| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40903 | πληγιάζω | πλη-γιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήγια-σα, -σει, -σμένος} (προφ.): δημιουργώ, προκαλώ ή αποκτώ πληγή: Έξυσα το χέρι μου και το ~σα. Πβ. πληγώνω, τραυματίζω.|| ~σαν τα πόδια μου από τα καινούργια παπούτσια. ~σμένο: κορμί. | |
| 40904 | πλήγμα | [πλῆγμα] πλήγ-μα ουσ. (ουδ.) {πλήγμ-ατος | -ατα, πληγμ-άτων} 1. (μτφ.) μεγάλη συνήθ. συμφορά με ολέθριες συνέπειες: ανεπανόρθωτο/βαρύ/ισχυρό/καίριο/οικονομικό/πολιτικό/σοβαρό ~ (πβ. τραύμα). Επιφέρει/καταφέρει ~. Η κυβέρνηση υπέστη ~. ~ για την οικονομία το υψηλό ποσοστό ανεργίας (πβ. τορπίλη). Αλλεπάλληλα/απανωτά ~ατα δέχτηκε ο κλάδος ...|| Η αποτυχία του ήταν μεγάλο ~ για εκείνον. Πβ. γροθιά, σφαλιάρα, χαστούκι. 2. δυνατό, σφοδρό χτύπημα: αεροπορικό/τρομοκρατικό/φονικό ~. ~ εναντίον/κατά του ... Καταφέρω ~. ● ΣΥΜΠΛ.: υδραυλικό πλήγμα βλ. υδραυλικός [< αρχ. πλῆγμα ‘χτύπημα, τραύμα’] | |
| 40905 | πλήγωμα | πλή-γω-μα ουσ. (ουδ.) 1. τραυματισμός. Πβ. λάβωμα. 2. (μτφ.) πρόκληση ψυχικού πόνου, μεγάλης στενοχώριας ή βαριά προσβολή. Πβ. θίξιμο. [< μεσν. πλήγωμα] | |
| 40906 | πληγώνω | πλη-γώ-νω ρ. (μτβ.) {πλήγω-σα, πληγώ-σει, -θηκα, -θεί, πληγών-οντας, πληγω-μένος} 1. τραυματίζω, δημιουργώ πληγή: ~θηκε στη μάχη. Πβ. πληγιάζω. 2. (μτφ.) στενοχωρώ έντονα, προξενώ θλίψη ή προσβάλλω, θίγω βαθιά κάποιον: Η συμπεριφορά του με ~σε ανεπανόρθωτα. Πβ. πικραίνω.|| ~σε την αξιοπρέπειά μου. Πβ. λαβώνω. ● Μτχ.: πληγωμένος , η, ο: ~ο: ζώο. ~ άσχημα/βαριά/θανάσιμα. Πβ. τραυματισμένος.|| (μτφ.) ~η: καρδιά/υπερηφάνεια/ψυχή. ● ΦΡ.: θίγω/πληγώνω τον εγωισμό κάποιου βλ. εγωισμός [< μεσν. πληγώνω] | |
| 40907 | πληθαίνω | πλη-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήθυνε}: αυξάνομαι σε αριθμό, σε ποσότητα: ~ουν τα κρούσματα της νέας γρίπης. Πβ. πολλαπλασιάζω. Βλ. ελαττώνω, λιγοστεύω, μειώνω. ● ΦΡ.: αυξάνεσθε και πληθύνεσθε βλ. αυξάνω [< μεσν. πληθαίνω < αρχ. πληθύνω] | |
| 40908 | πληθάριθμος | πλη-θά-ριθ-μος ουσ. (αρσ.): ΜΑΘ. πλήθος στοιχείων ενός συνόλου Α (σύμβ. Ν (Α) ή #). ΣΥΝ. πληθικός αριθμός [< αγγλ. cardinality] | |
| 40909 | πληθικός | , ή, ό πλη-θι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: πληθικός αριθμός: ΜΑΘ. πληθάριθμος. | |
| 40910 | πλήθιος | , α, ο πλή-θι-ος επίθ. (κυρ. λογοτ.): πολυάριθμος, πολυπληθής. [< μτγν. πλήθιος] | |
| 40911 | πλήθος | [πλῆθος] πλή-θος ουσ. (ουδ.) {πλήθ-ους | -η, -ών} 1. μεγάλος αριθμός ομοειδών συνήθ. στοιχείων: περιορισμένο ~. ~ ανθρώπων/εκδηλώσεων/ευκαιριών/πληροφοριών (βλ. όγκος)/πουλιών (βλ. σμήνος)/στοιχείων. Αναρίθμητα ~η. Πβ. πληθώρα, σωρεία. 2. {με άρθ.} πολλοί άνθρωποι, κόσμος: το εξοργισμένο/μανιασμένο/φανατισμένο ~. Λόγια που γοητεύουν/κολακεύουν/μαγεύουν τα ~η. Ο ομιλητής κατέπληξε τα ~η. (ως προσφών.) Χαιρετώ τα ~η. Πβ. λαός, λεφούσι, μάζα, όχλος. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου/του πλήθους βλ. μάζα [< αρχ. πλῆθος] | |
| 40912 | πλήθυνση | πλή-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αύξηση, πολλαπλασιαμός. | |
| 40913 | πληθυντικός | , ή, ό πλη-θυ-ντι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τον πληθυντικό αριθμό: το α' ~ό πρόσωπο (κ. ως ουσ. το α' ~ό). || (κατ' επέκτ.) ~ή: κοινωνία. Πβ. πλουραλιστικός. Βλ. εμφατικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πληθυντικός (της) οικειότητας: χρήση του α' πληθυντικού προσώπου αντί του β' ενικού σε ερωτήσεις προς ένδειξη οικειότητας: π.χ. Πώς τα πάμε; Τι κάνουμε;, πληθυντικός αριθμός & (προφ.) πληθυντικός: κατηγορία των κλιτών μερών του λόγου που χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πλήθος: Έγραψαν/μετέφεραν τα ουσιαστικά στον ~ό ~ό. Λέξεις που απαντούν μόνο στον/δεν σχηματίζουν ~ό.|| Ονομαστική/γενική ~ού. Πρώτο/δεύτερο/τρίτο πρόσωπο ~ού. ΑΝΤ. ενικός αριθμός, πληθυντικός (της) ευγενείας βλ. ευγένεια, πληθυντικός (της) μεγαλοπρέπειας βλ. μεγαλοπρέπεια ● ΦΡ.: στον πληθυντικό: σε πληθυντικό ευγενείας, προς ένδειξη σεβασμού: Του απευθύνθηκε/μίλησε ~. Πβ. με το σεις και το σας. [< μτγν. πληθυντικός] | |
| 40914 | πληθύς | πλη-θύς ουσ. (θηλ.) {πληθύος} (λόγ.): πληθώρα ανθρώπων ή πραγμάτων. Πβ. αφθονία. [< αρχ. πληθύς] | |
| 40915 | πληθυσμιακός | , ή, ό πλη-θυ-σμι-α-κός επίθ. & πληθυσμικός: που σχετίζεται με τον πληθυσμό: ~ός: έλεγχος/χάρτης. ~ή: δομή/έκρηξη/έξαρση/ισορροπία/συρρίκνωση. ~ό: δυναμικό/κριτήριο/μέγεθος/όριο/πρόβλημα. ~ές: εξελίξεις/μεταβολές/μετακινήσεις. Ειδικές/ευπαθείς ~ές ομάδες. Βλ. δημογραφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γήρανση πληθυσμού βλ. γήρανση, πυκνότητα (του) πληθυσμού βλ. πυκνότητα [< αγγλ. population explosion, 1903] | |
| 40916 | πληθυσμογραφία | πλη-θυ-σμο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καταγραφή των μεταβολών του όγκου ενός οργάνου ή μέλους του σώματος εξαιτίας προβλημάτων κατά την αιμάτωση, με τη χρήση ειδικού οργάνου. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. plethysmography] | |
| 40917 | πληθυσμός | πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αριθμός ανθρώπων μιας περιοχής ή κοινωνικής ομάδας: αγροτικός/(ημι)αστικός/ενεργός (= εργαζόμενος)/ιθαγενής/παγκόσμιος ~. ~ του πλανήτη/της πόλης/του χωριού. Απογραφή/μεταβολή ~ού. Βλ. υπερ~. 2. ΒΙΟΛ. σύνολο ζωικών ή φυτικών οργανισμών μιας περιοχής που ανήκουν σε συγκεκριμένο είδος. Bλ. βιοποικιλότητα.|| ~οί κυττάρων. 3. ΣΤΑΤΙΣΤ. σύνολο στοιχείων ενός δείγματος: μέσος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμική (των) πληθυσμών: ΟΙΚΟΛ. μελέτη της δομής και της εξέλιξης των φυτικών και ζωικών πληθυσμών, σε σχέση με τους παράγοντες του περιβάλλοντος. [< αγγλ. population dynamics, 1977] , άμαχος πληθυσμός βλ. άμαχος, ανταλλαγή πληθυσμών βλ. ανταλλαγή, αύξηση πληθυσμού βλ. αύξηση, γήρανση πληθυσμού βλ. γήρανση, πυκνότητα (του) πληθυσμού βλ. πυκνότητα, πυραμίδα του πληθυσμού βλ. πυραμίδα [< μτγν. πληθυσμός ‘αύξηση, πολλαπλασιασμός’, γαλλ. population, αγγλ. ~] | |
| 40918 | πληθώρα | πλη-θώ-ρα ουσ. (θηλ.): πολύ μεγάλη ποσότητα: ~ επιλογών/έργων/προτάσεων/υποψηφίων. Συμμετοχή ~ας καλλιτεχνών στο συνέδριο. Πβ. πλειάδα, πλήθος, πλησμονή, υπερ~. Βλ. έλλειψη. ΣΥΝ. αφθονία [< μτγν. πληθώρα, γαλλ. pléthore , αγγλ. plethora] | |
| 40919 | πληθωρικός | , ή, ό πλη-θω-ρι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που διαθέτει έντονη προσωπικότητα, είναι εξαιρετικά εξωστρεφής, εκδηλωτικός, διασκεδαστικός και ομιλητικός και έχει συνήθ. αυξημένο σωματικό βάρος: ~ στις αντιδράσεις του. ~ή και με απίστευτο χιούμορ.|| (κατ' επέκτ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: ερμηνεία/παρουσία/προσωπικότητα/συμπεριφορά. ~ό: ταμπεραμέντο. 2. που χαρακτηρίζεται από αφθονία ή/και ποικιλία: ~ή: δραστηριότητα/φαντασία. ~ό: έργο/ταλέντο (= πολύπλευρο, πολυσχιδές).|| (για γυναίκα) ~ό: στήθος/σώμα. ~ές: καμπύλες. ~ά: προσόντα (= κάλλη). Πβ. ζουμερός, χυμώδης.|| ~ό: άρωμα/κρασί. ΣΥΝ. πλούσιος (2) ● επίρρ.: πληθωρικά [< 2: μτγν. πληθωρικός, γαλλ. pléthorique, αγγλ. plethoric] | |
| 40920 | πληθωρισμός | πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. συνεχής αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών, που συνοδεύεται συνήθ. από οικονομική ύφεση και ανεργία: αναμενόμενος/ανεξέλεγκτος/διαρθρωτικός/ελεγχόμενος/έντονος/ήπιος/μηδενικός/πραγματικός/υψηλός/χαμηλός ~. Ο επίσημος/ετήσιος/μέσος ~. Άνοδος/επιβράδυνση/μείωση/πτώση/συγκράτηση του ~ού. Στο ... % (ανήλθε/αυξήθηκε/διαμορφώθηκε/κινήθηκε/κυμάνθηκε/υποχώρησε) ο ~ (στην ευρωζώνη/της χώρας). Βλ. εναρμονισμένος, αντι~, απο~, στασιμο~, υπερ~. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πληθώρα: ~ της εικόνας/πληροφορίας. ~ πτυχίων. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. αποπληθωρισμός., δομικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που εξαιρεί συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας (τρόφιμα, ενέργεια) στους οποίους οι τιμές είναι ευμετάβλητες., εισαγόμενος πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από αύξηση των τιμών εισαγόμενων προϊόντων: εγχώριος και ~ ~., καλπάζων πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. υπερπληθωρισμός., κυκλικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. άνοδος του πληθωρισμού προς το τέλος ενός οικονομικού κύκλου, εξαιτίας της αύξησης του κόστους πρώτων υλών και εργασίας., πληθωρισμός ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. που οφείλεται σε υπερβάλλουσα ζήτηση αγαθών: ~ προσφοράς ή ζήτησης. Βλ. ανελαστικότητα (της) ζήτησης., πληθωρισμός κόστους: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από την αύξηση του κόστους παραγωγής (συνήθ. των πρώτων υλών και κυρ. του πετρελαίου) ή από την υπερβολική αύξηση των μισθών και κατόπιν διαχέεται σε όλη την οικονομία. [< αγγλ. inflation, γαλλ. ~, 1919] | |
| 40921 | πληθωριστικός | , ή, ό πλη-θω-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον πληθωρισμό: ~ός: κίνδυνος. ~ή: αύξηση. ~ές: πιέσεις/τάσεις.|| ~ό: χρήμα. ● επίρρ.: πληθωριστικά | |
| 40922 | πληκτικός | , ή, ό πλη-κτι-κός επίθ.: που προκαλεί πλήξη, βαρετός: ~ός: τόπος. ~ή: καθημερινότητα (: μονότονη, ρουτινιάρικη). ΣΥΝ. ανιαρός ● επίρρ.: πληκτικά [< πβ. αρχ. πληκτικός ‘σχετικός με κτυπήματα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ