| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 40964 | πληρωθείς2 | , είσα, έν βλ. πληρώ | |
| 40965 | πλήρωμα | πλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {πληρώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οι άνθρωποι που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε πλοίο, αεροσκάφος ή όχημα (συνήθ. εκτός του κυβερνήτη), το προσωπικό: εκπαιδευμένο/έμπειρο ~. ~ καμπίνας. ~ του αντιτορπιλικού/της φρεγάτας.|| ~ εδάφους/θαλάμου διακυβέρνησης/θαλάμου επιβατών.|| ~ ασθενοφόρου/περιπολικού. 2. (σπάν.-προφ.) πληρωμή. ● ΣΥΜΠΛ.: το πλήρωμα της Εκκλησίας/το χριστεπώνυμο πλήρωμα: ΕΚΚΛΗΣ. τα μέλη της Εκκλησίας, οι χριστιανοί., το πλήρωμα του χρόνου 1. η κατάλληλη στιγμή για κάτι: Έχει έρθει/έφτασε ~ ~ για ... 2. ΕΚΚΛΗΣ. η συντέλεια του κόσμου. [< 1: αρχ. πλήρωμα 2: μτγν. πλήρωμα] | |
| 40966 | πληρωμένος | , η, ο πλη-ρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει πληρωθεί: ~ος: δολοφόνος (πβ. κυνηγός κεφαλών). ~η: άδεια/διαφήμιση/καταχώριση/συνδρομή (ΑΝΤ. ανεξόφλητη, απλήρωτη). Βλ. καλο-, κακο-πληρωμένος.|| ~ έρωτας (= αγοραίος). 2. (μειωτ.) που έχει δωροδοκηθεί. Πβ. λαδωμένος, πουλημένος. ● ΣΥΜΠΛ.: πληρωμένη απάντηση: αποστομωτική. [< μεσν. πληρωμένος] | |
| 40967 | πληρωμή | πλη-ρω-μή ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πλερωμή 1. καταβολή συνήθ. χρημάτων σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή ως αμοιβή: άμεση ~/~ τοις μετρητοίς. Απευθείας/εμπρόθεσμη/καθυστερημένη/τακτική ~. ~ ασφαλίστρων/δανείου/δασμού/μερίσματος/οφειλών/προκαταβολής/συνδρομής/συντάξεων/τελών/τρεχόντων εξόδων (πβ. τακτοποίηση)/φόρων/χρέους (= εξόφληση). ~ των δανειστών/εργαζομένων/συνταξιούχων. ~ με αντικαταβολή/επιταγή/κατάθεση σε πιστωτική κάρτα (: μέσα/τρόποι ~ής). ~ σε δόσεις (: βερεσέ, επί πιστώσει)/σε είδος/στο ακέραιο. ~ εντός ... ημερών/κατά την παράδοση. Απόδειξη/ημερομηνία/κατάσταση/ποσό ~ής. Απαίτηση ~ής. Δώρο αντί ~ής/(λόγ.) έναντι ~ής/ως ~. Αναστολή/εκτέλεση/καθυστέρηση ~ών. Συστήματα/υπηρεσίες ~ών. Η ~ έγινε ηλεκτρονικά (: ηλεκτρονική ~)/μέσω τραπεζικού λογαριασμού (: τραπεζική ~). Βλ. προ~, ταχυ~. ΑΝΤ. είσπραξη 2. (μτφ.) ανταπόδοση: Έρχεται/πλησιάζει/φτάνει η ώρα της ~ής (και της τιμωρίας). Πβ. επίχειρα.|| Ένα χειροκρότημα είναι η καλύτερη ~ (= ανταμοιβή). ● ΣΥΜΠΛ.: στάση πληρωμών & παύση πληρωμών:: (για οφειλέτες) προσωρινή παύση καταβολής χρημάτων, κυρ. από το κράτος, στους δικαιούχους: ~ ~ στο Δημόσιο. ~ ~ και χρεοκοπία. Άδεια ταμεία και ~ ~. Επιβλήθηκε/κηρύχτηκε ~ ~. [< γαλλ. cessation de paiements] , εντολή/διαταγή πληρωμής βλ. εντολή, ευκολίες πληρωμής βλ. ευκολία, ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών βλ. ισοζύγιο, μεταβιβαστικές πληρωμές βλ. μεταβιβαστικός ● ΦΡ.: επί πληρωμή [ἐπί πληρωμῇ] (λόγ.): έναντι αμοιβής: Το σεμινάριο είναι ~ ~. ΑΝΤ. δωρεάν [< 1: μεσν. πληρωμή 2: γαλλ. paiement] | |
| 40968 | πληρώνω | πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήρω-σα, πληρώ-σει, -θηκα (λόγ. μτχ. πληρω-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, πληρών-οντας, πληρω-μένος} & (λαϊκό) πλερώνω 1. καταβάλλω συνήθ. χρήματα, σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή αμείβω: ~ το εισιτήριο. Δεν χρειάζεται να ~σεις, κερνάω εγώ. Αγόρασε τόσα πράγματα, χωρίς να ~σει (δεκάρα/τίποτα) (= τζάμπα). ~ει όσο όσο, προκειμένου να αποκτήσει ... ~σε τα μαλλιά της κεφαλής του/τα μαλλιοκέφαλά του. Η παραγγελία θα ~θεί κατά την παράδοση.|| Το επίδομα ~εται αναδρομικά. ~θηκε (= εξοφλήθηκε) ένα μέρος από το ποσό.|| Την ~σαν/~θηκε αδρά/ψίχουλα. ~εται με το κομμάτι/με την ώρα. Δεν ~εται αυτά που δικαιούται/όσο θα έπρεπε/τις υπερωρίες. Βλ. ακριβο~, κακο~, καλο~, μοσχο~, ξανα~, προ~, χρυσο~, πληρω-θείς, -μένος, -τέος. ΑΝΤ. εισπράττω (1) 2. (μτφ.) υφίσταμαι τις συνέπειες: ~σε (ακριβά) την απειρία/την άρνησή/τις άστοχες επιλογές του. ~ει τα επίχειρα της επιπολαιότητάς του/το τίμημα της δόξας.|| (+ για) ~σε για τα εγκλήματά/τις πράξεις του (= τιμωρήθηκε). 3. δωροδοκώ, εξαγοράζω: Τους ~σαν για να μη μιλήσουν. Πβ. λαδώνω, χρηματίζω. 4. ανταποδίδω: Μια δουλειά που δεν ~εται με τίποτα/όσα και να δώσεις. ΣΥΝ. ξεπληρώνω (2) ● ΦΡ.: θα μου το πληρώσεις! (προφ.): θα σε εκδικηθώ: ~ ~ (ακριβά) (γι') αυτό που μου έκανες!, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα: όλοι κάποια στιγμή στη ζωή τους τιμωρούνται για ό,τι κακό έκαναν. ΣΥΝ. εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος, πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα (αργκό): επωμίζομαι άδικη ή υπερβολική οικονομική χρέωση: Εκείνος προκάλεσε το ατύχημα κι εγώ θα ~ ~; Βλ. κοροϊδίστικα λεφτά., πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο (μτφ.-προφ.): πληρώνω τη ζημιά ή υφίσταμαι τις επιπτώσεις από σφάλματα ή παραλείψεις άλλων, βρίσκω τον μπελά μου χωρίς να φταίω., πληρώνω αμαρτίες βλ. αμαρτία, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα βλ. νόμισμα, πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό βλ. χρυσός [< μεσν. πληρώνω] | |
| 40969 | πλήρως | πλή-ρως επίρρ. {πληρέστ-ερα, -ατα} (λόγ.): με πλήρη τρόπο· τελείως, εντελώς: Η βλάβη αποκαταστάθηκε ~. Κουζίνα ~ εξοπλισμένη. Πβ. ολοκληρωτικά, πέρα για/ως πέρα. Βλ. καθόλου, μερικώς. [< μτγν. πλήρως] | |
| 40970 | πλήρωση | πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. γέμισμα, συμπλήρωση: ~ των ελαστικών/κενών. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ: άδειασμα, εκκένωση. 2. πλήρης ανταπόκριση σε μια απαίτηση, ικανοποίηση: ~ των κριτηρίων/προϋποθέσεων. Πβ. εκ~, κάλυψη. ● ΣΥΜΠΛ.: πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας. ΑΝΤ. κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων [< αρχ. πλήρωσις] | |
| 40971 | πληρωτέος | , α, ο πλη-ρω-τέ-ος επίθ. (επίσ., για χρηματικό ποσό): που πρέπει να πληρωθεί. Πβ. καταβλητέος. Βλ. προ~, -τέος. ΑΝΤ. εισπρακτέος [< μτγν. πληρωτέον, γαλλ. payable] | |
| 40972 | πληρωτής | πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πληρώτρια}: (για πρόσ. ή εταιρεία) που πληρώνει συνήθ. με καταβολή χρηματικού ποσού: (ως επίθ.) ~τρια: τράπεζα. Βλ. κακο~, καλο~. [< αρχ. πληρωτής] | |
| 40973 | πληρωτικός | , ή, ό πλη-ρω-τι-κός επίθ.: που γεμίζει κάτι· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πληρωτικά υλικά: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αδρανή υλικά που προστίθενται κατά την παραγωγή ενός προϊόντος και επηρεάζουν την τελική σύστασή του, εξυπηρετώντας κάποιον λειτουργικό ρόλο, όπως η μείωση του κόστους του ή η βελτίωση της ποιότητάς του. Πβ. φίλερ. [< αγγλ. fillers] [< αρχ. πληρωτικός] | |
| 40974 | πλησιάζω | πλη-σι-ά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλησία-σα, πλησιά-σει, (σπάν.) -στηκε, -στεί, πλησιάζ-οντας} 1. πηγαίνω κοντά σε κάποιον ή κάτι: Την ~σε και της έδωσε κάτι.|| ~σε προς το μέρος τους/στο τραπέζι. Πλησιάστε, παρακαλώ (= ελάτε κοντά)!|| Το πλοίο ~σε (σ)το λιμάνι (ΑΝΤ. ξεμακραίνω). Βλ. πολυ~. ΣΥΝ. ζυγώνω, σιμώνω ΑΝΤ. απομακρύνομαι (1) 2. (μτφ.) είμαι πολύ κοντά, βρίσκομαι σχεδόν σε μια συγκεκριμένη κατάσταση: ~ουν την κορυφή/το όριο της φτώχειας/τον στόχο τους.|| ~ουν προς το/στο τέρμα. Έχουν ~σει σε συμφωνία. Πβ. συγκλίνω. ΣΥΝ. αγγίζω (2) 3. (μτφ.) προσεγγίζω κάποιον (ή κάτι), συνήθ. με σκοπό ανάπτυξης σχέσης: Την ~σε ερωτικά. Δεν ~εται εύκολα (: είναι απόμακρος).|| Όλα είναι πανάκριβα, δεν ~ονται (: είναι απλησίαστα). 4. (μτφ.) κοντεύω χρονικά: ~ τα τριάντα. Η μεγάλη ώρα ~ει (= κοντοζυγώνει). ~ουν οι διακοπές/μεσάνυχτα/νέες αυξήσεις. 5. (μτφ.) μοιάζω, είμαι παραπλήσιος με κάποιον ή κάτι: Ταινία που ~ει το ύφος των ταινιών τρόμου.|| ~ουν (πολύ) στον χαρακτήρα. ● πλησιάζει (μτφ.): είναι σχεδόν …, προσεγγίζει: Το ποσοστό συμμετοχής ~ το ... %. Η αξία των συναλλαγών ~σε τα ... εκατομμύρια ευρώ. (πβ. αγγίζει, φτάνει).|| ~ το χρώμα του λεμονιού. [< αρχ. πλησιάζω, γαλλ. approcher] | |
| 40975 | πλησίασμα | πλη-σί-α-σμα ουσ. (ουδ.) {πλησιάσματος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλησιάζω. Πβ. προσέγγιση. ΑΝΤ. απομάκρυνση. | |
| 40976 | πλησιέστατος | , η, ο πλη-σι-έ-στα-τος επίθ.: πάρα πολύ κοντινός. Πβ. εγγύτατος. ● επίρρ.: πλησιέστατα [< μεσν. πλησιέστατος] | |
| 40977 | πλησιέστερος | , η, ο πλη-σι-έ-στε-ρος επίθ.: κοντινότερος, πιο κοντινός: ~ος: σταθμός. ~η: παραλία/πόλη. ~ο: κατάστημα/σημείο.|| (μτφ.) ~ος: συγγενής (πβ. στενός). Πβ. εγγύτερος. Βλ. γειτονικός. ● επίρρ.: πλησιέστερα [< μτγν. πλησιέστερος, γαλλ. le plus proche] | |
| 40978 | πλησίον | πλη-σί-ον επίρρ. {πλησιέστ-ερα, -ατα} (λόγ.) 1. (+ γεν.) σε κοντινή απόσταση: Βρίσκεται ~ του χωριού. Πβ. δίπλα. 2. (ως ουσ.) συνάνθρωπος: αγάπη και προσφορά στον ~ (= αλτρουισμός). Συμπάθεια προςε τον ~. Βοηθά τον ~ του. Πβ. διπλανός. ● ΦΡ.: εκ του πλησίον: από κοντά. ΣΥΝ. εκ του σύνεγγυς [< αρχ. πλησίον] | |
| 40979 | πλησιόχωρος | , η, ο πλη-σι-ό-χω-ρος επίθ. (λόγ.): κοντινός. Πβ. γειτονικός, όμορος. [< αρχ. πλησιόχωρος] | |
| 40980 | πλησίστιος | , ος/α, ο πλη-σί-στι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (για ιστιοφόρο) που έχει όλα τα πανιά ανεβασμένα. ΑΝΤ. ξυλάρμενος 2. (μτφ.) που κινείται με ορμή, ακάθεκτος προς κάπου. [< 1: αρχ. πλησίστιος] | |
| 40981 | πλησμονή | πλη-σμο-νή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μεγάλη ποσότητα. Πβ. αφθονία, περίσσεια, πλήθος, πληθώρα. ΑΝΤ. έλλειψη. 2. (μτφ.) αίσθημα πληρότητας και χορτασμού. Πβ. κορεσμός. [< αρχ. πλησμονή] | |
| 40982 | πλήττω1 | πλήτ-τω ρ. (αμτβ.) {έπλη-ξα}: νιώθω πλήξη, βαριέμαι: ~ αφάνταστα/θανάσιμα. Με κάνει και ~. [< αρχ. πλήττω] | |
| 40983 | πλήττω2 | πλήτ-τω ρ. (μτβ.) {έπλη-ξε, πλήξ-ει, πλήττ-εται, (αόρ.) επλήγ-η, -ησαν, μτχ. πληγ-είς, -είσα, -έν, πλήττ-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. (μτφ.) βλάπτω: Η οικονομία επλήγη. ~εται ο ανταγωνισμός. Οι ~όμενες επιχειρήσεις/περιοχές. Χώρες που ~ονται από ασθένειες/πολέμους. Πβ. ζημιώνω, θίγω, καταστρέφω, προσβάλλω.|| (σπάν.) Η συμπεριφορά του ~ξε (= τραυμάτισε) τον εγωισμό της. 2. καταφέρω πλήγμα, χτυπώ: Η σφαίρα τον ~ξε στον θώρακα. ● βλ. πληγείς [< αρχ. πλήττω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ