Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41460-41480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40873πλέριος, ια, ιο πλέ-ριος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις: ~ια: αγάπη/ευτυχία. Πβ. πλήρης, τέλειος. ● επίρρ.: πλέρια [< μεσν. πλέριος < αρχ. πλήρης]
40874πλερωμήβλ. πληρωμή
40875πλερώνωβλ. πληρώνω
40876πλευράπλευ-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΜ. καθένα από τα ευθύγραμμα τμήματα που ορίζουν ένα σχήμα ή καθεμία από τις επιφάνειες που ορίζουν ένα στερεό σώμα: το μήκος μιας ~άς. Κάθετες ~ές. Οι (τρεις) ~ές του τριγώνου. Οι ~ές μιας γωνίας. Το τετράγωνο έχει τέσσερις ~ές ίσες μεταξύ τους. Βλ. περίμετρος.|| Οι ~ές του κύβου (πβ. έδρα). 2. (κατ' επέκτ.) καθένα από τα μέρη ή τις περιοχές που περιβάλλουν ένα αντικείμενο ή μια χωρική διάταξη: οι εξωτερικές/εσωτερικές ~ές ενός κουτιού. Η κάτω/πάνω ~ του μαξιλαριού. Βλ. επιφάνεια.|| Η μπροστινή (= πρόσοψη)/πίσω ~ ενός κτιρίου. Η βόρεια/νότια ~ του ναού.|| Στη(ν) απέναντι/αριστερή/δεξιά ~ του δρόμου/ποταμού (= όχθη).|| Η ανατολική/δυτική ~ του οικοπέδου/της πόλης.|| Περιθώριο 1,5 εκ. σε κάθε ~/και από τις δύο ~ές του κειμένου.|| Γέρνει από τη μια ~ (= μπάντα).|| (μτφ.) Τι γίνεται στην άλλη ~ του Αιγαίου (= στην Τουρκία)/του Ατλαντικού (= στην Αμερική)/των συνόρων (= στη γείτονα χώρα); ΣΥΝ. μεριά (1) 3. (μτφ.) καθένα από τα δύο ή περισσότερα μέρη (πρόσωπα ή ομάδες) που λαμβάνουν μέρος σε μια αντιπαράθεση ή διαλογική συζήτηση: οι αντιμαχόμενες/εμπόλεμες/συμβαλλόμενες ~ές. Η άλλη/αντίθετη/ηττημένη ~ υποστήριξε ... Και από τη μια και από την άλλη ~ (= και από τις δυο ~ές, εκατέρωθεν). Από τη δική μου ~ (= από δικής μου ~άς). Από ελληνικής/κυβερνητικής ~άς ειπώθηκε ... Από την ~ του, ο κ. ... ανταπάντησε πως ... 4. όψη, διάσταση· άποψη: Έδειξε μια άλλη (άγνωστη)/την ευαίσθητη ~ του χαρακτήρα του.|| Η άσχημη/όμορφη/σκοτεινή/φωτεινή ~ της ζωής. Το ζήτημα δεν έχει μελετηθεί από (επιστημονικής/νομικής/οικονομικής) ~άς/από όλες του τις ~ές (: πλήρως). Βλέπει τη ζωή από την αρνητική/θετική της ~ (= οπτική, σκοπιά). Πβ. πτυχή. ΣΥΝ. μεριά (3) 5. ΑΝΑΤ. ένα από τα συναντώμενα κατά ζεύγη οστά (δώδεκα και από τις δύο πλευρές) που εκτείνονται από τους θωρακικούς σπονδύλους προς τη μέση γραμμή της πρόσθιας επιφάνειας του κορμού, σχηματίζοντας το μεγαλύτερο τμήμα του σκελετού του θώρακα: αυχενική/δέκατη/όγδοη ~. Γνήσιες ~ές (= οι επτά ανώτερες ~ές)/νόθες ~ές (= οι πέντε κατώτερες ~ές). Ασύντακτες ~ές (= οι δύο κατώτερες νόθες ~ές). Πβ. παΐδι, πλευρό. ● Υποκ.: πλευρίτσα (η), πλευρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η αθέατη πλευρά (των πραγμάτων) βλ. αθέατος ● ΦΡ.: από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) & από το ένα μέρος ..., από το άλλο μέρος: (για αντίθεση) αφενός ... αφετέρου: ~ ~ μου αρέσουν τα παιδιά, ~ ~ φοβάμαι τις ευθύνες., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. άλλος, η άλλη όψη/πλευρά βλ. άλλος, η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος βλ. νόμισμα, οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος βλ. νόμισμα [< 1,2,5: αρχ. πλευρά 3,4: γαλλ. côté, αγγλ. side]
40877πλευρίζωπλευ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλεύρι-σε, -σει, -σμένος} 1. πλησιάζω από τα πλάγια· (ειδικότ. για σκάφη) προσεγγίζω ή αγκυροβολώ με τη μία πλευρά στην προκυμαία ή στο πλάι άλλου σκάφους. Πβ. σιμώνω. 2. (μτφ.) πλησιάζω κάποιον κυρ. με δόλιο τρόπο για την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων ή με ερωτικό σκοπό: Την ~ουν επιτήδειοι για να της πάρουν χρήματα. Πβ. διπλαρώνω. [< μτγν. πλευρίζω]
40878πλευρικός, ή, ό πλευ-ρι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται στην πλαϊνή συνήθ. πλευρά ενός αντικειμένου ή χώρου ή στα πλευρά του σώματος: ~οί: αερόσακοι. ~ά: μέρη/παράθυρα (: αυτοκινήτου)/τοιχώματα. Βλ. μπροστινός, πισινός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: τόξο. 2. που γίνεται στα ή από τα πλάγια, που έχει αντίστοιχη κατεύθυνση: ~ός: άνεμος/φωτισμός. ~ή: επίθεση/στήριξη/σύγκρουση.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ά: σύμφωνα (: παράγονται όταν ο αέρας που εκπνέεται περνά από τις πλευρές της γλώσσας, π.χ. λ). ● επίρρ.: πλευρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πλευρική γραμμή βλ. γραμμή [< 1: μτγν. πλευρικός 2: αγγλ. side-]
40879πλευρικότηταπλευ-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΨΥΧΟΛ.-ΒΙΟΛ.: πλευρίωση. Βλ. -ότητα.
40880πλεύρισηπλεύ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. προσέγγιση ή αγκυροβόληση σκάφους με τη μία πλευρά στην προκυμαία ή στο πλάι άλλου σκάφους. Πβ. πλεύρισμα. Βλ. πρόσδεση, πρυμνοδέτηση. ΣΥΝ. παραβολή (4)
40881πλεύρισμαπλεύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλευρίζω. Πβ. πλεύριση, πλησίασμα.|| Πβ. διπλάρωμα, καμάκι, πέσιμο, φλερτ.
40882πλευρίτηςπλευ-ρί-της ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πλευρίτιδα. Βλ. -ίτης3. [< μτγν. ὁ πλευρίτης]
40883πλευρίτιδαπλευ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του υπεζωκότα με κύρια συμπτώματα πόνο στον θώρακα, ξηρό βήχα, δυσκολία κατά την αναπνοή και συνήθ. υψηλό πυρετό. Βλ. -ίτιδα. [< αρχ. πλευρῖτις, γαλλ. pleurésie, pleurite, αγγλ. pleurisy, γερμ. Pleuritis]
40884πλευριτικός, ή, ό πλευ-ρι-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πλευρίτιδα: ~ό: άλγος/υγρό. [< αρχ. πλευριτικός, γαλλ. pleurétique, pleuritique, αγγλ. pleuritic]
40885πλευρίωσηπλευ-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) ΨΥΧΟΛ.-ΒΙΟΛ.: η χρήση, κατά προτίμηση, των μελών του σώματος που βρίσκονται στην ίδια πλευρά, η οποία οφείλεται στην κυριαρχία ενός από τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου. Βλ. αριστερο-, δεξιο-πόδαρος, αριστερό-, δεξιό-χειρας. [< γαλλ. latéralité, αγγλ. laterality]
40886πλευρόπλευ-ρό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πλαϊνό τμήμα του σώματος· πλευρά, παΐδι: Την πονούσαν τα ~ά της. Αιμάτωμα/τραύμα στα ~ά. Έπεσε και έσπασε τα ~ά του/τρία ~ά. Υπέστη κάταγμα ~ού.|| Απειλούσε ότι θα της σπάσει τα ~ά (= θα τη σπάσει στο ξύλο, θα τη δείρει αλύπητα).|| ~ αρνιού/χοιρινού. Τα ~ά του αλόγου. 2. το πλάγιο τμήμα αντικειμένου· μεριά: Τα ~ά του αυτοκινήτου/του σκάφους/της χερσονήσου. Άφησαν τα ~ά τους ακάλυπτα/εκτεθειμένα. Πβ. μπάντα. ● Υποκ.: πλευράκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: γυρίζω/αλλάζω πλευρό: γυρίζω από την άλλη πλευρά, ενώ είμαι ξαπλωμένος: ~σε/~ξε ~ και ξανακοιμήθηκε., στο πλευρό κάποιου & (λόγ.) παρά το πλευρό(ν) κάποιου: δίπλα του ή με το μέρος του: Ήταν συνέχεια ~ ~ της. Εμφανίστηκε, έχοντας ~ ~ του τον ...|| Τάχθηκαν ~ ~ των εργαζομένων., μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! βλ. κοιμάμαι, στέκομαι στο πλευρό/στο πλάι κάποιου/δίπλα σε κάποιον βλ. στέκομαι [< αρχ. πλευρόν]
40887πλευροκόπησηπλευ-ρο-κό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & πλευροκόπημα (το): πλαγιοκόπηση.
40888πλευροκοπώ[πλευροκοπῶ] πλευ-ρο-κο-πώ ρ. (μτβ.) {πλευροκοπ-είς... | πλευροκόπ-ησα, συνήθ. στο γ΄πρόσ.}: πλαγιοκοπώ. [< αρχ. πλευροκοπῶ]
40889πλευρονήκτηςπλευ-ρο-νή-κτης ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο γένος ψαριών του βυθού (οικογ. Pleuronectidae) με πεπλατυσμένο σώμα που κολυμπούν κάθετα και τα μάτια τους βρίσκονται στο πλάι. Βλ. γλώσσα, καλκάνι, σαλάχι, χωματίδα. [< γαλλ. pleuronecte, αγγλ. pleuronect]
40891πλευρώτουςπλευ-ρώ-τους ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} : ΒΟΤ. είδος εδώδιμων μανιταριών (οικογ. Pleurotaceae, επιστ. ονομασ. Pleurotus ostreatus) με πεπλατυσμένο σχήμα και κυματιστές αυλακώσεις: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στα κάρβουνα. [< γαλλ. pleurote, αγγλ. pleurotus < νεολατ. ~ < πλευρό + οὖς, ὠτός]
40892πλεύσηπλεύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. πορεία πλοίου ή σπανιότ. αεροσκάφους: ελεύθερη/ομαλή/σταθερή ~. Οδηγός/ταχύτητα ~ης. Βλ. διάπλευση.|| (για καράβι) Ταχείας ~ης. ΣΥΝ. πλους, ρότα (1) 2. (μτφ.) τακτική, τρόπος δράσης για την εκπλήρωση στόχου: Αποφασίστηκε κοινή/παράλληλη ~ (= σύμπλευση, συμπόρευση) των δύο υποψηφίων. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή πλεύσης/πορείας (μτφ.): τροποποίηση τακτικής, κατεύθυνσης, προσανατολισμού: ~ ~ για την κυβέρνηση/του κόμματος από τις αρχικές του εξαγγελίες., γραμμή/πορεία πλεύσης & πλεύσεως: πορεία σκάφους· (συνήθ. μτφ.) ακολουθία, σειρά ενεργειών: Αλλάζω/χαράσσω ~ ~. Οι πολιτικοί αρχηγοί κινούνται στην ίδια ~ ~. [< μτγν. πλεῦσις]
40893πλεύσιμος, η, ο πλεύ-σι-μος επίθ. (επίσ.): κατάλληλος για πλεύση: ~α: ύδατα. Πβ. πλόιμος, πλωτός. [< μεσν. πλεύσιμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.