| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40842 | πλεκτικός | , ή, ό πλε-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πλέξιμο: ~ές: μηχανές (= πλεκτομηχανές)/ύλες. ● Ουσ.: πλεκτική (η) (κ. με κεφαλ. Π): η τέχνη του πλεξίματος: βιομηχανία ~ής (= πλεκτοβιομηχανία). Βλ. καλαθο~, ραπτική, υφαντική. [< αρχ. πλεκτικός] | |
| 40843 | πλεκτοβιομηχανία | πλε-κτο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία κατασκευής πλεκτών υφασμάτων και ενδυμάτων. | |
| 40844 | πλεκτομηχανή | πλε-κτο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): μηχανή κατασκευής πλεκτών ειδών. Βλ. αργαλειός, -μηχανή. | |
| 40845 | πλεκτός | , ή, ό πλε-κτός επίθ. & (προφ.) πλεχτός: που έχει πλεχτεί: ~ή: ζακέτα. ~ό: καπέλο/πουλόβερ. ~ά: είδη/ενδύματα/υφάσματα (βλ. τρικό).|| ~ή: ψάθα. ~ό: καλάθι/σύρμα. ~ά: κεριά. Πβ. πλεγμένος. Βλ. υφαντός. ● Ουσ.: πλεκτό & πλεχτό (το) 1. ένδυμα που έχει πλεχτεί στο χέρι ή στη μηχανή: βαμβακερά/μάλλινα ~ά. Βιοτεχνία ~ών. 2. χειροτέχνημα που πλέκεται με βελονάκι. Βλ. εργόχειρο. 3. ΑΘΛ. (στην ποδοσφαιρική αργκό) δίχτυα τέρματος: Η μπάλα κατέληξε στο ~ (= μπήκε γκολ). ● επίρρ.: πλεκτά ● ΣΥΜΠΛ.: πλεκτή ομοιοκαταληξία: ΜΕΤΡ. στην οποία ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο, ο δεύτερος με τον τέταρτο κ.ο.κ. Βλ. ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. [< αρχ. πλεκτός] | |
| 40846 | πλέκω | πλέ-κω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπλεκ-α, έπλε-ξα, πλέ-χτηκε, -γμένος, πλέκ-οντας} 1. δημιουργώ θηλιές από ευλύγιστο, συνήθ. επίμηκες υλικό (μάλλινο νήμα, στελέχη φυτών) και τις ενώνω, περνώντας το ίδιο υλικό ανάμεσά τους, προκειμένου να κατασκευάσω ένδυμα ή άλλο αντικείμενο: ~ πουλόβερ (με βελόνες πλεξίματος). ~ε και ξήλωνε. Μαθαίνει/ξέρει να ~ει. Ρούχα ~γμένα στο χέρι ή στη μηχανή. Βλ. κεντώ, ράβω.|| Η αράχνη ~ει (= υφαίνει) τον ιστό της.|| ~ δίχτυα/ψάθες. Σήτα ~γμένη από σύρμα. Καλάθια ~γμένα από βούρλα/καλάμια. ~γμένα: σχοινιά.|| ~ξαν στεφάνια με λουλούδια/από κλαδιά ελιάς.|| ~ τα δάχτυλά/χέρια μου (= περνώ τα δάχτυλα του ενός χεριού ανάμεσα στα δάχτυλα του άλλου). 2. (κατ' επέκτ.) δένω, μαζεύω: ~ τα μαλλιά μου κοτσίδα/(σε) κότσο/(σε) πλεξούδες. ΑΝΤ. ξεπλέκω 3. (μτφ.) δημιουργώ, συνθέτω· επινοώ, σκαρώνω: ~εται ένα δίχτυ παρανομίας. Το ειδύλλιο μεταξύ των δύο νέων δεν άργησε να ~χτεί. Βλ. δια~, εμ~, περι~, συμ~.|| ~ει ιστορίες και εικόνες/πολλά σενάρια (στη φαντασία του). ΣΥΝ. πλάθω. ● ΦΡ.: πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου βλ. εγκώμιο [< 1,2: αρχ. πλέκω, γαλλ. tresser] | |
| 40847 | πλεμάτι | πλε-μά-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δίχτυ, πλέγμα· ειδικότ. σάκος, τσάντα από δίχτυ. [< αρχ. πλεγμάτιον] | |
| 40848 | πλεμόνι | πλε-μό-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): πνευμόνι. [< μεσν. πλεμόνι] | |
| 40849 | πλέμπα | πλέ-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): άνθρωποι χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, όχλος, πλήθος. Πβ. κοσμάκης. Βλ. αρχοντολόι. [< ιταλ. plebe, γαλλ. plèbe] | |
| 40850 | πλεμπάγια | πλε-μπά-για ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): πλέμπα. [< βεν. plebagia] | |
| 40851 | πλένω | πλέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπλενα, έπλυνα, πλέν-ομαι, -οντας, πλύ-θηκα, -μένος} 1. καθαρίζω κάτι, συνήθ. με νερό και σαπούνι ή απορρυπαντικό: ~ τα πιάτα. Ρούχα που ~ονται στο πλυντήριο στους ... βαθμούς/(μόνο) στο χέρι.|| ~ το αυτοκίνητο/το μπαλκόνι/τα πατώματα. Βλ. απολυμαίνω.|| ~ το μωρό (= το κάνω μπάνιο).|| ~ τα δόντια (: με οδοντόκρεμα)/τα πόδια/το πρόσωπό μου. Πλύνε (καλά) τα χέρια σου πριν φας.|| Η βροχή έπλυνε τους δρόμους. Βλ. ξε~. 2. βάζω μπουγάδα. Βλ. ξενο~. ● Παθ.: πλένομαι: κάνω μπάνιο ή σπανιότ. νίβομαι: ~θηκε, ντύθηκε και έφυγε για τη δουλειά. Πλύσου (: είσαι βρόμικος)! ● ΦΡ.: πλύνε-βάλε: για ρούχα που αντέχουν στη χρήση ή που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα: Είναι άνετα, ευκολοφόρετα, ~ ~. Βλ. βάλε-βγάλε., να πλένεις το στόμα σου, όταν μιλάς/πριν μιλήσεις για κάποιον βλ. στόμα, τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς βλ. αράπης, αραπίνα [< αρχ. πλύνω] | |
| 40852 | πλέξη | πλέ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο πλέκεται το νήμα και κατ' επέκτ. η ύφανση: ανάποδη/αραιή/διπλή/ελαστική/πυκνή/φαρδιά/χοντρή ~. ~ λάστιχο. 2. πλέξιμο. [< αρχ. πλέξις] | |
| 40853 | πλεξιγκλάς | πλε-ξι-γκλάς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πλέξιγκλας: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. διαφανής πλαστική ύλη, ιδιαίτερα ανθεκτική στη φθορά, που χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή υαλοπινάκων· ακρυλικό γυαλί. Βλ. μεθακρυλικός. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Plexiglas, 1935, γαλλ. plexiglas, 1935] | |
| 40854 | πλεξίδα | βλ. πλεξούδα | |
| 40855 | πλέξιμο | πλέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {πλεξίμ-ατος}: η ενέργεια του πλέκω και (σπάν.-συνεκδ.) το πλεκτό: ~ δαντέλας (βλ. κοπανέλι). ~ με βελονάκι. Μαλλί/νήματα για ~. Βελόνες/είδη/κλωστές ~ατος. Βλ. κέντημα.|| ~ (των) καλαθιών/(του) της ρακέτας/στεφανιού. Πβ. πλέξη. [< μεσν. πλέξιμο(ν)] | |
| 40856 | πλεξούδα | πλε-ξού-δα ουσ. (θηλ.) & πλεξίδα: κοτσίδα· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει αυτό το σχήμα: Έκανε τα μαλλιά της ~ες. Βλ. ράστα.|| ~ από κρεμμύδια/σκόρδα (πβ. αρμαθιά). ~ καλωδίων. [< μεσν. πλεξούδα, πλεξίδα] | |
| 40857 | πλέον | πλέ-ον επίρρ. 1. πια: Διεύθυνση που δεν ισχύει ~. Δεν εκπλήσσομαι ~ με τίποτα. Είναι ~ γεγονός. Τώρα ~ γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι ... Καμιά ελπίδα ~ για ...|| Δεν υφίσταται ~ ο κίνδυνος να ... ΣΥΝ. στο εξής.|| 2. παραπάνω, περισσότερο: Έναν και ~ χρόνο μετά. Συγκεντρώθηκαν χίλιοι και ~ άνθρωποι.|| (+ γεν., λόγ.) Έργο που θα διαρκέσει ~ (= πάνω από) των ... ετών. ~ (: εκτός από) της κανονικής χρέωσης, καταβάλλεται και πρόσθετο τέλος. Πενήντα ευρώ ~ (= συν, ΑΝΤ. περιλαμβανομένου) ΦΠΑ/χαρτοσήμου. 3. {+ άρθ., για τον περιφραστικό σχηματισμό του υπερθετικού βαθμού} ο πιο: Είναι ο ~ αρμόδιος να απαντήσει. Η ~ κατάλληλη στιγμή για ... Οι ~ πρόσφατες εξελίξεις. ● ΦΡ.: και πλέον ου (λόγ.): και τίποτα περισσότερο: Και πώς αντέδρασαν; Ψέλλισαν πως «λυπούνται πολύ» ~ ~., πλέον ή βέβαιον (λόγ.): περισσότερο από βέβαιο: Είναι ~ ~ ότι θα ... [< αρχ. πλέον] | |
| 40858 | πλεονάζω | πλε-ο-νά-ζω ρ. (αμτβ.) {πλεόνα-σε, μτχ. πλεονάζ-ων, -ουσα, -ον, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ξεπερνώ σε αριθμό ή ποσότητα το απαιτούμενο, επιτρεπτό ή επιθυμητό όριο: Προσωπικό που ~ει (: είναι υπεράριθμο). Στοιχεία που ~ουν (= περιττεύουν).|| (μτφ.) ~σε η αγάπη. ΣΥΝ. περισσεύω [< αρχ. πλεονάζω] | |
| 40859 | πλεονάζων | , ουσα, ον πλε-ο-νά-ζων επίθ. (λόγ.): που είναι περιττός, παραπανίσιος: ~ων: αριθμός (υπαλλήλων)/χρόνος. ~ουσα: παραγωγή/ποσότητα. ~ον: βάρος/(εργατικό) δυναμικό/προσωπικό. Πβ. πλεονασματικός. ΣΥΝ. υπεράριθμος [< μτγν. πλεονάζων, αγγλ. surplus] | |
| 40860 | πλεόνασμα | πλε-ό-να-σμα ουσ. (ουδ.) {πλεονάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό ή παραγόμενο αγαθό που είναι περισσότερο συγκριτικά με αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει (κυρ. στην περίπτωση που τα έσοδα είναι μεγαλύτερα από τις δαπάνες)∙ ποσότητα παραγωγής που δεν απορροφάται από την αγορά: δημοσιονομικό/διαθέσιμο/εμπορικό ~. ~ ισοζυγίου/προϋπολογισμού. ~ της τάξης του ... %. Αύξηση ~ατος. Πρωτογενή ~ατα. Βλ. παθητικό. ΑΝΤ. έλλειμμα (1) 2. περίσσευμα, ό,τι υπάρχει επιπλέον, παραπάνω: ~ προσωπικού.|| (μτφ.) ~ δύναμης/υποκρισίας. Πβ. περίσσεια. ΑΝΤ. έλλειψη (1) [< μτγν. πλεόνασμα 'πληθώρα, υπεραφθονία', γαλλ.-αγγλ. surplus] | |
| 40861 | πλεονασματικός | , ή, ό πλε-ο-να-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που παρουσιάζει πλεόνασμα: ~ός: προϋπολογισμός. ~ό: ισοζύγιο. ~ά: αποθέματα/προϊόντα. ΑΝΤ. ελλειμματικός (1) 2. (σπανιότ.-μτφ.) που υπάρχει επιπλέον, πλεονάζων: ~ή: θέση. ● επίρρ.: πλεονασματικά [< γαλλ. bénéficiaire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ