσά τους, προκειμένου να κατασκευάσω ένδυμα ή άλλο αντικείμενο: ~ πουλόβερ (με βελόνες πλεξίματος). ~ε και ξήλωνε. Μαθαίνει/ξέρει να ~ει. Ρούχα ~γμένα στο χέρι ή στη μηχανή. Βλ. κεντώ, ράβω.|| Η αράχνη ~ει (= υφαίνει) τον ιστό της.|| ~ δίχτυα/ψάθες. Σήτα ~γμένη από σύρμα. Καλάθια ~γμένα από βούρλα/καλάμια. ~γμένα: σχοινιά.|| ~ξαν στεφάνια με λουλούδια/από κλαδιά ελιάς.|| ~ τα δάχτυλά/χέρια μου (= περνώ τα δάχτυλα του ενός χεριού ανάμεσα στα δάχτυλα του άλλου). 2. (κατ' επέκτ.) δένω, μαζεύω: ~ τα μαλλιά μου κοτσίδα/(σε) κότσο/(σε) πλεξούδες. ΑΝΤ. ξεπλέκω 3. (μτφ.) δημιουργώ, συνθέτω· επινοώ, σκαρώνω: ~εται ένα δίχτυ παρανομίας. Το ειδύλλιο μεταξύ των δύο νέων δεν άργησε να ~χτεί. Βλ. δια~, εμ~, περι~, συμ~.|| ~ει ιστορίες και εικόνες/πολλά σενάρια (στη φαντασία του). ΣΥΝ. πλάθω. ● ΦΡ.: πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου βλ. εγκώμιο [< 1,2: αρχ. πλέκω, γαλλ. tresser] | |
| 40847 | πλεμάτι | πλε-μά-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δίχτυ, πλέγμα· ειδικότ. σάκος, τσάντα από δίχτυ. [< αρχ. πλεγμάτιον] | |
| 40848 | πλεμόνι | πλε-μό-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): πνευμόνι. [< μεσν. πλεμόνι] | |
| 40849 | πλέμπα | πλέ-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): άνθρωποι χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, όχλος, πλήθος. Πβ. κοσμάκης. Βλ. αρχοντολόι. [< ιταλ. plebe, γαλλ. plèbe] | |
| 40850 | πλεμπάγια | πλε-μπά-για ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): πλέμπα. [< βεν. plebagia] | |
| 40851 | πλένω | πλέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπλενα, έπλυνα, πλέν-ομαι, -οντας, πλύ-θηκα, -μένος} 1. καθαρίζω κάτι, συνήθ. με νερό και σαπούνι ή απορρυπαντικό: ~ τα πιάτα. Ρούχα που ~ονται στο πλυντήριο στους ... βαθμούς/(μόνο) στο χέρι.|| ~ το αυτοκίνητο/το μπαλκόνι/τα πατώματα. Βλ. απολυμαίνω.|| ~ το μωρό (= το κάνω μπάνιο).|| ~ τα δόντια (: με οδοντόκρεμα)/τα πόδια/το πρόσωπό μου. Πλύνε (καλά) τα χέρια σου πριν φας.|| Η βροχή έπλυνε τους δρόμους. Βλ. ξε~. 2. βάζω μπουγάδα. Βλ. ξενο~. ● Παθ.: πλένομαι: κάνω μπάνιο ή σπανιότ. νίβομαι: ~θηκε, ντύθηκε και έφυγε για τη δουλειά. Πλύσου (: είσαι βρόμικος)! ● ΦΡ.: πλύνε-βάλε: για ρούχα που αντέχουν στη χρήση ή που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα: Είναι άνετα, ευκολοφόρετα, ~ ~. Βλ. βάλε-βγάλε., να πλένεις το στόμα σου, όταν μιλάς/πριν μιλήσεις για κάποιον βλ. στόμα, τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς βλ. αράπης, αραπίνα [< αρχ. πλύνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ