Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41500-41520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40924πληκτράςπλη-κτράς ουσ. (αρσ.) {-άδες} (προφ.): ΜΟΥΣ. κιμπορντίστας.
40925πλήκτρο[πλῆκτρο] πλή-κτρο ουσ. (ουδ.) 1. καθένα από τα κουμπιά πληκτρολογίου: τα ~α της γραφομηχανής. (σε κινητό:) ~ αναμονής/(απ)ενεργοποίησης/κλήσης/πλοήγησης. Φωτιζόμενα ~α. Συνδυασμοί ~ων. Με το πάτημα ενός ~ου. Πατώ/πιέζω το ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ συντόμευσης. Το αριστερό/δεξί ~ του ποντικιού. ~ πανικού (: για την προστασία των ανήλικων χρηστών του διαδικτύου).|| (ΜΟΥΣ., σε πληκτροφόρα όργανα) Τα ~α του ακορντεόν/πιάνου. Βλ. ποδόπληκτρο, -τρο. 2. ΟΡΝΙΘ. μεγάλο νύχι στο πίσω μέρος του ποδιού (ταρσός) ορισμένων πουλιών. 3. ΒΟΤ. σωληνωτή προέκταση του κάλυκα ή της στεφάνης κάτω από τα άνθη. ● πλήκτρα (τα): ΜΟΥΣ. αρμόνιο ή συνθεσάιζερ. ● ΣΥΜΠΛ.: νεκρό πλήκτρο βλ. νεκρός [< αρχ. πλῆκτρον]
40926πληκτρολόγησηπλη-κτρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του πληκτρολογώ: ~ αριθμών/κειμένων/χαρακτήρων. Ταχύτητα ~ης. Πβ. δακτυλογράφηση.
40927πληκτρολόγιοπλη-κτρο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. εξάρτημα συσκευής που αποτελείται από πλήκτρα με τα οποία εισάγονται δεδομένα, κυρ. σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα: αδιάβροχο/αλφαριθμητικό/αριθμητικό/ασύρματο/εικονικό/ενσύρματο/πολυτονικό ~. Διάταξη/οδηγός ~ου/~ίου. 2. ΜΟΥΣ. σειρά πλήκτρων για την παραγωγή ήχου σε μουσικά όργανα. Βλ. -λόγιο. ΣΥΝ. κλαβιέ [< αγγλ. keyboard, γαλλ. clavier]
40928πληκτρολογώ[πληκτρολογῶ] πλη-κτρο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {πληκτρολογ-είς ... | πληκτρολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: γράφω, εισάγω δεδομένα με χρήση πληκτρολογίου: Ο χρήστης ~εί σε ειδικό πλαίσιο τις λέξεις-κλειδιά. ~ώντας με ταχύτητα. Πβ. δακτυλογραφώ. Βλ. -λογώ.
40929πληκτροφόρος, ος, ο πλη-κτρο-φό-ρος επίθ.: ΜΟΥΣ. που έχει πλήκτρα: ~α: όργανα (: ακορντεόν, αρμόνιο, πιάνο, συνθεσάιζερ, τσελέστα, τσέμπαλο). Βλ. -φόρος. [< αρχ. πληκτροφόρος (για τον αλέκτορα)]
40930πλημμέλειαπλημ-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.): παρατυπία, παράλειψη: νομική ~. Πβ. πλημμέλημα. [< αρχ. πλημμέλεια]
40931πλημμελειοδικείο[πλημμελειοδικεῖο] πλημ-με-λει-ο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΝΟΜ. πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο που εκδικάζει πλημμελήματα· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: μονομελές/τριμελές ~. Παραπέμπεται ενώπιον του ~ου. Βλ. Άρειος Πάγος, εφετείο, πρωτο-, πταισματο-δικείο.
40932πλημμελειοδίκηςπλημ-με-λει-ο-δί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δικαστής πλημμελειοδικείου: εισαγγελέας/συμβούλιο ~ών. Βλ. -δίκης.
40933πλημμέλημαπλημ-μέ-λη-μα ουσ. (ουδ.) {πλημμελήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. παράπτωμα που τιμωρείται με φυλάκιση (από δέκα μέρες έως πέντε έτη), πρόστιμο ή (ειδικότ. για εφήβους) περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα: απλό/αυτόφωρο ~. Διάπραξη/τέλεση ~ατος. Αδικήματα/απιστία/διώξεις/κατηγορίες/πλαστογραφία σε βαθμό ~ατος. Σωρεία ~άτων. Τριμελές Εφετείο ~άτων. Βλ. έγκλημα, κακούργημα, πταίσμα. 2. (κατ' επέκτ.) μικρής σπουδαιότητας λάθος, ατόπημα. Πβ. ολίσθημα, πλημμέλεια, σφάλμα. [< 1: αρχ. πλημμέλημα]
40934πλημμεληματικός, ή, ό πλημ-με-λη-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το πλημμέλημα: αδικήματα/κατηγορίες/πράξεις ~ού χαρακτήρα. Βλ. εγκληματ-, κακουργηματ-, πταισματ-ικός.
40935πλημμελής, ής, ές πλημ-με-λής επίθ. {πλημμελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επίσ.): που χαρακτηρίζεται από παραλείψεις: ~ής: έλεγχος/καθαρισμός. ~ής: άσκηση (των) καθηκόντων/αστυνόμευση/διοίκηση/καθαριότητα/λειτουργία. Πβ. ανεπαρκής, ελλιπής. ● επίρρ.: πλημμελώς [-ῶς] [< αρχ. πλημμελής]
40936πλήμμηπλήμ-μη ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. το υψηλότερο σημείο στο οποίο φτάνει η στάθμη της θάλασσας κατά την άμπωτη. ΑΝΤ. ρηχία [< μτγν. πλήμη ‘πλημμυρίδα, υπερχείλιση ποταμού’]
40937πλημμύραπλημ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.) {πλημμυρών} & (σπάν.) πλημύρα 1. ΜΕΤΕΩΡ. παροδική κάλυψη μιας χερσαίας έκτασης με νερό, συνήθ. εξαιτίας καταρρακτώδους βροχής, υπερχείλισης ποταμού ή λιώσιμο χιονιού: ξαφνική/φονική ~. Κίνδυνος ~ας. Ζημιές/καταστροφές από ~ες. Βλ. βροχή, θύελλα, καταιγίδα, κατακλυσμός, ταμιευτήρας. 2. (μτφ.-επιτατ.) μεγάλη ποσότητα, μαζική συρροή: ~ διαδηλωτών/κεφαλαίων. Πβ. κορεσμός, υπεραφθονία. Βλ. κοσμο~, φωτο~. ΣΥΝ. πλημμυρίδα (2), πλημμύρισμα (2) [< μτγν. πλήμ(μ)υρα]
40938πλημμυρίδαπλημ-μυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {πλημμυρίδων} & (σπάν.) πλημυρίδα 1. ΩΚΕΑΝ. περιοδική ανύψωση της στάθμης των θαλάσσιων υδάτων κατά την παλίρροια. Πβ. φουσκονεριά. Βλ. επίκλυση. ΑΝΤ. άμπωτη (1), φυρονεριά 2. (μτφ.) πλημμύρα. [< αρχ. πλημ(μ)υρίς]
40939πλημμυρίζωπλημ-μυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλημμύρι-σε, -σει, πλημμυρίζ-οντας, πλημμυρι-σμένος} & πλημυρίζω: καλύπτομαι από νερό (λόγω υπερχείλισης)· κατακλύζομαι: Δρόμοι/καταστήματα/σπίτια ~σαν από την μπόρα. ~σμένα: υπόγεια.|| (μτφ., γεμίζω) Φως ~σε το δωμάτιο. Η αίθουσα ~σε από κόσμο/μουσική/φωνές/χρώμα. Τα μάτια του ~σαν (με) δάκρυα. ~σμένος από οργή/συγκίνηση/χαρά. Χωριό ~σμένο (= πνιγμένο) στο πράσινο.|| Βρέθηκε ~σμένος (= βουτηγμένος) στο αίμα.πλημμυρίζει 1. (για υδάτινο ρεύμα) ξεχειλίζει: Το ποτάμι/το ρέμα ~σε από τις βροχές. ΣΥΝ. υπερχειλίζει 2. (μτβ.) καλύπτει με νερό· κατακλύζει: Οι νεροποντές ~σαν την περιοχή.|| (μτφ.) Διαδηλωτές ~σαν την πλατεία. [< μτγν. πλημμυρίζω]
40940πλημμυρικός, ή, ό πλημ-μυ-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την πλημμύρα: ~ή: επικινδυνότητα/παροχή (ποταμού). ~ά: νερά/φαινόμενα. Βλ. αντι~.
40941πλημμύρισμαπλημ-μύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. υπερχείλιση υγρού σε μια περιοχή. Πβ. ξεχείλισμα. 2. (μτφ.) πλημμύρα. ΣΥΝ. πλημμυρίδα (2)
40942πλημμυροπαθής, ής, ές πλημ-μυ-ρο-πα-θής επίθ./ουσ. {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): (για άνθρωπο, τόπο) που έχει υποστεί καταστροφή από πλημμύρα: (ως ουσ.) άστεγοι ~είς. Βλ. πυρο-, σεισμο-παθής. ΣΥΝ. πλημμυρόπληκτος
40943πλημμυρόπληκτος, η, ο πλημ-μυ-ρό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (επίσ.): πλημμυροπαθής. Βλ. πυρό-, σεισμό-, χαλαζό-πληκτος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.