Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41440-41460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40862πλεονασμόςπλε-ο-να-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιούνται περισσότερες από τις απαιτούμενες λέξεις για την απόδοση ενός νοήματος (συχνά ως στοιχείο λογοτεχνικού ύφους): π.χ. Μην ξαναέρθεις πάλι. Βλ. αναδίπλωση, βραχυ-, ταυτο-λογία. 2. (γενικότ.) περιττολογία: Θα ήταν ~ να μιλήσει κανείς για ευθύνες. Δεν είναι ~ να τονίσουμε το γεγονός. Επαναλήψεις και ~οί. Πβ. πλατειασμός. 3. πληθώρα στοιχείων που επαναλαμβάνονται ή περισσεύουν σε ένα σύστημα, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση ανάγκης, βλάβης, δυσλειτουργίας: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδοµένων. Σφάλμα ~ού. [< 1,2: μτγν. πλεονασμός, γαλλ. pléonasme, αγγλ. pleonasm 3: αγγλ. redundancy]
40863πλεοναστικός, ή, ό πλε-ο-να-στι-κός επίθ. 1. που πλεονάζει. Πβ. υπερβολικός. Βλ. ελλειπτικός. 2. (σπάν.) πλεονασματικός. ● επίρρ.: πλεοναστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. πλεοναστικός, γαλλ. pléonastique, αγγλ. pleonastic]
40864πλεονέκτημαπλε-ο-νέ-κτη-μα ουσ. (ουδ.) {πλεονεκτήμ-ατος | -ατα, -άτων}: θετικός παράγοντας ή χαρακτηριστικό που κάνει κάποιον ή κάτι να υπερέχει συγκριτικά, αποτελώντας κέρδος, όφελος: διαπραγματευτικό/επιχειρηματικό/ηθικό/πολιτικό/στρατηγικό ~. Θεσμικά/κοινωνικά/λειτουργικά/οικονομικά/περιβαλλοντικά/τεχνολογικά/φορολογικά ~ατα. Τα (βασικότερα/κυριότερα) ~ατα του διαδικτύου/μιας μεθόδου. Περιοχή που εμφανίζει/παρουσιάζει το ισχυρό/πρόσθετο ~ ότι/να βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Το ~ (του) να είναι … Αξιοποιώ/απολαμβάνω/εκμεταλλεύομαι τα ~ατα μιας νέας συσκευής. Εξοπλισμός που διαθέτει/εξασφαλίζει/παρέχει/προσφέρει μοναδικά/πολλά/σημαντικά ~ατα (έναντι των υπολοίπων/σε σύγκριση με τους άλλους). Πβ. προβάδισμα, προσόν, προτέρημα, υπεροχή. ΣΥΝ. αβαντάζ (1), ατού (1) ΑΝΤ. μειονέκτημα ● ΣΥΜΠΛ.: ανταγωνιστικό πλεονέκτημα: ΟΙΚΟΝ. καθένα από τα χαρακτηριστικά επιχείρησης, προϊόντος ή υπηρεσίας που ευνοεί την επικράτησή τους στην αγορά. [< αγγλ. competitive advantage], μηχανικό πλεονέκτημα: ΦΥΣ. ο λόγος της δύναμης που παράγει μια μηχανή προς τη δύναμη που εφαρμόζεται σε αυτή. [< αγγλ. mechanical advantage], συγκριτικό πλεονέκτημα ΟΙΚΟΝ. 1. υπεροχή σε σύγκριση με κάτι: Εταιρεία που διαθέτει το ~ ~ της εξατομίκευσης των υπηρεσιών (έναντι των ανταγωνιστών της/σε σχέση με άλλες). 2. υπεροχή μιας χώρας έναντι άλλης στην παραγωγή ενός συγκεκριμένου αγαθού. [< αγγλ. comparative advantage], πλεονέκτημα/μειονέκτημα έδρας βλ. έδρα ● ΦΡ.: αφήνω (το) πλεονέκτημα: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) αφήνω την ομάδα που έχει την μπάλα στην κατοχή της να συνεχίσει (τον αγώνα), αν και προηγήθηκε παράβαση υπέρ της: Ο διαιτητής δεν άφησε ~ και υπέδειξε φάουλ έξω από την περιοχή. [< αρχ. πλεονέκτημα]
40865πλεονέκτηςπλε-ο-νέ-κτης ουσ. (αρσ.) {πλεονεκτών | σπάν. θηλ. πλεονέκτρα} & (σπάν.-προφ.) πλεονέχτης: πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από πλεονεξία. Πβ. αδηφάγος, άπληστος, αχόρταγος. ΑΝΤ. ολιγαρκής [< αρχ. πλεονέκτης]
40866πλεονεκτικός, ή, ό πλε-ο-νε-κτι-κός επίθ.: που υπερτερεί, είναι καλύτερος ή ανώτερος, συγκριτικά με κάτι ή κάποιον: ~ή: μεταχείριση/περιοχή/τιμή/τοποθεσία. ~ό: σημείο. Βρίσκομαι σε ~ή/~ότερη θέση. Πβ. ευνοϊκός, προνομιακός. ΑΝΤ. μειονεκτικός ● επίρρ.: πλεονεκτικά [< αρχ. πλεονεκτικός ‘απαιτητικός, φιλόδοξος, επωφελής’, γαλλ. avantageux]
40867πλεονεκτικότηταπλε-ο-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλεονεκτικού. Πβ. ανωτερότητα, υπεροχή. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μειονεκτικότητα
40868πλεονεκτώ[πλεονεκτῶ] πλε-ο-νε-κτώ ρ. (αμτβ.) {πλεονεκτ-είς ..., -ώντας| συνήθ. στον ενεστ. κ. παρατ.}: είμαι καλύτερος, ανώτερος από κάποιον ή κάτι, βρίσκομαι σε καλύτερη θέση, υπερτερώ: ~εί κατά πολύ. ~εί σε πολλά σημεία. ~εί ως προς ... Η μέθοδος αυτή ~εί σε σύγκριση/σχέση με άλλες.|| (λόγ.) ~εί (έναντι) των αντιπάλων του. ΣΥΝ. υπερέχω ΑΝΤ. μειονεκτώ [< αρχ. πλεονεκτῶ]
40869πλεονεξίαπλε-ο-νε-ξί-α ουσ. (θηλ.): τάση κάποιου να επιζητά συνεχώς περισσότερα από όσα έχει, δικαιούται ή χρειάζεται: ακόρεστη ~. Πβ. αδηφαγία, απληστία. ΑΝΤ. ολιγάρκεια [< αρχ. πλεονεξία]
40870πλεονέχτηςβλ. πλεονέκτης
40871πλεούμενοπλε-ού-με-νο ουσ. (ουδ.): σκάφος συνήθ. μικρού μεγέθους. Βλ. βάρκα, καΐκι, μονόξυλο, πλοίο, σχεδία, τρεχαντήρι. [< μεσν. πλεούμενο(ν)]
40872πλερέζαπλε-ρέ-ζα ουσ. (θηλ.): μαύρο λεπτό πέπλο, κάλυμμα του κεφαλιού και κυρ. του προσώπου, που φορούσαν συνήθ. παλαιότ. οι γυναίκες ως ένδειξη πένθους. ● ΦΡ.: βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες (μτφ.-ειρων.): θλίβομαι, στενοχωριέμαι πάρα πολύ. Πβ. τα βάφω μαύρα. [< γαλλ. pleureuse]
40873πλέριος, ια, ιο πλέ-ριος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις: ~ια: αγάπη/ευτυχία. Πβ. πλήρης, τέλειος. ● επίρρ.: πλέρια [< μεσν. πλέριος < αρχ. πλήρης]
40874πλερωμήβλ. πληρωμή
40875πλερώνωβλ. πληρώνω
40876πλευράπλευ-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. καθένα από τα ευθύγραμμα τμήματα που ορίζουν ένα σχήμα ή καθεμία από τις επιφάνειες που ορίζουν ένα στερεό σώμα: το μήκος μιας ~άς. Κάθετες ~ές. Οι (τρεις) ~ές του τριγώνου. Οι ~ές μιας γωνίας. Το τετράγωνο έχει τέσσερις ~ές ίσες μεταξύ τους. Βλ. περίμετρος.|| Οι ~ές του κύβου (πβ. έδρα). 2. (κατ' επέκτ.) καθένα από τα μέρη ή τις περιοχές που περιβάλλουν ένα αντικείμενο ή μια χωρική διάταξη: οι εξωτερικές/εσωτερικές ~ές ενός κουτιού. Η κάτω/πάνω ~ του μαξιλαριού. Βλ. επιφάνεια.|| Η μπροστινή (= πρόσοψη)/πίσω ~ ενός κτιρίου. Η βόρεια/νότια ~ του ναού.|| Στη(ν) απέναντι/αριστερή/δεξιά ~ του δρόμου/ποταμού (= όχθη).|| Η ανατολική/δυτική ~ του οικοπέδου/της πόλης.|| Περιθώριο 1,5 εκ. σε κάθε ~/και από τις δύο ~ές του κειμένου.|| Γέρνει από τη μια ~ (= μπάντα).|| (μτφ.) Τι γίνεται στην άλλη ~ του Αιγαίου (= στην Τουρκία)/του Ατλαντικού (= στην Αμερική)/των συνόρων (= στη γείτονα χώρα); ΣΥΝ. μεριά (1) 3. (μτφ.) καθένα από τα δύο ή περισσότερα μέρη (πρόσωπα ή ομάδες) που λαμβάνουν μέρος σε μια αντιπαράθεση ή διαλογική συζήτηση: οι αντιμαχόμενες/εμπόλεμες/συμβαλλόμενες ~ές. Η άλλη/αντίθετη/ηττημένη ~ υποστήριξε ... Και από τη μια και από την άλλη ~ (= και από τις δυο ~ές, εκατέρωθεν). Από τη δική μου ~ (= από δικής μου ~άς). Από ελληνικής/κυβερνητικής ~άς ειπώθηκε ... Από την ~ του, ο κ. ... ανταπάντησε πως ... 4. όψη, διάσταση· άποψη: Έδειξε μια άλλη (άγνωστη)/την ευαίσθητη ~ του χαρακτήρα του.|| Η άσχημη/όμορφη/σκοτεινή/φωτεινή ~ της ζωής. Το ζήτημα δεν έχει μελετηθεί από (επιστημονικής/νομικής/οικονομικής) ~άς/από όλες του τις ~ές (: πλήρως). Βλέπει τη ζωή από την αρνητική/θετική της ~ (= οπτική, σκοπιά). Πβ. πτυχή. ΣΥΝ. μεριά (3) 5. ΑΝΑΤ. ένα από τα συναντώμενα κατά ζεύγη οστά (δώδεκα και από τις δύο πλευρές) που εκτείνονται από τους θωρακικούς σπονδύλους προς τη μέση γραμμή της πρόσθιας επιφάνειας του κορμού, σχηματίζοντας το μεγαλύτερο τμήμα του σκελετού του θώρακα: αυχενική/δέκατη/όγδοη ~. Γνήσιες ~ές (= οι επτά ανώτερες ~ές)/νόθες ~ές (= οι πέντε κατώτερες ~ές). Ασύντακτες ~ές (= οι δύο κατώτερες νόθες ~ές). Πβ. παΐδι, πλευρό. ● Υποκ.: πλευρίτσα (η), πλευρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η αθέατη πλευρά (των πραγμάτων) βλ. αθέατος ● ΦΡ.: από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) & από το ένα μέρος ..., από το άλλο μέρος: (για αντίθεση) αφενός ... αφετέρου: ~ ~ μου αρέσουν τα παιδιά, ~ ~ φοβάμαι τις ευθύνες., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. άλλος, η άλλη όψη/πλευρά βλ. άλλος, η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος βλ. νόμισμα, οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος βλ. νόμισμα [< 1,2,5: αρχ. πλευρά 3,4: γαλλ. côté, αγγλ. side]
40877πλευρίζωπλευ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλεύρι-σε, -σει, -σμένος} 1. πλησιάζω από τα πλάγια· (ειδικότ. για σκάφη) προσεγγίζω ή αγκυροβολώ με τη μία πλευρά στην προκυμαία ή στο πλάι άλλου σκάφους. Πβ. σιμώνω. 2. (μτφ.) πλησιάζω κάποιον κυρ. με δόλιο τρόπο για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων ή με ερωτικό σκοπό: Την ~ουν επιτήδειοι για να της πάρουν χρήματα. Πβ. διπλαρώνω. [< μτγν. πλευρίζω]
40878πλευρικός, ή, ό πλευ-ρι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται στην πλαϊνή συνήθ. πλευρά ενός αντικειμένου ή χώρου ή στα πλευρά του σώματος: ~οί: αερόσακοι. ~ά: μέρη/παράθυρα (: αυτοκινήτου)/τοιχώματα. Βλ. μπροστινός, πισινός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: τόξο. 2. που γίνεται στα ή από τα πλάγια, που έχει αντίστοιχη κατεύθυνση: ~ός: άνεμος/φωτισμός. ~ή: επίθεση/στήριξη/σύγκρουση.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ά: σύμφωνα (: παράγονται όταν ο αέρας που εκπνέεται περνά από τις πλευρές της γλώσσας, π.χ. λ). ● επίρρ.: πλευρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πλευρική γραμμή βλ. γραμμή [< 1: μτγν. πλευρικός 2: αγγλ. side-]
40879πλευρικότηταπλευ-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΨΥΧΟΛ.-ΒΙΟΛ.: πλευρίωση. Βλ. -ότητα.
40880πλεύρισηπλεύ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. προσέγγιση ή αγκυροβόληση σκάφους με τη μία πλευρά στην προκυμαία ή στο πλάι άλλου σκάφους. Πβ. πλεύρισμα. Βλ. πρόσδεση, πρυμνοδέτηση. ΣΥΝ. παραβολή (4)
40881πλεύρισμαπλεύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλευρίζω. Πβ. πλεύριση, πλησίασμα.|| Πβ. διπλάρωμα, καμάκι, πέσιμο, φλερτ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.