| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40882 | πλευρίτης | πλευ-ρί-της ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πλευρίτιδα. Βλ. -ίτης3. [< μτγν. ὁ πλευρίτης] | |
| 40883 | πλευρίτιδα | πλευ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του υπεζωκότα με κύρια συμπτώματα πόνο στον θώρακα, ξηρό βήχα, δυσκολία κατά την αναπνοή και συνήθ. υψηλό πυρετό. Βλ. -ίτιδα. [< αρχ. πλευρῖτις, γαλλ. pleurésie, pleurite, αγγλ. pleurisy, γερμ. Pleuritis] | |
| 40884 | πλευριτικός | , ή, ό πλευ-ρι-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πλευρίτιδα: ~ό: άλγος/υγρό. [< αρχ. πλευριτικός, γαλλ. pleurétique, pleuritique, αγγλ. pleuritic] | |
| 40885 | πλευρίωση | πλευ-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) ΨΥΧΟΛ.-ΒΙΟΛ.: η χρήση, κατά προτίμηση, των μελών του σώματος που βρίσκονται στην ίδια πλευρά, η οποία οφείλεται στην κυριαρχία ενός από τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου. Βλ. αριστερο-, δεξιο-πόδαρος, αριστερό-, δεξιό-χειρας. [< γαλλ. latéralité, αγγλ. laterality] | |
| 40886 | πλευρό | πλευ-ρό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πλαϊνό τμήμα του σώματος· πλευρά, παΐδι: Την πονούσαν τα ~ά της. Αιμάτωμα/τραύμα στα ~ά. Έπεσε και έσπασε τα ~ά του/τρία ~ά. Υπέστη κάταγμα ~ού.|| Απειλούσε ότι θα της σπάσει τα ~ά (= θα τη σπάσει στο ξύλο, θα τη δείρει αλύπητα).|| ~ αρνιού/χοιρινού. Τα ~ά του αλόγου. 2. το πλάγιο τμήμα αντικειμένου· μεριά: Τα ~ά του αυτοκινήτου/του σκάφους/της χερσονήσου. Άφησαν τα ~ά τους ακάλυπτα/εκτεθειμένα. Πβ. μπάντα. ● Υποκ.: πλευράκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: γυρίζω/αλλάζω πλευρό: γυρίζω από την άλλη πλευρά, ενώ είμαι ξαπλωμένος: ~σε/~ξε ~ και ξανακοιμήθηκε., στο πλευρό κάποιου & (λόγ.) παρά το πλευρό(ν) κάποιου: δίπλα του ή με το μέρος του: Ήταν συνέχεια ~ ~ της. Εμφανίστηκε, έχοντας ~ ~ του τον ...|| Τάχθηκαν ~ ~ των εργαζομένων., μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! βλ. κοιμάμαι, στέκομαι στο πλευρό/στο πλάι κάποιου/δίπλα σε κάποιον βλ. στέκομαι [< αρχ. πλευρόν] | |
| 40887 | πλευροκόπηση | πλευ-ρο-κό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & πλευροκόπημα (το): πλαγιοκόπηση. | |
| 40888 | πλευροκοπώ | [πλευροκοπῶ] πλευ-ρο-κο-πώ ρ. (μτβ.) {πλευροκοπ-είς... | πλευροκόπ-ησα, συνήθ. στο γ΄πρόσ.}: πλαγιοκοπώ. [< αρχ. πλευροκοπῶ] | |
| 40889 | πλευρονήκτης | πλευ-ρο-νή-κτης ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο γένος ψαριών του βυθού (οικογ. Pleuronectidae) με πεπλατυσμένο σώμα που κολυμπούν κάθετα και τα μάτια τους βρίσκονται στο πλάι. Βλ. γλώσσα, καλκάνι, σαλάχι, χωματίδα. [< γαλλ. pleuronecte, αγγλ. pleuronect] | |
| 40891 | πλευρώτους | πλευ-ρώ-τους ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} : ΒΟΤ. είδος εδώδιμων μανιταριών (οικογ. Pleurotaceae, επιστ. ονομασ. Pleurotus ostreatus) με πεπλατυσμένο σχήμα και κυματιστές αυλακώσεις: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στα κάρβουνα. [< γαλλ. pleurote, αγγλ. pleurotus < νεολατ. ~ < πλευρό + οὖς, ὠτός] | |
| 40892 | πλεύση | πλεύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. πορεία πλοίου ή σπανιότ. αεροσκάφους: ελεύθερη/ομαλή/σταθερή ~. Οδηγός/ταχύτητα ~ης. Βλ. διάπλευση.|| (για καράβι) Ταχείας ~ης. ΣΥΝ. πλους, ρότα (1) 2. (μτφ.) τακτική, τρόπος δράσης για την εκπλήρωση στόχου: Αποφασίστηκε κοινή/παράλληλη ~ (= σύμπλευση, συμπόρευση) των δύο υποψηφίων. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή πλεύσης/πορείας (μτφ.): τροποποίηση τακτικής, κατεύθυνσης, προσανατολισμού: ~ ~ για την κυβέρνηση/του κόμματος από τις αρχικές του εξαγγελίες., γραμμή/πορεία πλεύσης & πλεύσεως: πορεία σκάφους· (συνήθ. μτφ.) ακολουθία, σειρά ενεργειών: Αλλάζω/χαράσσω ~ ~. Οι πολιτικοί αρχηγοί κινούνται στην ίδια ~ ~. [< μτγν. πλεῦσις] | |
| 40893 | πλεύσιμος | , η, ο πλεύ-σι-μος επίθ. (επίσ.): κατάλληλος για πλεύση: ~α: ύδατα. Πβ. πλόιμος, πλωτός. [< μεσν. πλεύσιμος] | |
| 40894 | πλευσιμότητα | πλευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του πλεύσιμου. Πβ. πλοϊμότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 40895 | πλευστός | , ή, ό πλευ-στός επίθ.: που έχει σχεδιαστεί ή κατασκευαστεί κατά τρόπο ώστε να λειτουργεί ομαλά, χωρίς δονήσεις: ~ή: δαγκάνα (φρένου). ● ΣΥΜΠΛ.: πλευστός δίσκος: ΜΗΧΑΝΟΛ. δίσκος που δεν βιδώνει σταθερά στο κέντρο των τροχών οχήματος (κυρ. μοτοσικλέτας), αλλά στηρίζεται σε μία σειρά δακτυλίων που επιτρέπουν την κίνησή τους στον κατά μήκος άξονα και εγκάρσια. [< αγγλ. floating disc] [< μτγν. πλευστός 'πλωτός'] | |
| 40896 | πλευστότητα | πλευ-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η δυνατότητα ενός σώματος, ειδικότ. ενός σκάφους, να επιπλέει ή να πετά, βάσει της κατασκευής του: αρνητική/θετική ~. Ρυθμιστής ~ας. Πβ. πλοϊμότητα. Βλ. άντωση, -ότητα. [< γαλλ. navigabilité] | |
| 40897 | πλεχτός | , ή, ό βλ. πλεκτός | |
| 40898 | πλέω | πλέ-ω ρ. (αμτβ.) {έπλεε, έπλευσε, πλεύσει, πλέ-οντας} 1. (για σκάφος ή συνεκδ. το πλήρωμα και τους επιβάτες του) κινούμαι σε υδάτινη επιφάνεια: Έπλεαν/το πλοίο έπλεε ανοιχτά του .../αντίθετα στον άνεμο/από ... προς .../δύο ναυτικά μίλια βόρεια της .../σε διεθνή ύδατα. Πβ. ταξιδεύω. Βλ. απο~, δια~, εισ~, εκ~, επι~, κατα~, παρα~, περι~, συμ~. 2. {συνήθ. στο γ΄πρόσ.} επιπλέω: Τα νούφαρα ~ουν στο νερό. 3. (μτφ.-επιτατ.) έχω στην κατοχή μου μεγάλη ποσότητα από κάτι ή βρίσκομαι σε κατάσταση όπου κάτι κυριαρχεί έντονα: ~ει στη χλιδή. Χώρα που ~ει (μέσα) στο πετρέλαιο.|| ~ουν σε (μια) θάλασσα αβεβαιότητας/ωκεανό χρεών. Έπλεαν σε απέραντη μοναξιά/στις συμφορές. ΣΥΝ. κολυμπώ (3) 4. {συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (επιτατ.) είμαι βουτηγμένος σε υπερβολική ποσότητα υγρού: Πεσμένος στο έδαφος με το κεφάλι να ~ει στο αίμα.|| Φαγητό που ~ει στο λάδι. ΣΥΝ. κολυμπώ (4) ● πλέει (για ένδυμα ή υπόδημα): είναι υπερβολικά μεγάλο, φαρδύ: Το ρούχο έπλεε πάνω του. Το πόδι της ~ μέσα στο παπούτσι. ● ΦΡ.: πλέει σε πελάγη ευτυχίας βλ. πέλαγος [< 1: αρχ. πλέω] | |
| 40899 | πληβειακός | , ή, ό πλη-βει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πληβείους. | |
| 40900 | πληβείος | [πληβεῖος] πλη-βεί-ος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πληβεία} 1. ΙΣΤ. (στην αρχαία Ρώμη) πολίτης κατώτερης κοινωνικής τάξης. Βλ. πατρίκιος. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που ανήκει στα κατώτερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Βλ. πλέμπα. [< μτγν. πληβεῖος] | |
| 40901 | πληγείς | , είσα, έν πλη-γείς επίθ. {πληγ-έντος | -έντες (ουδ. -έντα)} (επίσ.): που έχει πληγεί, χτυπηθεί κυρ. από φυσική καταστροφή (πλημμύρα, πυρκαγιά, σεισμό): ~είσα: χώρα. ~έν: κράτος. Δόθηκε οικονομική βοήθεια στις ~είσες περιοχές.|| (ως ουσ.) Αλληλεγγύη/αποζημιώσεις/βοήθεια στους ~έντες. ● βλ. πλήττω2 | |
| 40902 | πληγή | πλη-γή ουσ. (θηλ.) 1. τραυματισμός του δέρματος ή γενικότ. των ιστών του σώματος, ο οποίος συνοδεύεται συνήθ. από αιμορραγία: κακοφορμισμένη/πυορροούσα/σοβαρή ~. ~ από μαχαίρι/πέσιμο/σφαίρα. Το βάθος/το μέγεθος/τα χείλη της ~ής. Δέσιμο (: με επίδεσμο)/επούλωση (βλ. εφελκίδα)/καθαρισμός (: με ιώδιο)/περιποίηση της ~ής. ~ές σε όλο το σώμα (: γεμάτος ~ές)/στα πόδια/στο πρόσωπο. Η ~ άνοιξε/γιατρεύτηκε/έκλεισε/θεραπεύτηκε/μολύνθηκε/πονάει. Το αίμα κυλάει/τρέχει απ' την ~. Πβ. έλκος, εσχάρα, λαβωματιά. Βλ. κάταγμα.|| ~ές (: σχισμές) στον κορμό του δέντρου. Βλ. μπόλιασμα. ΣΥΝ. τραύμα (1) 2. (μτφ.) ανεπίλυτο πρόβλημα, νοσηρή κατάσταση· δυστυχία, συμφορά: ανεπούλωτη/ανοιχτή/κοινωνική/μόνιμη/οικονομική/πικρή ~ (πβ. μάστιγα). Μετρούν/προσπαθούν να επουλώσουν τις ~ές που προκάλεσε η θεομηνία. Με νωπές (ακόμα) τις ~ές από τον πόλεμο ... Πβ. γάγγραινα.|| Οι ~ές του έρωτα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή πληγή: πρόβλημα που δεν έχει αντιμετωπιστεί ή ξεπεραστεί., κρυφή πληγή 1. δυσάρεστη κατάσταση που δεν είναι φανερή ή γνωστή. 2. ύπουλος, δόλιος άνθρωπος., χαίνουσα πληγή βλ. χαίνει ● ΦΡ.: βάζω (βαθιά) το μαχαίρι στην πληγή: επιλύω οριστικά μια δυσάρεστη υπόθεση, διαλευκαίνω: Είναι αποφασισμένος να βάλει ~. Πβ. έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο., (ρίχνω/βάζω) αλάτι στην πληγή βλ. αλάτι, ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές βλ. ξύνω, γλείφει τις πληγές του βλ. γλείφω, οι (δέκα) πληγές του Φαραώ βλ. Φαραώ, πληγή που αιμορραγεί βλ. αιμορραγώ [< 1: αρχ. πληγή 2: γαλλ. plaie, αγγλ. wound] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ