Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41440-41460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40852πλέξηπλέ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο πλέκεται το νήμα και κατ' επέκτ. η ύφανση: ανάποδη/αραιή/διπλή/ελαστική/πυκνή/φαρδιά/χοντρή ~. ~ λάστιχο. 2. πλέξιμο. [< αρχ. πλέξις]
40853πλεξιγκλάςπλε-ξι-γκλάς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πλέξιγκλας: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. διαφανής πλαστική ύλη, ιδιαίτερα ανθεκτική στη φθορά, που χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή υαλοπινάκων· ακρυλικό γυαλί. Βλ. μεθακρυλικός. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Plexiglas, 1935, γαλλ. plexiglas, 1935]
40854πλεξίδαβλ. πλεξούδα
40855πλέξιμοπλέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {πλεξίμ-ατος}: η ενέργεια του πλέκω και (σπάν.-συνεκδ.) το πλεκτό: ~ δαντέλας (βλ. κοπανέλι). ~ με βελονάκι. Μαλλί/νήματα για ~. Βελόνες/είδη/κλωστές ~ατος. Βλ. κέντημα.|| ~ (των) καλαθιών/(του) της ρακέτας/στεφανιού. Πβ. πλέξη. [< μεσν. πλέξιμο(ν)]
40856πλεξούδαπλε-ξού-δα ουσ. (θηλ.) & πλεξίδα: κοτσίδα· κατ' επέκτ. οτιδήποτε έχει αυτό το σχήμα: Έκανε τα μαλλιά της ~ες. Βλ. ράστα.|| ~ από κρεμμύδια/σκόρδα (πβ. αρμαθιά). ~ καλωδίων. [< μεσν. πλεξούδα, πλεξίδα]
40857πλέονπλέ-ον επίρρ. 1. πια: Διεύθυνση που δεν ισχύει ~. Δεν εκπλήσσομαι ~ με τίποτα. Είναι ~ γεγονός. Τώρα ~ γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι ... Καμιά ελπίδα ~ για ...|| Δεν υφίσταται ~ ο κίνδυνος να ... ΣΥΝ. στο εξής.|| 2. παραπάνω, περισσότερο: Έναν και ~ χρόνο μετά. Συγκεντρώθηκαν χίλιοι και ~ άνθρωποι.|| (+ γεν., λόγ.) Έργο που θα διαρκέσει ~ (= πάνω από) των ... ετών. ~ (: εκτός από) της κανονικής χρέωσης, καταβάλλεται και πρόσθετο τέλος. Πενήντα ευρώ ~ (= συν, ΑΝΤ. περιλαμβανομένου) ΦΠΑ/χαρτοσήμου. 3. {+ άρθ., για τον περιφραστικό σχηματισμό του υπερθετικού βαθμού} ο πιο: Είναι ο ~ αρμόδιος να απαντήσει. Η ~ κατάλληλη στιγμή για ... Οι ~ πρόσφατες εξελίξεις. ● ΦΡ.: και πλέον ου (λόγ.): και τίποτα περισσότερο: Και πώς αντέδρασαν; Ψέλλισαν πως «λυπούνται πολύ» ~ ~., πλέον ή βέβαιον (λόγ.): περισσότερο από βέβαιο: Είναι ~ ~ ότι θα ... [< αρχ. πλέον]
40858πλεονάζωπλε-ο-νά-ζω ρ. (αμτβ.) {πλεόνα-σε, μτχ. πλεονάζ-ων, -ουσα, -ον, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ξεπερνώ σε αριθμό ή ποσότητα το απαιτούμενο, επιτρεπτό ή επιθυμητό όριο: Προσωπικό που ~ει (: είναι υπεράριθμο). Στοιχεία που ~ουν (= περιττεύουν).|| (μτφ.) ~σε η αγάπη. ΣΥΝ. περισσεύω [< αρχ. πλεονάζω]
40859πλεονάζων, ουσα, ον πλε-ο-νά-ζων επίθ. (λόγ.): που είναι περιττός, παραπανίσιος: ~ων: αριθμός (υπαλλήλων)/χρόνος. ~ουσα: παραγωγή/ποσότητα. ~ον: βάρος/(εργατικό) δυναμικό/προσωπικό. Πβ. πλεονασματικός. ΣΥΝ. υπεράριθμος [< μτγν. πλεονάζων, αγγλ. surplus]
40860πλεόνασμαπλε-ό-να-σμα ουσ. (ουδ.) {πλεονάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό ή παραγόμενο αγαθό που είναι περισσότερο συγκριτικά με αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει (κυρ. στην περίπτωση που τα έσοδα είναι μεγαλύτερα από τις δαπάνες)∙ ποσότητα παραγωγής που δεν απορροφάται από την αγορά: δημοσιονομικό/διαθέσιμο/εμπορικό ~. ~ ισοζυγίου/προϋπολογισμού. ~ της τάξης του ... %. Αύξηση ~ατος. Πρωτογενή ~ατα. Βλ. παθητικό. ΑΝΤ. έλλειμμα (1) 2. περίσσευμα, ό,τι υπάρχει επιπλέον, παραπάνω: ~ προσωπικού.|| (μτφ.) ~ δύναμης/υποκρισίας. Πβ. περίσσεια. ΑΝΤ. έλλειψη (1) [< μτγν. πλεόνασμα 'πληθώρα, υπεραφθονία', γαλλ.-αγγλ. surplus]
40861πλεονασματικός, ή, ό πλε-ο-να-σμα-τι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που παρουσιάζει πλεόνασμα: ~ός: προϋπολογισμός. ~ό: ισοζύγιο. ~ά: αποθέματα/προϊόντα. ΑΝΤ. ελλειμματικός (1) 2. (σπανιότ.-μτφ.) που υπάρχει επιπλέον, πλεονάζων: ~ή: θέση. ● επίρρ.: πλεονασματικά [< γαλλ. bénéficiaire]
40862πλεονασμόςπλε-ο-να-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιούνται περισσότερες από τις απαιτούμενες λέξεις για την απόδοση ενός νοήματος (συχνά ως στοιχείο λογοτεχνικού ύφους): π.χ. Μην ξαναέρθεις πάλι. Βλ. αναδίπλωση, βραχυ-, ταυτο-λογία. 2. (γενικότ.) περιττολογία: Θα ήταν ~ να μιλήσει κανείς για ευθύνες. Δεν είναι ~ να τονίσουμε το γεγονός. Επαναλήψεις και ~οί. Πβ. πλατειασμός. 3. πληθώρα στοιχείων που επαναλαμβάνονται ή περισσεύουν σε ένα σύστημα, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση ανάγκης, βλάβης, δυσλειτουργίας: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδοµένων. Σφάλμα ~ού. [< 1,2: μτγν. πλεονασμός, γαλλ. pléonasme, αγγλ. pleonasm 3: αγγλ. redundancy]
40863πλεοναστικός, ή, ό πλε-ο-να-στι-κός επίθ. 1. που πλεονάζει. Πβ. υπερβολικός. Βλ. ελλειπτικός. 2. (σπάν.) πλεονασματικός. ● επίρρ.: πλεοναστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. πλεοναστικός, γαλλ. pléonastique, αγγλ. pleonastic]
40864πλεονέκτημαπλε-ο-νέ-κτη-μα ουσ. (ουδ.) {πλεονεκτήμ-ατος | -ατα, -άτων}: θετικός παράγοντας ή χαρακτηριστικό που κάνει κάποιον ή κάτι να υπερέχει συγκριτικά, αποτελώντας κέρδος, όφελος: διαπραγματευτικό/επιχειρηματικό/ηθικό/πολιτικό/στρατηγικό ~. Θεσμικά/κοινωνικά/λειτουργικά/οικονομικά/περιβαλλοντικά/τεχνολογικά/φορολογικά ~ατα. Τα (βασικότερα/κυριότερα) ~ατα του διαδικτύου/μιας μεθόδου. Περιοχή που εμφανίζει/παρουσιάζει το ισχυρό/πρόσθετο ~ ότι/να βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Το ~ (του) να είναι … Αξιοποιώ/απολαμβάνω/εκμεταλλεύομαι τα ~ατα μιας νέας συσκευής. Εξοπλισμός που διαθέτει/εξασφαλίζει/παρέχει/προσφέρει μοναδικά/πολλά/σημαντικά ~ατα (έναντι των υπολοίπων/σε σύγκριση με τους άλλους). Πβ. προβάδισμα, προσόν, προτέρημα, υπεροχή. ΣΥΝ. αβαντάζ (1), ατού (1) ΑΝΤ. μειονέκτημα ● ΣΥΜΠΛ.: ανταγωνιστικό πλεονέκτημα: ΟΙΚΟΝ. καθένα από τα χαρακτηριστικά επιχείρησης, προϊόντος ή υπηρεσίας που ευνοεί την επικράτησή τους στην αγορά. [< αγγλ. competitive advantage], μηχανικό πλεονέκτημα: ΦΥΣ. ο λόγος της δύναμης που παράγει μια μηχανή προς τη δύναμη που εφαρμόζεται σε αυτή. [< αγγλ. mechanical advantage], συγκριτικό πλεονέκτημα ΟΙΚΟΝ. 1. υπεροχή σε σύγκριση με κάτι: Εταιρεία που διαθέτει το ~ ~ της εξατομίκευσης των υπηρεσιών (έναντι των ανταγωνιστών της/σε σχέση με άλλες). 2. υπεροχή μιας χώρας έναντι άλλης στην παραγωγή ενός συγκεκριμένου αγαθού. [< αγγλ. comparative advantage], πλεονέκτημα/μειονέκτημα έδρας βλ. έδρα ● ΦΡ.: αφήνω (το) πλεονέκτημα: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) αφήνω την ομάδα που έχει την μπάλα στην κατοχή της να συνεχίσει (τον αγώνα), αν και προηγήθηκε παράβαση υπέρ της: Ο διαιτητής δεν άφησε ~ και υπέδειξε φάουλ έξω από την περιοχή. [< αρχ. πλεονέκτημα]
40865πλεονέκτηςπλε-ο-νέ-κτης ουσ. (αρσ.) {πλεονεκτών | σπάν. θηλ. πλεονέκτρα} & (σπάν.-προφ.) πλεονέχτης: πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από πλεονεξία. Πβ. αδηφάγος, άπληστος, αχόρταγος. ΑΝΤ. ολιγαρκής [< αρχ. πλεονέκτης]
40866πλεονεκτικός, ή, ό πλε-ο-νε-κτι-κός επίθ.: που υπερτερεί, είναι καλύτερος ή ανώτερος, συγκριτικά με κάτι ή κάποιον: ~ή: μεταχείριση/περιοχή/τιμή/τοποθεσία. ~ό: σημείο. Βρίσκομαι σε ~ή/~ότερη θέση. Πβ. ευνοϊκός, προνομιακός. ΑΝΤ. μειονεκτικός ● επίρρ.: πλεονεκτικά [< αρχ. πλεονεκτικός ‘απαιτητικός, φιλόδοξος, επωφελής’, γαλλ. avantageux]
40867πλεονεκτικότηταπλε-ο-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλεονεκτικού. Πβ. ανωτερότητα, υπεροχή. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μειονεκτικότητα
40868πλεονεκτώ[πλεονεκτῶ] πλε-ο-νε-κτώ ρ. (αμτβ.) {πλεονεκτ-είς ..., -ώντας| συνήθ. στον ενεστ. κ. παρατ.}: είμαι καλύτερος, ανώτερος από κάποιον ή κάτι, βρίσκομαι σε καλύτερη θέση, υπερτερώ: ~εί κατά πολύ. ~εί σε πολλά σημεία. ~εί ως προς ... Η μέθοδος αυτή ~εί σε σύγκριση/σχέση με άλλες.|| (λόγ.) ~εί (έναντι) των αντιπάλων του. ΣΥΝ. υπερέχω ΑΝΤ. μειονεκτώ [< αρχ. πλεονεκτῶ]
40869πλεονεξίαπλε-ο-νε-ξί-α ουσ. (θηλ.): τάση κάποιου να επιζητά συνεχώς περισσότερα από όσα έχει, δικαιούται ή χρειάζεται: ακόρεστη ~. Πβ. αδηφαγία, απληστία. ΑΝΤ. ολιγάρκεια [< αρχ. πλεονεξία]
40870πλεονέχτηςβλ. πλεονέκτης
40871πλεούμενοπλε-ού-με-νο ουσ. (ουδ.): σκάφος συνήθ. μικρού μεγέθους. Βλ. βάρκα, καΐκι, μονόξυλο, πλοίο, σχεδία, τρεχαντήρι. [< μεσν. πλεούμενο(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.