Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41480-41500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40894πλευσιμότηταπλευ-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του πλεύσιμου. Πβ. πλοϊμότητα. Βλ. -ότητα.
40895πλευστός, ή, ό πλευ-στός επίθ.: που έχει σχεδιαστεί ή κατασκευαστεί κατά τρόπο ώστε να λειτουργεί ομαλά, χωρίς δονήσεις: ~ή: δαγκάνα (φρένου). ● ΣΥΜΠΛ.: πλευστός δίσκος: ΜΗΧΑΝΟΛ. δίσκος που δεν βιδώνει σταθερά στο κέντρο των τροχών οχήματος (κυρ. μοτοσικλέτας), αλλά στηρίζεται σε μία σειρά δακτυλίων που επιτρέπουν την κίνησή τους στον κατά μήκος άξονα και εγκάρσια. [< αγγλ. floating disc] [< μτγν. πλευστός 'πλωτός']
40896πλευστότηταπλευ-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η δυνατότητα ενός σώματος, ειδικότ. ενός σκάφους, να επιπλέει ή να πετά, βάσει της κατασκευής του: αρνητική/θετική ~. Ρυθμιστής ~ας. Πβ. πλοϊμότητα. Βλ. άντωση, -ότητα. [< γαλλ. navigabilité]
40897πλεχτός, ή, ό βλ. πλεκτός
40898πλέωπλέ-ω ρ. (αμτβ.) {έπλεε, έπλευσε, πλεύσει, πλέ-οντας} 1. (για σκάφος ή συνεκδ. το πλήρωμα και τους επιβάτες του) κινούμαι σε υδάτινη επιφάνεια: Έπλεαν/το πλοίο έπλεε ανοιχτά του .../αντίθετα στον άνεμο/από ... προς .../δύο ναυτικά μίλια βόρεια της .../σε διεθνή ύδατα. Πβ. ταξιδεύω. Βλ. απο~, δια~, εισ~, εκ~, επι~, κατα~, παρα~, περι~, συμ~. 2. {συνήθ. στο γ΄πρόσ.} επιπλέω: Τα νούφαρα ~ουν στο νερό. 3. (μτφ.-επιτατ.) έχω στην κατοχή μου μεγάλη ποσότητα από κάτι ή βρίσκομαι σε κατάσταση όπου κάτι κυριαρχεί έντονα: ~ει στη χλιδή. Χώρα που ~ει (μέσα) στο πετρέλαιο.|| ~ουν σε (μια) θάλασσα αβεβαιότητας/ωκεανό χρεών. Έπλεαν σε απέραντη μοναξιά/στις συμφορές. ΣΥΝ. κολυμπώ (3) 4. {συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (επιτατ.) είμαι βουτηγμένος σε υπερβολική ποσότητα υγρού: Πεσμένος στο έδαφος με το κεφάλι να ~ει στο αίμα.|| Φαγητό που ~ει στο λάδι. ΣΥΝ. κολυμπώ (4) ● πλέει (για ένδυμα ή υπόδημα): είναι υπερβολικά μεγάλο, φαρδύ: Το ρούχο έπλεε πάνω του. Το πόδι της ~ μέσα στο παπούτσι. ● ΦΡ.: πλέει σε πελάγη ευτυχίας βλ. πέλαγος [< 1: αρχ. πλέω]
40899πληβειακός, ή, ό πλη-βει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πληβείους.
40900πληβείος[πληβεῖος] πλη-βεί-ος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πληβεία} 1. ΙΣΤ. (στην αρχαία Ρώμη) πολίτης κατώτερης κοινωνικής τάξης. Βλ. πατρίκιος. 2. (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που ανήκει στα κατώτερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Βλ. πλέμπα. [< μτγν. πληβεῖος]
40901πληγείς, είσα, έν πλη-γείς επίθ. {πληγ-έντος | -έντες (ουδ. -έντα)} (επίσ.): που έχει πληγεί, χτυπηθεί κυρ. από φυσική καταστροφή (πλημμύρα, πυρκαγιά, σεισμό): ~είσα: χώρα. ~έν: κράτος. Δόθηκε οικονομική βοήθεια στις ~είσες περιοχές.|| (ως ουσ.) Αλληλεγγύη/αποζημιώσεις/βοήθεια στους ~έντες. ● βλ. πλήττω2
40902πληγήπλη-γή ουσ. (θηλ.) 1. τραυματισμός του δέρματος ή γενικότ. των ιστών του σώματος, ο οποίος συνοδεύεται συνήθ. από αιμορραγία: κακοφορμισμένη/πυορροούσα/σοβαρή ~. ~ από μαχαίρι/πέσιμο/σφαίρα. Το βάθος/το μέγεθος/τα χείλη της ~ής. Δέσιμο (: με επίδεσμο)/επούλωση (βλ. εφελκίδα)/καθαρισμός (: με ιώδιο)/περιποίηση της ~ής. ~ές σε όλο το σώμα (: γεμάτος ~ές)/στα πόδια/στο πρόσωπο. Η ~ άνοιξε/γιατρεύτηκε/έκλεισε/θεραπεύτηκε/μολύνθηκε/πονάει. Το αίμα κυλάει/τρέχει απ' την ~. Πβ. έλκος, εσχάρα, λαβωματιά. Βλ. κάταγμα.|| ~ές (: σχισμές) στον κορμό του δέντρου. Βλ. μπόλιασμα. ΣΥΝ. τραύμα (1) 2. (μτφ.) ανεπίλυτο πρόβλημα, νοσηρή κατάσταση· δυστυχία, συμφορά: ανεπούλωτη/ανοιχτή/κοινωνική/μόνιμη/οικονομική/πικρή ~ (πβ. μάστιγα). Μετρούν/προσπαθούν να επουλώσουν τις ~ές που προκάλεσε η θεομηνία. Με νωπές (ακόμα) τις ~ές από τον πόλεμο ... Πβ. γάγγραινα.|| Οι ~ές του έρωτα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή πληγή: πρόβλημα που δεν έχει αντιμετωπιστεί ή ξεπεραστεί., κρυφή πληγή 1. δυσάρεστη κατάσταση που δεν είναι φανερή ή γνωστή. 2. ύπουλος, δόλιος άνθρωπος., χαίνουσα πληγή βλ. χαίνει ● ΦΡ.: βάζω (βαθιά) το μαχαίρι στην πληγή: επιλύω οριστικά μια δυσάρεστη υπόθεση, διαλευκαίνω: Είναι αποφασισμένος να βάλει ~. Πβ. έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο., (ρίχνω/βάζω) αλάτι στην πληγή βλ. αλάτι, ανοίγει/ξύνει (παλιές) πληγές βλ. ξύνω, γλείφει τις πληγές του βλ. γλείφω, οι (δέκα) πληγές του Φαραώ βλ. Φαραώ, πληγή που αιμορραγεί βλ. αιμορραγώ [< 1: αρχ. πληγή 2: γαλλ. plaie, αγγλ. wound]
40903πληγιάζωπλη-γιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήγια-σα, -σει, -σμένος} (προφ.): δημιουργώ, προκαλώ ή αποκτώ πληγή: Έξυσα το χέρι μου και το ~σα. Πβ. πληγώνω, τραυματίζω.|| ~σαν τα πόδια μου από τα καινούργια παπούτσια. ~σμένο: κορμί.
40904πλήγμα[πλῆγμα] πλήγ-μα ουσ. (ουδ.) {πλήγμ-ατος | -ατα, πληγμ-άτων} 1. (μτφ.) μεγάλη συνήθ. συμφορά με ολέθριες συνέπειες: ανεπανόρθωτο/βαρύ/ισχυρό/καίριο/οικονομικό/πολιτικό/σοβαρό ~ (πβ. τραύμα). Επιφέρει/καταφέρει ~. Η κυβέρνηση υπέστη ~. ~ για την οικονομία το υψηλό ποσοστό ανεργίας (πβ. τορπίλη). Αλλεπάλληλα/απανωτά ~ατα δέχτηκε ο κλάδος ...|| Η αποτυχία του ήταν μεγάλο ~ για εκείνον. Πβ. γροθιά, σφαλιάρα, χαστούκι. 2. δυνατό, σφοδρό χτύπημα: αεροπορικό/τρομοκρατικό/φονικό ~. ~ εναντίον/κατά του ... Καταφέρω ~. ● ΣΥΜΠΛ.: υδραυλικό πλήγμα βλ. υδραυλικός [< αρχ. πλῆγμα ‘χτύπημα, τραύμα’]
40905πλήγωμαπλή-γω-μα ουσ. (ουδ.) 1. τραυματισμός. Πβ. λάβωμα. 2. (μτφ.) πρόκληση ψυχικού πόνου, μεγάλης στενοχώριας ή βαριά προσβολή. Πβ. θίξιμο. [< μεσν. πλήγωμα]
40906πληγώνωπλη-γώ-νω ρ. (μτβ.) {πλήγω-σα, πληγώ-σει, -θηκα, -θεί, πληγών-οντας, πληγω-μένος} 1. τραυματίζω, δημιουργώ πληγή: ~θηκε στη μάχη. Πβ. πληγιάζω. 2. (μτφ.) στενοχωρώ έντονα, προξενώ θλίψη ή προσβάλλω, θίγω βαθιά κάποιον: Η συμπεριφορά του με ~σε ανεπανόρθωτα. Πβ. πικραίνω.|| ~σε την αξιοπρέπειά μου. Πβ. λαβώνω. ● Μτχ.: πληγωμένος , η, ο: ~ο: ζώο. ~ άσχημα/βαριά/θανάσιμα. Πβ. τραυματισμένος.|| (μτφ.) ~η: καρδιά/υπερηφάνεια/ψυχή. ● ΦΡ.: θίγω/πληγώνω τον εγωισμό κάποιου βλ. εγωισμός [< μεσν. πληγώνω]
40907πληθαίνωπλη-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήθυνε}: αυξάνομαι σε αριθμό, σε ποσότητα: ~ουν τα κρούσματα της νέας γρίπης. Πβ. πολλαπλασιάζω. Βλ. ελαττώνω, λιγοστεύω, μειώνω. ● ΦΡ.: αυξάνεσθε και πληθύνεσθε βλ. αυξάνω [< μεσν. πληθαίνω < αρχ. πληθύνω]
40908πληθάριθμοςπλη-θά-ριθ-μος ουσ. (αρσ.): ΜΑΘ. πλήθος στοιχείων ενός συνόλου Α (σύμβ. Ν (Α) ή #). ΣΥΝ. πληθικός αριθμός [< αγγλ. cardinality]
40909πληθικός, ή, ό πλη-θι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: πληθικός αριθμός: ΜΑΘ. πληθάριθμος.
40910πλήθιος, α, ο πλή-θι-ος επίθ. (κυρ. λογοτ.): πολυάριθμος, πολυπληθής. [< μτγν. πλήθιος]
40911πλήθος[πλῆθος] πλή-θος ουσ. (ουδ.) {πλήθ-ους | -η, -ών} 1. μεγάλος αριθμός ομοειδών συνήθ. στοιχείων: περιορισμένο ~. ~ ανθρώπων/εκδηλώσεων/ευκαιριών/πληροφοριών (βλ. όγκος)/πουλιών (βλ. σμήνος)/στοιχείων. Αναρίθμητα ~η. Πβ. πληθώρα, σωρεία. 2. {με άρθ.} πολλοί άνθρωποι, κόσμος: το εξοργισμένο/μανιασμένο/φανατισμένο ~. Λόγια που γοητεύουν/κολακεύουν/μαγεύουν τα ~η. Ο ομιλητής κατέπληξε τα ~η. (ως προσφών.) Χαιρετώ τα ~η. Πβ. λαός, λεφούσι, μάζα, όχλος. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου/του πλήθους βλ. μάζα [< αρχ. πλῆθος]
40912πλήθυνσηπλή-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αύξηση, πολλαπλασιαμός.
40913πληθυντικός, ή, ό πλη-θυ-ντι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τον πληθυντικό αριθμό: το α' ~ό πρόσωπο (κ. ως ουσ. το α' ~ό). || (κατ' επέκτ.) ~ή: κοινωνία. Πβ. πλουραλιστικός. Βλ. εμφατικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πληθυντικός (της) οικειότητας: χρήση του α' πληθυντικού προσώπου αντί του β' ενικού σε ερωτήσεις προς ένδειξη οικειότητας: π.χ. Πώς τα πάμε; Τι κάνουμε;, πληθυντικός αριθμός & (προφ.) πληθυντικός: κατηγορία των κλιτών μερών του λόγου που χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πλήθος: Έγραψαν/μετέφεραν τα ουσιαστικά στον ~ό ~ό. Λέξεις που απαντούν μόνο στον/δεν σχηματίζουν ~ό.|| Ονομαστική/γενική ~ού. Πρώτο/δεύτερο/τρίτο πρόσωπο ~ού. ΑΝΤ. ενικός αριθμός, πληθυντικός (της) ευγενείας βλ. ευγένεια, πληθυντικός (της) μεγαλοπρέπειας βλ. μεγαλοπρέπεια ● ΦΡ.: στον πληθυντικό: σε πληθυντικό ευγενείας, προς ένδειξη σεβασμού: Του απευθύνθηκε/μίλησε ~. Πβ. με το σεις και το σας. [< μτγν. πληθυντικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.