Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41560-41580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40984πλιαβλ. πια
40985πλιάνπλι-άν επίθ. {άκλ.}: (για έπιπλο) πτυσσόμενο: ~ καρέκλες (= σπαστές). [< γαλλ. pliant]
40986πλιάτσικοπλιά-τσι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. λεηλασία και γενικότ. κλοπή: ~ των περιουσιών. ~ σε μαγαζιά. Κάνω ~. Πβ. αρπαγή, λαφυραγώγηση. 2. λάφυρο, λεία. [< αλβ. plaçkë]
40987πλιατσικολόγημαπλια-τσι-κο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): λεηλασία, αρπαγή. Πβ. πλιάτσικο.
40988πλιατσικολόγοςπλια-τσι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που κάνει πλιάτσικο. Πβ. άρπαγας, λαφυραγωγός, λεηλάτης. Βλ. -λόγος.
40989πλιατσικολογώ[πλιατσικολογῶ] πλια-τσι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλιατσικολογ-είς... | πλιατσικολόγ-ησε} (προφ.): κάνω πλιάτσικο. Πβ. κουρσεύω, λαφυραγωγώ, λεηλατώ. Βλ. -λογώ.
40990πλιγούριπλι-γού-ρι ουσ. (ουδ.) & μπλιγούρι: ΜΑΓΕΙΡ. χοντροαλεσμένο σιτάρι και συνεκδ. κάθε φαγητό που μαγειρεύεται με αυτό: σαλάτα με ~ (βλ. ταμπουλέ). ~ πιλάφι. Βλ. χόντρος. [< τουρκ. bulgur]
40991πλίθαβλ. πλίνθος
40992πλιθάριπλι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλίνθος. [< μτγν. πλιθάριον]
40993πλιθίπλι-θί ουσ. (ουδ.) {πλιθιά} (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. υλικό σε σχήμα τούβλου, που κατασκευάζεται κυρ. από αργιλούχο λάσπη και άχυρα. ΣΥΝ. πλίνθος (2) [< αρχ. πλινθίον]
40994πλίθοςβλ. πλίνθος
40995πλίνθινος, η, ο πλίν-θι-νος επίθ. (λόγ.) & (σπάν.) πλίθινος (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.): που έχει κατασκευαστεί με πλίνθους: ~η: ανωδομή/επιγραφή. ~ο: σπίτι. ΣΥΝ. πλινθόκτιστος [< αρχ. πλίνθινος]
40996πλινθίοπλιν-θί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μικροτσίπ. Πβ. τσιπ. [< αρχ. πλινθίον]
40997πλινθοδομήπλιν-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κτίσμα από πλίνθους ή τούβλα· συνεκδ. το κτίσιμο με αυτά τα υλικά: δρομική/μπατική ~. Πβ. λιθοδομή. Βλ. ωμο~.
40998πλινθόκτιστος, η, ο πλιν-θό-κτι-στος επίθ. (λόγ.) (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.): πλίνθινος: ~ος: ξενώνας. ~η: καλύβα. ~ο: κτίριο. [< μεσν. πλινθόκτιστος]
40999πλινθοπερίκλειστος, η, ο πλιν-θο-πε-ρί-κλει-στος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (στα βυζαντινά χρόνια) περιτειχισμένος με πλίνθους: ~η: τοιχοποιία.
41000πλινθοποιείο[πλινθοποιεῖο] πλιν-θο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-κυρ. παλαιότ.): εργαστήριο κατασκευής πλίνθων. Πβ. πλινθοποιία. Βλ. -ποιείο.
41001πλινθοποιίαπλιν-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική μονάδα παραγωγής πλίνθων. Πβ. πλινθοποιείο. Βλ. κεραμοποιία, -ποιία. [< μτγν. πλινθοποιία]
41002πλινθοποιόςπλιν-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατασκευάζει πλίνθους. Βλ. -ποιός. [< μτγν. πλινθοποιός]
41003πλίνθοςπλίν-θος ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πλίθος (ο) & πλίθα (η) ΟΙΚΟΔ. 1. υλικό από άργιλο ψημένη σε καμίνι ή πηλό αποξηραμένο στον ήλιο, που κατασκευάζεται σε καλούπια με σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου. Βλ. οπτό-, ωμό-πλινθος, τούβλο. 2. πλιθί. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως [< αρχ. πλίνθος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.