| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40914 | πληθύς | πλη-θύς ουσ. (θηλ.) {πληθύος} (λόγ.): πληθώρα ανθρώπων ή πραγμάτων. Πβ. αφθονία. [< αρχ. πληθύς] | |
| 40915 | πληθυσμιακός | , ή, ό πλη-θυ-σμι-α-κός επίθ. & πληθυσμικός: που σχετίζεται με τον πληθυσμό: ~ός: έλεγχος/χάρτης. ~ή: δομή/έκρηξη/έξαρση/ισορροπία/συρρίκνωση. ~ό: δυναμικό/κριτήριο/μέγεθος/όριο/πρόβλημα. ~ές: εξελίξεις/μεταβολές/μετακινήσεις. Ειδικές/ευπαθείς ~ές ομάδες. Βλ. δημογραφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γήρανση πληθυσμού βλ. γήρανση, πυκνότητα (του) πληθυσμού βλ. πυκνότητα [< αγγλ. population explosion, 1903] | |
| 40916 | πληθυσμογραφία | πλη-θυ-σμο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. καταγραφή των μεταβολών του όγκου ενός οργάνου ή μέλους του σώματος εξαιτίας προβλημάτων κατά την αιμάτωση, με τη χρήση ειδικού οργάνου. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. plethysmography] | |
| 40917 | πληθυσμός | πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αριθμός ανθρώπων μιας περιοχής ή κοινωνικής ομάδας: αγροτικός/(ημι)αστικός/ενεργός (= εργαζόμενος)/ιθαγενής/παγκόσμιος ~. ~ του πλανήτη/της πόλης/του χωριού. Απογραφή/μεταβολή ~ού. Βλ. υπερ~. 2. ΒΙΟΛ. σύνολο ζωικών ή φυτικών οργανισμών μιας περιοχής που ανήκουν σε συγκεκριμένο είδος. Bλ. βιοποικιλότητα.|| ~οί κυττάρων. 3. ΣΤΑΤΙΣΤ. σύνολο στοιχείων ενός δείγματος: μέσος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμική (των) πληθυσμών: ΟΙΚΟΛ. μελέτη της δομής και της εξέλιξης των φυτικών και ζωικών πληθυσμών, σε σχέση με τους παράγοντες του περιβάλλοντος. [< αγγλ. population dynamics, 1977] , άμαχος πληθυσμός βλ. άμαχος, ανταλλαγή πληθυσμών βλ. ανταλλαγή, αύξηση πληθυσμού βλ. αύξηση, γήρανση πληθυσμού βλ. γήρανση, πυκνότητα (του) πληθυσμού βλ. πυκνότητα, πυραμίδα του πληθυσμού βλ. πυραμίδα [< μτγν. πληθυσμός ‘αύξηση, πολλαπλασιασμός’, γαλλ. population, αγγλ. ~] | |
| 40918 | πληθώρα | πλη-θώ-ρα ουσ. (θηλ.): πολύ μεγάλη ποσότητα: ~ επιλογών/έργων/προτάσεων/υποψηφίων. Συμμετοχή ~ας καλλιτεχνών στο συνέδριο. Πβ. πλειάδα, πλήθος, πλησμονή, υπερ~. Βλ. έλλειψη. ΣΥΝ. αφθονία [< μτγν. πληθώρα, γαλλ. pléthore , αγγλ. plethora] | |
| 40919 | πληθωρικός | , ή, ό πλη-θω-ρι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που διαθέτει έντονη προσωπικότητα, είναι εξαιρετικά εξωστρεφής, εκδηλωτικός, διασκεδαστικός και ομιλητικός και έχει συνήθ. αυξημένο σωματικό βάρος: ~ στις αντιδράσεις του. ~ή και με απίστευτο χιούμορ.|| (κατ' επέκτ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: ερμηνεία/παρουσία/προσωπικότητα/συμπεριφορά. ~ό: ταμπεραμέντο. 2. που χαρακτηρίζεται από αφθονία ή/και ποικιλία: ~ή: δραστηριότητα/φαντασία. ~ό: έργο/ταλέντο (= πολύπλευρο, πολυσχιδές).|| (για γυναίκα) ~ό: στήθος/σώμα. ~ές: καμπύλες. ~ά: προσόντα (= κάλλη). Πβ. ζουμερός, χυμώδης.|| ~ό: άρωμα/κρασί. ΣΥΝ. πλούσιος (2) ● επίρρ.: πληθωρικά [< 2: μτγν. πληθωρικός, γαλλ. pléthorique, αγγλ. plethoric] | |
| 40920 | πληθωρισμός | πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. συνεχής αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών, που συνοδεύεται συνήθ. από οικονομική ύφεση και ανεργία: αναμενόμενος/ανεξέλεγκτος/διαρθρωτικός/ελεγχόμενος/έντονος/ήπιος/μηδενικός/πραγματικός/υψηλός/χαμηλός ~. Ο επίσημος/ετήσιος/μέσος ~. Άνοδος/επιβράδυνση/μείωση/πτώση/συγκράτηση του ~ού. Στο ... % (ανήλθε/αυξήθηκε/διαμορφώθηκε/κινήθηκε/κυμάνθηκε/υποχώρησε) ο ~ (στην ευρωζώνη/της χώρας). Βλ. εναρμονισμένος, αντι~, απο~, στασιμο~, υπερ~. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πληθώρα: ~ της εικόνας/πληροφορίας. ~ πτυχίων. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. αποπληθωρισμός., δομικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που εξαιρεί συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας (τρόφιμα, ενέργεια) στους οποίους οι τιμές είναι ευμετάβλητες., εισαγόμενος πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από αύξηση των τιμών εισαγόμενων προϊόντων: εγχώριος και ~ ~., καλπάζων πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. υπερπληθωρισμός., κυκλικός πληθωρισμός: ΟΙΚΟΝ. άνοδος του πληθωρισμού προς το τέλος ενός οικονομικού κύκλου, εξαιτίας της αύξησης του κόστους πρώτων υλών και εργασίας., πληθωρισμός ζήτησης: ΟΙΚΟΝ. που οφείλεται σε υπερβάλλουσα ζήτηση αγαθών: ~ προσφοράς ή ζήτησης. Βλ. ανελαστικότητα (της) ζήτησης., πληθωρισμός κόστους: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από την αύξηση του κόστους παραγωγής (συνήθ. των πρώτων υλών και κυρ. του πετρελαίου) ή από την υπερβολική αύξηση των μισθών και κατόπιν διαχέεται σε όλη την οικονομία. [< αγγλ. inflation, γαλλ. ~, 1919] | |
| 40921 | πληθωριστικός | , ή, ό πλη-θω-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον πληθωρισμό: ~ός: κίνδυνος. ~ή: αύξηση. ~ές: πιέσεις/τάσεις.|| ~ό: χρήμα. ● επίρρ.: πληθωριστικά | |
| 40922 | πληκτικός | , ή, ό πλη-κτι-κός επίθ.: που προκαλεί πλήξη, βαρετός: ~ός: τόπος. ~ή: καθημερινότητα (: μονότονη, ρουτινιάρικη). ΣΥΝ. ανιαρός ● επίρρ.: πληκτικά [< πβ. αρχ. πληκτικός ‘σχετικός με κτυπήματα’] | |
| 40924 | πληκτράς | πλη-κτράς ουσ. (αρσ.) {-άδες} (προφ.): ΜΟΥΣ. κιμπορντίστας. | |
| 40925 | πλήκτρο | [πλῆκτρο] πλή-κτρο ουσ. (ουδ.) 1. καθένα από τα κουμπιά πληκτρολογίου: τα ~α της γραφομηχανής. (σε κινητό:) ~ αναμονής/(απ)ενεργοποίησης/κλήσης/πλοήγησης. Φωτιζόμενα ~α. Συνδυασμοί ~ων. Με το πάτημα ενός ~ου. Πατώ/πιέζω το ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ συντόμευσης. Το αριστερό/δεξί ~ του ποντικιού. ~ πανικού (: για την προστασία των ανήλικων χρηστών του διαδικτύου).|| (ΜΟΥΣ., σε πληκτροφόρα όργανα) Τα ~α του ακορντεόν/πιάνου. Βλ. ποδόπληκτρο, -τρο. 2. ΟΡΝΙΘ. μεγάλο νύχι στο πίσω μέρος του ποδιού (ταρσός) ορισμένων πουλιών. 3. ΒΟΤ. σωληνωτή προέκταση του κάλυκα ή της στεφάνης κάτω από τα άνθη. ● πλήκτρα (τα): ΜΟΥΣ. αρμόνιο ή συνθεσάιζερ. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκρό πλήκτρο βλ. νεκρός [< αρχ. πλῆκτρον] | |
| 40926 | πληκτρολόγηση | πλη-κτρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του πληκτρολογώ: ~ αριθμών/κειμένων/χαρακτήρων. Ταχύτητα ~ης. Πβ. δακτυλογράφηση. | |
| 40927 | πληκτρολόγιο | πλη-κτρο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. εξάρτημα συσκευής που αποτελείται από πλήκτρα με τα οποία εισάγονται δεδομένα, κυρ. σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα: αδιάβροχο/αλφαριθμητικό/αριθμητικό/ασύρματο/εικονικό/ενσύρματο/πολυτονικό ~. Διάταξη/οδηγός ~ου/~ίου. 2. ΜΟΥΣ. σειρά πλήκτρων για την παραγωγή ήχου σε μουσικά όργανα. Βλ. -λόγιο. ΣΥΝ. κλαβιέ [< αγγλ. keyboard, γαλλ. clavier] | |
| 40928 | πληκτρολογώ | [πληκτρολογῶ] πλη-κτρο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {πληκτρολογ-είς ... | πληκτρολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: γράφω, εισάγω δεδομένα με χρήση πληκτρολογίου: Ο χρήστης ~εί σε ειδικό πλαίσιο τις λέξεις-κλειδιά. ~ώντας με ταχύτητα. Πβ. δακτυλογραφώ. Βλ. -λογώ. | |
| 40929 | πληκτροφόρος | , ος, ο πλη-κτρο-φό-ρος επίθ.: ΜΟΥΣ. που έχει πλήκτρα: ~α: όργανα (: ακορντεόν, αρμόνιο, πιάνο, συνθεσάιζερ, τσελέστα, τσέμπαλο). Βλ. -φόρος. [< αρχ. πληκτροφόρος (για τον αλέκτορα)] | |
| 40930 | πλημμέλεια | πλημ-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.): παρατυπία, παράλειψη: νομική ~. Πβ. πλημμέλημα. [< αρχ. πλημμέλεια] | |
| 40931 | πλημμελειοδικείο | [πλημμελειοδικεῖο] πλημ-με-λει-ο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΝΟΜ. πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο που εκδικάζει πλημμελήματα· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: μονομελές/τριμελές ~. Παραπέμπεται ενώπιον του ~ου. Βλ. Άρειος Πάγος, εφετείο, πρωτο-, πταισματο-δικείο. | |
| 40932 | πλημμελειοδίκης | πλημ-με-λει-ο-δί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δικαστής πλημμελειοδικείου: εισαγγελέας/συμβούλιο ~ών. Βλ. -δίκης. | |
| 40933 | πλημμέλημα | πλημ-μέ-λη-μα ουσ. (ουδ.) {πλημμελήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. παράπτωμα που τιμωρείται με φυλάκιση (από δέκα μέρες έως πέντε έτη), πρόστιμο ή (ειδικότ. για εφήβους) περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα: απλό/αυτόφωρο ~. Διάπραξη/τέλεση ~ατος. Αδικήματα/απιστία/διώξεις/κατηγορίες/πλαστογραφία σε βαθμό ~ατος. Σωρεία ~άτων. Τριμελές Εφετείο ~άτων. Βλ. έγκλημα, κακούργημα, πταίσμα. 2. (κατ' επέκτ.) μικρής σπουδαιότητας λάθος, ατόπημα. Πβ. ολίσθημα, πλημμέλεια, σφάλμα. [< 1: αρχ. πλημμέλημα] | |
| 40934 | πλημμεληματικός | , ή, ό πλημ-με-λη-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το πλημμέλημα: αδικήματα/κατηγορίες/πράξεις ~ού χαρακτήρα. Βλ. εγκληματ-, κακουργηματ-, πταισματ-ικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ