Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41560-41580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40976πλησιέστατος, η, ο πλη-σι-έ-στα-τος επίθ.: πάρα πολύ κοντινός. Πβ. εγγύτατος. ● επίρρ.: πλησιέστατα [< μεσν. πλησιέστατος]
40977πλησιέστερος, η, ο πλη-σι-έ-στε-ρος επίθ.: κοντινότερος, πιο κοντινός: ~ος: σταθμός. ~η: παραλία/πόλη. ~ο: κατάστημα/σημείο.|| (μτφ.) ~ος: συγγενής (πβ. στενός). Πβ. εγγύτερος. Βλ. γειτονικός. ● επίρρ.: πλησιέστερα [< μτγν. πλησιέστερος, γαλλ. le plus proche]
40978πλησίονπλη-σί-ον επίρρ. {πλησιέστ-ερα, -ατα} (λόγ.) 1. (+ γεν.) σε κοντινή απόσταση: Βρίσκεται ~ του χωριού. Πβ. δίπλα. 2. (ως ουσ.) συνάνθρωπος: αγάπη και προσφορά στον ~ (= αλτρουισμός). Συμπάθεια προςε τον ~. Βοηθά τον ~ του. Πβ. διπλανός. ● ΦΡ.: εκ του πλησίον: από κοντά. ΣΥΝ. εκ του σύνεγγυς [< αρχ. πλησίον]
40979πλησιόχωρος, η, ο πλη-σι-ό-χω-ρος επίθ. (λόγ.): κοντινός. Πβ. γειτονικός, όμορος. [< αρχ. πλησιόχωρος]
40980πλησίστιος, ος/α, ο πλη-σί-στι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (για ιστιοφόρο) που έχει όλα τα πανιά ανεβασμένα. ΑΝΤ. ξυλάρμενος 2. (μτφ.) που κινείται με ορμή, ακάθεκτος προς κάπου. [< 1: αρχ. πλησίστιος]
40981πλησμονήπλη-σμο-νή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μεγάλη ποσότητα. Πβ. αφθονία, περίσσεια, πλήθος, πληθώρα. ΑΝΤ. έλλειψη. 2. (μτφ.) αίσθημα πληρότητας και χορτασμού. Πβ. κορεσμός. [< αρχ. πλησμονή]
40982πλήττω1πλήτ-τω ρ. (αμτβ.) {έπλη-ξα}: νιώθω πλήξη, βαριέμαι: ~ αφάνταστα/θανάσιμα. Με κάνει και ~. [< αρχ. πλήττω]
40983πλήττω2πλήτ-τω ρ. (μτβ.) {έπλη-ξε, πλήξ-ει, πλήττ-εται, (αόρ.) επλήγ-η, -ησαν, μτχ. πληγ-είς, -είσα, -έν, πλήττ-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. (μτφ.) βλάπτω: Η οικονομία επλήγη. ~εται ο ανταγωνισμός. Οι ~όμενες επιχειρήσεις/περιοχές. Χώρες που ~ονται από ασθένειες/πολέμους. Πβ. ζημιώνω, θίγω, καταστρέφω, προσβάλλω.|| (σπάν.) Η συμπεριφορά του ~ξε (= τραυμάτισε) τον εγωισμό της. 2. καταφέρω πλήγμα, χτυπώ: Η σφαίρα τον ~ξε στον θώρακα. ● βλ. πληγείς [< αρχ. πλήττω]
40984πλιαβλ. πια
40985πλιάνπλι-άν επίθ. {άκλ.}: (για έπιπλο) πτυσσόμενο: ~ καρέκλες (= σπαστές). [< γαλλ. pliant]
40986πλιάτσικοπλιά-τσι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. λεηλασία και γενικότ. κλοπή: ~ των περιουσιών. ~ σε μαγαζιά. Κάνω ~. Πβ. αρπαγή, λαφυραγώγηση. 2. λάφυρο, λεία. [< αλβ. plaçkë]
40987πλιατσικολόγημαπλια-τσι-κο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): λεηλασία, αρπαγή. Πβ. πλιάτσικο.
40988πλιατσικολόγοςπλια-τσι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που κάνει πλιάτσικο. Πβ. άρπαγας, λαφυραγωγός, λεηλάτης. Βλ. -λόγος.
40989πλιατσικολογώ[πλιατσικολογῶ] πλια-τσι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλιατσικολογ-είς... | πλιατσικολόγ-ησε} (προφ.): κάνω πλιάτσικο. Πβ. κουρσεύω, λαφυραγωγώ, λεηλατώ. Βλ. -λογώ.
40990πλιγούριπλι-γού-ρι ουσ. (ουδ.) & μπλιγούρι: ΜΑΓΕΙΡ. χοντροαλεσμένο σιτάρι και συνεκδ. κάθε φαγητό που μαγειρεύεται με αυτό: σαλάτα με ~ (βλ. ταμπουλέ). ~ πιλάφι. Βλ. χόντρος. [< τουρκ. bulgur]
40991πλίθαβλ. πλίνθος
40992πλιθάριπλι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλίνθος. [< μτγν. πλιθάριον]
40993πλιθίπλι-θί ουσ. (ουδ.) {πλιθιά} (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. υλικό σε σχήμα τούβλου, που κατασκευάζεται κυρ. από αργιλούχο λάσπη και άχυρα. ΣΥΝ. πλίνθος (2) [< αρχ. πλινθίον]
40994πλίθοςβλ. πλίνθος
40995πλίνθινος, η, ο πλίν-θι-νος επίθ. (λόγ.) & (σπάν.) πλίθινος (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.): που έχει κατασκευαστεί με πλίνθους: ~η: ανωδομή/επιγραφή. ~ο: σπίτι. ΣΥΝ. πλινθόκτιστος [< αρχ. πλίνθινος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.