Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41520-41540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40935πλημμελής, ής, ές πλημ-με-λής επίθ. {πλημμελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επίσ.): που χαρακτηρίζεται από παραλείψεις: ~ής: έλεγχος/καθαρισμός. ~ής: άσκηση (των) καθηκόντων/αστυνόμευση/διοίκηση/καθαριότητα/λειτουργία. Πβ. ανεπαρκής, ελλιπής. ● επίρρ.: πλημμελώς [-ῶς] [< αρχ. πλημμελής]
40936πλήμμηπλήμ-μη ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. το υψηλότερο σημείο στο οποίο φτάνει η στάθμη της θάλασσας κατά την άμπωτη. ΑΝΤ. ρηχία [< μτγν. πλήμη ‘πλημμυρίδα, υπερχείλιση ποταμού’]
40937πλημμύραπλημ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.) {πλημμυρών} & (σπάν.) πλημύρα 1. ΜΕΤΕΩΡ. παροδική κάλυψη μιας χερσαίας έκτασης με νερό, συνήθ. εξαιτίας καταρρακτώδους βροχής, υπερχείλισης ποταμού ή λιώσιμο χιονιού: ξαφνική/φονική ~. Κίνδυνος ~ας. Ζημιές/καταστροφές από ~ες. Βλ. βροχή, θύελλα, καταιγίδα, κατακλυσμός, ταμιευτήρας. 2. (μτφ.-επιτατ.) μεγάλη ποσότητα, μαζική συρροή: ~ διαδηλωτών/κεφαλαίων. Πβ. κορεσμός, υπεραφθονία. Βλ. κοσμο~, φωτο~. ΣΥΝ. πλημμυρίδα (2), πλημμύρισμα (2) [< μτγν. πλήμ(μ)υρα]
40938πλημμυρίδαπλημ-μυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {πλημμυρίδων} & (σπάν.) πλημυρίδα 1. ΩΚΕΑΝ. περιοδική ανύψωση της στάθμης των θαλάσσιων υδάτων κατά την παλίρροια. Πβ. φουσκονεριά. Βλ. επίκλυση. ΑΝΤ. άμπωτη (1), φυρονεριά 2. (μτφ.) πλημμύρα. [< αρχ. πλημ(μ)υρίς]
40939πλημμυρίζωπλημ-μυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλημμύρι-σε, -σει, πλημμυρίζ-οντας, πλημμυρι-σμένος} & πλημυρίζω: καλύπτομαι από νερό (λόγω υπερχείλισης)· κατακλύζομαι: Δρόμοι/καταστήματα/σπίτια ~σαν από την μπόρα. ~σμένα: υπόγεια.|| (μτφ., γεμίζω) Φως ~σε το δωμάτιο. Η αίθουσα ~σε από κόσμο/μουσική/φωνές/χρώμα. Τα μάτια του ~σαν (με) δάκρυα. ~σμένος από οργή/συγκίνηση/χαρά. Χωριό ~σμένο (= πνιγμένο) στο πράσινο.|| Βρέθηκε ~σμένος (= βουτηγμένος) στο αίμα.πλημμυρίζει 1. (για υδάτινο ρεύμα) ξεχειλίζει: Το ποτάμι/το ρέμα ~σε από τις βροχές. ΣΥΝ. υπερχειλίζει 2. (μτβ.) καλύπτει με νερό· κατακλύζει: Οι νεροποντές ~σαν την περιοχή.|| (μτφ.) Διαδηλωτές ~σαν την πλατεία. [< μτγν. πλημμυρίζω]
40940πλημμυρικός, ή, ό πλημ-μυ-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την πλημμύρα: ~ή: επικινδυνότητα/παροχή (ποταμού). ~ά: νερά/φαινόμενα. Βλ. αντι~.
40941πλημμύρισμαπλημ-μύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. υπερχείλιση υγρού σε μια περιοχή. Πβ. ξεχείλισμα. 2. (μτφ.) πλημμύρα. ΣΥΝ. πλημμυρίδα (2)
40942πλημμυροπαθής, ής, ές πλημ-μυ-ρο-πα-θής επίθ./ουσ. {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): (για άνθρωπο, τόπο) που έχει υποστεί καταστροφή από πλημμύρα: (ως ουσ.) άστεγοι ~είς. Βλ. πυρο-, σεισμο-παθής. ΣΥΝ. πλημμυρόπληκτος
40943πλημμυρόπληκτος, η, ο πλημ-μυ-ρό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (επίσ.): πλημμυροπαθής. Βλ. πυρό-, σεισμό-, χαλαζό-πληκτος.
40944πλήμνηπλή-μνη ουσ. (θηλ.) {πλημνών} (λόγ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό τμήμα το οποίο στηρίζει και συνδέει τον τροχό με την ανάρτηση του αυτοκινήτου ή κεντρικό τμήμα στερέωσης πτερυγίων έλικα, ατράκτου: αυτόματες/χειροκίνητες ~ες. Βλ. ακραξόνιο, αφαλός. ΣΥΝ. μουαγιέ 2. ΠΛΗΡΟΦ. το κεντρικό (κοινό) σημείο διασύνδεσης υπολογιστών και άλλων συσκευών (όπως εκτυπωτών) ενός τοπικού δικτύου Η/Υ, η αποστολή του οποίου είναι να λαμβάνει και να προωθεί δεδομένα από και προς τις συσκευές αυτές: ~ γιου-ες-μπι. [< αρχ. πλήμνη ‘κεφαλή (τροχού)’, γαλλ. moyeu]
40945πληνπρόθ. 1. ΜΑΘ. μείον. ΑΝΤ. συν (2) 2. εκτός, με εξαίρεση: (+ αιτ.) Πλήρωσα είκοσι ευρώ ~ (= χωρίς) τα έξοδα αποστολής/ΦΠΑ.|| (+ γεν., λόγ.) Τα δρομολόγια πραγματοποιούνται καθημερινά ~ Κυριακών και εορτών. Σε όλες τις χώρες, ~ της ... Δεν έχω να προσθέσω κάτι, ~ του ότι ... ~ αυτού/τούτου, ισχύει, επίσης, ότι ... ΑΝΤ. συν (1) ● Ουσ.: τα πλην: μειονεκτήματα: τα συν (= τα θετικά, τα πλεονεκτήματα, τα υπέρ) και ~ ~ (= τα αρνητικά, τα κατά) μιας μεθόδου/πρότασης/συσκευής.|| Το ~ του σχεδίου είναι ότι ... [< γαλλ. moins] ● ΣΥΜΠΛ.: συν-πλην βλ. συν ● ΦΡ.: πλην άλλων & πλην των άλλων (λόγ.): εκτός των άλλων: Αποφασίστηκε ~ ~ ότι ..., πλην ενός (λόγ.) & εκτός ενός: εκτός από ένα(ν): Ήρθαν όλοι ~ ~., πλην όμως (λόγ.): ωστόσο, αλλά όμως: Συγκρότημα που έχει περιορισμένο, ~ ~, φανατικό ακροατήριο. Φτωχός ~ (~) τίμιος νεαρός.|| Δεσμεύτηκαν ότι θα εφαρμοστεί το νέο μέτρο, ~ ~, δεν έγινε γνωστό πότε., εμμέσως πλην σαφώς βλ. έμμεσος [< 1: αρχ. πλήν 2: αγγλ. minus]
40946πλήξηπλή-ξη ουσ. (θηλ.): ανία. Βλ. ρουτίνα. ΣΥΝ. βαρεμάρα [< αρχ. πλῆξις 'χτύπημα']
40947πληρεξούσιος, α, ο πλη-ρε-ξού-σι-ος επίθ.: που ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος: ~ος: δικηγόρος. ~ υπουργός Α', Β' τάξεως (στο Διπλωματικό Σώμα).|| (ως ουσ.) Ειδικός ~. Εκλέχτηκε ~. ● Ουσ.: πληρεξούσιο (το): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο έγγραφο παροχής εξουσιοδότησης σε ένα πρόσωπο για να ενεργεί εκ μέρους κάποιου άλλου: γενικό/συμβολαιογραφικό ~. Βλ. πιστοποιητικό. [< γαλλ. plénipotentiaire]
40948πληρεξουσιότηταπλη-ρε-ξου-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξουσιοδότηση σε πρόσωπο για να ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος κάποιου άλλου: ειδική/σιωπηρή ~. Πβ. αντιπροσώπευση. Βλ. δικαιοπραξία, -ότητα.
40949πλήρης, ης, ες πλή-ρης επίθ. {πλήρ-ους | -εις (ουδ. -η)· πληρέστ-ερος, -ατος} 1. γεμάτος: Το αεροπλάνο/το λεωφορείο ήταν ~ες. (σε ξενοδοχείο) Είμαστε ~εις (= δεν υπάρχει ελεύθερο δωμάτιο). Βλ. υπερ~.|| Δοχεία ~η με νερό/(λόγ.) ~η τροφίμων.|| (για πρόσ.) ~ από έπαρση/(λόγ.) χαράς. ΑΝΤ. άδειος (1), κενός (1) 2. ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις ή περικοπές: ~ης: κατάλογος. ~ης: ανάλυση/έκθεση/ενημέρωση/φοίτηση. ~ες: άρθρο/δίκτυο/ποσό/σύστηµα/σχέδιο. ~εις: λεπτομέρειες/οδηγίες/υπηρεσίες. Ημιδιατροφή ή ~ διατροφή. Προβολή σε ~η οθόνη. (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Γάλα ~ες ή χαμηλό σε λιπαρά (βλ. (ημι)άπαχος). Τροφές ~εις σε θρεπτικά συστατικά. Ένας ~ατος ταξιδιωτικός οδηγός. Σχημάτισε (μια) ~η εικόνα των γεγονότων. Ανακοινώθηκε το ~ες πρόγραμμα του φεστιβάλ. Τα στοιχεία δεν είναι ~η.|| ~ης: συμμετοχή/συνεργασία. Η χώρα είναι ~ες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χρήστης έχει ~η δικαιώματα πρόσβασης.|| ~ης: αποζημίωση/κάλυψη (εξόδων νοσηλείας)/σύνταξη/χρηματοδότηση. Άδεια με ~εις αποδοχές/απολαβές. ΑΝΤ. μειωμένος, μερικός, περιορισμένος.|| Σε ~η ανάπτυξη/λειτουργία. Ο νόμος τέθηκε σε ~η εφαρμογή. ΑΝΤ. αποσπασματικός, ελλιπής 3. (εμφατ.) απόλυτος, ολοκληρωτικός: ~ης: διαχωρισμός/έλεγχος/εξευτελισμός/σεβασμός. ~ης: αδιαφορία (= παντελής)/αναδιοργάνωση (= εκ βάθρων)/ανεξαρτησία/αντίθεση (= διαμετρική)/αποδοχή (= καθολική)/αποτυχία/έλλειψη γνώσης/ελευθερία/ικανοποίηση/καταστροφή (= ολοσχερής)/ταύτιση (απόψεων). ~ες: αδιέξοδο. Ζητήθηκε ~ διαλεύκανση της υπόθεσης. Πβ. τέλειος.|| Σε ~η άγνοια/αντιπαράθεση/απομόνωση/ετοιμότητα/σύγχυση. Σε ~η εξέλιξη βρίσκονται τα έργα. || (λόγ.) Εν πλήρει επιγνώσει. ● ΣΥΜΠΛ.: πλήρης απασχόληση βλ. απασχόληση, πλήρης ημερών βλ. ημέρα [< αρχ. πλήρης, γαλλ. plein, complet]
40950πληρότηταπλη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλήρους: ~ των ξενοδοχείων/πτήσεων. Έλεγχος/ποσοστό ~ας. Βλ. υπερ~.|| (μτφ.) αισθητική/εκφραστική/νοηματική/συναισθηματική ~. Πβ. πλησμονή.|| Τεχνική ~. ~ περιεχομένου/πληροφοριών. Το ερώτημα απαντήθηκε με ~ και σαφήνεια (= πλήρως). Πβ. ακεραι-, αρτι-, τελει-ότητα. [< μτγν. πληρότης]
40951πληροφορημένος, η, ο πλη-ρο-φο-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει πληροφορηθεί, ενημερωθεί: (ελλιπώς/επαρκώς/σωστά) ~ος: καταναλωτής/πολίτης. ~η: κοινή γνώμη (πβ. διαφωτισμένος). Όπως αναφέρουν καλά ~οι κύκλοι/σύμφωνα με καλά ~ες πηγές, ...|| (ΙΑΤΡ.) ~η: συγκατάθεση (= με πλήρη γνώση). ΑΝΤ. ακατατόπιστος, απληροφόρητος ● βλ. πληροφορώ [< μτγν. πεπληροφορημένος, γαλλ. informé, αγγλ. informed]
40952πληροφόρησηπλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία μετάδοσης ή/και λήψης πληροφοριών: άμεση/αντικειμενική/αξιόπιστη/έγκαιρη/έγκυρη/ελλιπής/εναλλακτική/επαγγελματική/κατευθυνόμενη/προσωποποιημένη ~. ~ του καταναλωτή/της κοινής γνώμης. Δίκτυο/κέντρο/πηγές ~ης. Εποχή της ~ης. Πρόσβαση στην ~. Παρέχει/προσφέρει ~. Υπάρχει κενό ~ης. Πβ. ενημέρωση. Βλ. παρα~, τηλε~, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης βλ. πρότυπο, ελευθερία (της) πληροφόρησης βλ. ελευθερία [< πβ. μτγν. πληροφόρησις ‘ολοκλήρωση, πληρότητα’, αγγλ.-γαλλ. information]
40953πληροφορητήςπλη-ρο-φο-ρη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες, συνήθ. για ερευνητικούς σκοπούς. Πβ. πληροφοριοδότης. [< γερμ. Informant]
40954πληροφορητικότηταπλη-ρο-φο-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κειμενική λειτουργία που σχετίζεται με την ποσότητα και την ποιότητα των πληροφοριών που περιέχει ένα κείμενο. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. informativity]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.