Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41520-41540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40944πλήμνηπλή-μνη ουσ. (θηλ.) {πλημνών} (λόγ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό τμήμα το οποίο στηρίζει και συνδέει τον τροχό με την ανάρτηση του αυτοκινήτου ή κεντρικό τμήμα στερέωσης πτερυγίων έλικα, ατράκτου: αυτόματες/χειροκίνητες ~ες. Βλ. ακραξόνιο, αφαλός. ΣΥΝ. μουαγιέ 2. ΠΛΗΡΟΦ. το κεντρικό (κοινό) σημείο διασύνδεσης υπολογιστών και άλλων συσκευών (όπως εκτυπωτών) ενός τοπικού δικτύου Η/Υ, η αποστολή του οποίου είναι να λαμβάνει και να προωθεί δεδομένα από και προς τις συσκευές αυτές: ~ γιου-ες-μπι. [< αρχ. πλήμνη ‘κεφαλή (τροχού)’, γαλλ. moyeu]
40945πληνπρόθ. 1. ΜΑΘ. μείον. ΑΝΤ. συν (2) 2. εκτός, με εξαίρεση: (+ αιτ.) Πλήρωσα είκοσι ευρώ ~ (= χωρίς) τα έξοδα αποστολής/ΦΠΑ.|| (+ γεν., λόγ.) Τα δρομολόγια πραγματοποιούνται καθημερινά ~ Κυριακών και εορτών. Σε όλες τις χώρες, ~ της ... Δεν έχω να προσθέσω κάτι, ~ του ότι ... ~ αυτού/τούτου, ισχύει, επίσης, ότι ... ΑΝΤ. συν (1) ● Ουσ.: τα πλην: μειονεκτήματα: τα συν (= τα θετικά, τα πλεονεκτήματα, τα υπέρ) και ~ ~ (= τα αρνητικά, τα κατά) μιας μεθόδου/πρότασης/συσκευής.|| Το ~ του σχεδίου είναι ότι ... [< γαλλ. moins] ● ΣΥΜΠΛ.: συν-πλην βλ. συν ● ΦΡ.: πλην άλλων & πλην των άλλων (λόγ.): εκτός των άλλων: Αποφασίστηκε ~ ~ ότι ..., πλην ενός (λόγ.) & εκτός ενός: εκτός από ένα(ν): Ήρθαν όλοι ~ ~., πλην όμως (λόγ.): ωστόσο, αλλά όμως: Συγκρότημα που έχει περιορισμένο, ~ ~, φανατικό ακροατήριο. Φτωχός ~ (~) τίμιος νεαρός.|| Δεσμεύτηκαν ότι θα εφαρμοστεί το νέο μέτρο, ~ ~, δεν έγινε γνωστό πότε., εμμέσως πλην σαφώς βλ. έμμεσος [< 1: αρχ. πλήν 2: αγγλ. minus]
40946πλήξηπλή-ξη ουσ. (θηλ.): ανία. Βλ. ρουτίνα. ΣΥΝ. βαρεμάρα [< αρχ. πλῆξις 'χτύπημα']
40947πληρεξούσιος, α, ο πλη-ρε-ξού-σι-ος επίθ.: που ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος: ~ος: δικηγόρος. ~ υπουργός Α', Β' τάξεως (στο Διπλωματικό Σώμα).|| (ως ουσ.) Ειδικός ~. Εκλέχτηκε ~. ● Ουσ.: πληρεξούσιο (το): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο έγγραφο παροχής εξουσιοδότησης σε ένα πρόσωπο για να ενεργεί εκ μέρους κάποιου άλλου: γενικό/συμβολαιογραφικό ~. Βλ. πιστοποιητικό. [< γαλλ. plénipotentiaire]
40948πληρεξουσιότηταπλη-ρε-ξου-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξουσιοδότηση σε πρόσωπο για να ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος κάποιου άλλου: ειδική/σιωπηρή ~. Πβ. αντιπροσώπευση. Βλ. δικαιοπραξία, -ότητα.
40949πλήρης, ης, ες πλή-ρης επίθ. {πλήρ-ους | -εις (ουδ. -η)· πληρέστ-ερος, -ατος} 1. γεμάτος: Το αεροπλάνο/το λεωφορείο ήταν ~ες. (σε ξενοδοχείο) Είμαστε ~εις (= δεν υπάρχει ελεύθερο δωμάτιο). Βλ. υπερ~.|| Δοχεία ~η με νερό/(λόγ.) ~η τροφίμων.|| (για πρόσ.) ~ από έπαρση/(λόγ.) χαράς. ΑΝΤ. άδειος (1), κενός (1) 2. ολοκληρωμένος, χωρίς ελλείψεις ή περικοπές: ~ης: κατάλογος. ~ης: ανάλυση/έκθεση/ενημέρωση/φοίτηση. ~ες: άρθρο/δίκτυο/ποσό/σύστηµα/σχέδιο. ~εις: λεπτομέρειες/οδηγίες/υπηρεσίες. Ημιδιατροφή ή ~ διατροφή. Προβολή σε ~η οθόνη. (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Γάλα ~ες ή χαμηλό σε λιπαρά (βλ. (ημι)άπαχος). Τροφές ~εις σε θρεπτικά συστατικά. Ένας ~ατος ταξιδιωτικός οδηγός. Σχημάτισε (μια) ~η εικόνα των γεγονότων. Ανακοινώθηκε το ~ες πρόγραμμα του φεστιβάλ. Τα στοιχεία δεν είναι ~η.|| ~ης: συμμετοχή/συνεργασία. Η χώρα είναι ~ες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χρήστης έχει ~η δικαιώματα πρόσβασης.|| ~ης: αποζημίωση/κάλυψη (εξόδων νοσηλείας)/σύνταξη/χρηματοδότηση. Άδεια με ~εις αποδοχές/απολαβές. ΑΝΤ. μειωμένος, μερικός, περιορισμένος.|| Σε ~η ανάπτυξη/λειτουργία. Ο νόμος τέθηκε σε ~η εφαρμογή. ΑΝΤ. αποσπασματικός, ελλιπής 3. (εμφατ.) απόλυτος, ολοκληρωτικός: ~ης: διαχωρισμός/έλεγχος/εξευτελισμός/σεβασμός. ~ης: αδιαφορία (= παντελής)/αναδιοργάνωση (= εκ βάθρων)/ανεξαρτησία/αντίθεση (= διαμετρική)/αποδοχή (= καθολική)/αποτυχία/έλλειψη γνώσης/ελευθερία/ικανοποίηση/καταστροφή (= ολοσχερής)/ταύτιση (απόψεων). ~ες: αδιέξοδο. Ζητήθηκε ~ διαλεύκανση της υπόθεσης. Πβ. τέλειος.|| Σε ~η άγνοια/αντιπαράθεση/απομόνωση/ετοιμότητα/σύγχυση. Σε ~η εξέλιξη βρίσκονται τα έργα. || (λόγ.) Εν πλήρει επιγνώσει. ● ΣΥΜΠΛ.: πλήρης απασχόληση βλ. απασχόληση, πλήρης ημερών βλ. ημέρα [< αρχ. πλήρης, γαλλ. plein, complet]
40950πληρότηταπλη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πλήρους: ~ των ξενοδοχείων/πτήσεων. Έλεγχος/ποσοστό ~ας. Βλ. υπερ~.|| (μτφ.) αισθητική/εκφραστική/νοηματική/συναισθηματική ~. Πβ. πλησμονή.|| Τεχνική ~. ~ περιεχομένου/πληροφοριών. Το ερώτημα απαντήθηκε με ~ και σαφήνεια (= πλήρως). Πβ. ακεραι-, αρτι-, τελει-ότητα. [< μτγν. πληρότης]
40951πληροφορημένος, η, ο πλη-ρο-φο-ρη-μέ-νος επίθ.: που έχει πληροφορηθεί, ενημερωθεί: (ελλιπώς/επαρκώς/σωστά) ~ος: καταναλωτής/πολίτης. ~η: κοινή γνώμη (πβ. διαφωτισμένος). Όπως αναφέρουν καλά ~οι κύκλοι/σύμφωνα με καλά ~ες πηγές, ...|| (ΙΑΤΡ.) ~η: συγκατάθεση (= με πλήρη γνώση). ΑΝΤ. ακατατόπιστος, απληροφόρητος ● βλ. πληροφορώ [< μτγν. πεπληροφορημένος, γαλλ. informé, αγγλ. informed]
40952πληροφόρησηπλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία μετάδοσης ή/και λήψης πληροφοριών: άμεση/αντικειμενική/αξιόπιστη/έγκαιρη/έγκυρη/ελλιπής/εναλλακτική/επαγγελματική/κατευθυνόμενη/προσωποποιημένη ~. ~ του καταναλωτή/της κοινής γνώμης. Δίκτυο/κέντρο/πηγές ~ης. Εποχή της ~ης. Πρόσβαση στην ~. Παρέχει/προσφέρει ~. Υπάρχει κενό ~ης. Πβ. ενημέρωση. Βλ. παρα~, τηλε~, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης βλ. πρότυπο, ελευθερία (της) πληροφόρησης βλ. ελευθερία [< πβ. μτγν. πληροφόρησις ‘ολοκλήρωση, πληρότητα’, αγγλ.-γαλλ. information]
40953πληροφορητήςπλη-ρο-φο-ρη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παρέχει πληροφορίες, συνήθ. για ερευνητικούς σκοπούς. Πβ. πληροφοριοδότης. [< γερμ. Informant]
40954πληροφορητικότηταπλη-ρο-φο-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κειμενική λειτουργία που σχετίζεται με την ποσότητα και την ποιότητα των πληροφοριών που περιέχει ένα κείμενο. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. informativity]
40955πληροφορίαπλη-ρο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) {πληροφορι-ών} 1. κάθε στοιχείο που μεταδίδεται από πομπό σε δέκτη υπό μορφή συνήθ. λεκτικού μηνύματος, κειμένου, μαθηματικής έκφρασης ή μουσικού κομματιού, παρέχοντας κυρ. καινούργια γνώση για κάποιο θέμα: ασήμαντη/άχρηστη/ελλιπής/πολύτιμη ~. Αναλυτικές/γενικές/έντυπες/επιστημονικές/ηλεκτρονικές/ιστορικές/νομικές/συμπληρωματικές/χωρικές ~ες. Αξιολόγηση/έλεγχος/χρήση μιας ~ας. Κενό ~ας. Πρόσβαση στη(ν) δημόσια/ψηφιακή ~. Αναγκαίες/απαραίτητες/επεξηγηματικές ~ες. Αναζήτηση/ανάλυση/διακίνηση/παροχή/συγκέντρωση/συσχέτιση ~ών. Διαρροή (βαρυσήμαντων/μυστικών)/ροή ~ών. Δεξαμενή/πηγές ~ών. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες/αξιόπιστες/αποκαλυπτικές/αποκλειστικές/απόρρητες/ασφαλείς/διασταυρωμένες/έγκυρες/εμπιστευτικές/επίσημες ~ες ... (πβ. είδηση). (Ανα)μεταδίδω/αξιοποιώ μια ~. Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ~. Στο βιβλίο/στην ιστοσελίδα περιέχονται ~ες για/γύρω από/πάνω σε/σχετικά με ... Ανταλλάσσω/βρίσκω/δίνω (πβ. ενημερώνω)/παίρνω/συλλέγω ~ες. Βλ. ΕΥΠ.|| (στη θεωρία της επικοινωνίας:) Διάδοση/διάχυση της ~ας. Διαχείριση της ~ας (: μεταφορά, επεξεργασία, αποθήκευση).|| (ΤΗΛΕΠ.) Ακουστικές/ηχητικές/οπτικές ~ες. Βλ. τηλεπληροφορίες. 2. ΠΛΗΡΟΦ. οποιοδήποτε γνωσιακό στοιχείο προέρχεται από την επεξεργασία δεδομένων: ανάκληση/ανάσυρση ~ών. Αναπαράσταση/θεωρία ~ας.πληροφορίες (οι) (σε Υπηρεσία ή επιχείρηση): Γραφείο Πληροφοριών (για την ενημέρωση του κοινού). [< αγγλ. information] ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική πληροφορία: ΒΙΟΛ. πληροφορία που περιέχεται στις νουκλεοτιδικές αλληλουχίες της αλυσίδας του DNA και καθορίζει τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Πβ. γενετικός κώδικας. [< γαλλ. information génétique ] , Κοινωνία της Πληροφορίας (ακρ. ΚτΠ): στην οποία παίζει σημαντικό ρόλο η διαχείριση και αξιοποίηση των πληροφοριών μέσω της τεχνολογίας και της Πληροφορικής. Βλ. τηλεδημοκρατία. [< αγγλ. information society] , πληροφορίες (τηλεφωνικού) καταλόγου: ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική ή διαδικτυακή υπηρεσία που παρέχει πληροφορίες για αριθμούς τηλεφώνων που έχουν καταχωρηθεί σε τηλεφωνικούς καταλόγους., Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας/Επικοινωνιών (ακρ. ΤΠΕ): οι τεχνολογίες των υπολογιστών και των επικοινωνιών, των οποίων η ανάπτυξη επιτυγχάνεται με τη γενίκευση της ηλεκτρονικής ανταλλαγής πληροφοριών, τη χρήση ψηφιακών συσκευών και τη ραγδαία εξάπλωση του διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Πβ. τεχνολογία (της) πληροφορίας/(των) πληροφοριών. Βλ. ευρυζωνικότητα. [< αγγλ. Information and Communication Technologies, information technology, 1978] , ανάκτηση πληροφοριών/πληροφορίας βλ. ανάκτηση, Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών βλ. γεωγραφικός, εξαγωγή/εξόρυξη πληροφορίας βλ. εξαγωγή, εξόρυξη δεδομένων βλ. εξόρυξη, οικονομικά στοιχεία και πληροφορίες βλ. στοιχείο, πληροφορίες ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τράπεζα δεδομένων/πληροφοριών βλ. τράπεζα, υπερλεωφόρος (των) πληροφοριών βλ. υπερλεωφόρος [< 1: μτγν. πληροφορία ‘ικανοποίηση, διαβεβαίωση’, γαλλ. information, renseignement 2: αγγλ. information]
40956πληροφοριακός, ή, ό πλη-ρο-φο-ρι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πληροφορία: ~ό: έντυπο/κενό/υλικό/χάσμα. ~ές: πινακίδες (οδοσήμανσης). ~ά: δελτία. Κείμενα με μεγάλη ~ή αξία. Ιστοσελίδες ~ού περιεχομένου. Πβ. ενημερωτικός. 2. που σχετίζεται με την πληροφορική: ~ή: εποχή/τεχνολογία/υποδομή/υποστήριξη. ~ό: τμήμα. ~ές: ανάγκες/απαιτήσεις/δεξιότητες/εφαρμογές/πηγές/υπηρεσίες. ~ά: δεδομένα/εργαλεία. ΣΥΝ. πληροφορικός ● επίρρ.: πληροφοριακά: στη σημ. 1: ~ (και μόνο) σας λέω ότι ... ● ΣΥΜΠΛ.: πληροφοριακό σύστημα & (σπάν.) πληροφορικό σύστημα: ΠΛΗΡΟΦ. σύστημα επεξεργασίας και παροχής πληροφοριών που βασίζεται στον υπολογιστή: γεωγραφικά/λογιστικά/ολοκληρωμένα/προηγμένα ~ά ~ατα. ~ά ~ατα διοίκησης/λήψης αποφάσεων/υγείας. Ανάπτυξη/ασφάλεια/διαχείριση/λειτουργία/σχεδιασμός ~ών ~άτων. Βλ. ΓΓΠΣ. [< αγγλ. information system, 1953] , πληροφοριακή παιδεία βλ. παιδεία
40957πληροφορικάριοςπλη-ρο-φο-ρι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πληροφορικάρια} (προφ.) : πρόσωπο που σπουδάζει ή ασχολείται επαγγελματικά με την Πληροφορική. Πβ. κομπιουτερά(κια)ς, πληροφορικός.
40958πληροφορικήπλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π) & Επιστήμη της Πληροφορικής: ΠΛΗΡΟΦ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την επεξεργασία και αξιοποίηση δεδομένων μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και με τη μελέτη και κατασκευή των απαραίτητων συσκευών: εφαρμοσμένη/μουσική/πολιτισμική ~. ~ Επιστημών Ζωής/Υγείας. ~ και διοίκηση/τηλεπικοινωνίες (βλ. τηλε~). Τεχνολογίες ~ής/Πληροφορίας και Επικοινωνιών (ακρ. ΤΠΕ). Ανάπτυξη Εφαρμογών ~ής. Εργαστήριο/προϊόντα/συστήματα/υπηρεσίες ~ής. Η ~ στην εκπαίδευση. Βλ. γεω~, μικρο~, υδρο~. ΣΥΝ. Επιστήμη των Υπολογιστών ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρική πληροφορική: κλάδος που μελετά τις εφαρμογές της πληροφορικής στην ιατρική επιστήμη. [< γαλλ. informatique, 1962, αγγλ. informatics, περ. 1967, αγγλ. information science, 1955]
40959πληροφορικός, ή, ό πλη-ρο-φο-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πληροφορική: ~ές: εφαρμογές/τεχνολογίες/υπηρεσίες/(υπο)δομές. ~ά: δίκτυα/εργαλεία/μέσα/στοιχεία/συστήματα. ΣΥΝ. πληροφοριακός (2) ● Ουσ.: πληροφορικός (ο/η): επιστήμονας ή τεχνικός ειδικευμένος στην πληροφορική: ~ αυτοματισμών/δικτύων. Πβ. πληροφορικάριος. Βλ. γεω~, ηλεκτρονικός, τηλε~, προγραμματιστής. [< αγγλ. computer scientist, 1968]
40960πληροφοριοδότηςπλη-ρο-φο-ρι-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πληροφοριοδότρια} 1. μυστικός πράκτορας κρατικής υπηρεσίας που συλλέγει πληροφορίες. Πβ. κατάσκοπος. 2. άτομο που παρέχει πληροφορίες: ανώνυμος ~. Πβ. πληροφορητής.|| (αρνητ. συνυποδ.) Πβ. καταδότης, προδότης, ρουφιάνος. Βλ. -δότης. [< γαλλ. informateur]
40961πληροφορώ[πληροφορῶ] πλη-ρο-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {πληροφορ-είς ... | πληροφόρ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας}: παρέχω πληροφορίες: ~ κάποιον εκτενώς/λεπτομερώς/πλήρως/σε γενικές γραμμές. Έγγραφο της εποχής/το περιοδικό/η πινακίδα/ο συγγραφέας μάς ~εί ότι ... Τον ~ησε (= ενημέρωσε, κατατόπισε) για την ώρα διεξαγωγής των εξετάσεων. Μας ~ησαν σχετικά με ... ~ήθηκε (= έμαθε) το γεγονός από τις εφημερίδες/την τηλεόραση.|| (σε ανακοίνωση) Η εταιρεία ~εί τους πελάτες της ότι ... (= ειδοποιεί). Πβ. γνωστοποιώ. Βλ. παρα~. ● βλ. πληροφορημένος [< μτγν. πληροφορῶ 'επιτελώ πλήρως', γαλλ. informer, renseigner]
40962πληρώ[πληρῶ] πλη-ρώ ρ. (μτβ.) {πληρ-οί, -ούσε, -είται (λόγ.) -ούται, μτχ. πληρω-θείς, -θείσα, -θέν | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (λόγ.) 1. εκπληρώνω, ανταποκρίνομαι σε κάτι: ~οί τις απαιτήσεις/τα κριτήρια/τους όρους/τις προδιαγραφές/τις προϋποθέσεις. 2. γεμίζω, καλύπτω: ~θείσες: θέσεις εργασίας. Βλ. κενώνω, υπερ~. [< αρχ. πληρῶ]
40963πληρωθείς1, είσα, έν πλη-ρω-θείς επίθ. (λόγ.): που πληρώθηκε. Πβ. πληρωμένος. Βλ. πληρωτέος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.