| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 40976 | πλησιέστατος | , η, ο πλη-σι-έ-στα-τος επίθ.: πάρα πολύ κοντινός. Πβ. εγγύτατος. ● επίρρ.: πλησιέστατα [< μεσν. πλησιέστατος] | |
| 40977 | πλησιέστερος | , η, ο πλη-σι-έ-στε-ρος επίθ.: κοντινότερος, πιο κοντινός: ~ος: σταθμός. ~η: παραλία/πόλη. ~ο: κατάστημα/σημείο.|| (μτφ.) ~ος: συγγενής (πβ. στενός). Πβ. εγγύτερος. Βλ. γειτονικός. ● επίρρ.: πλησιέστερα [< μτγν. πλησιέστερος, γαλλ. le plus proche] | |
| 40978 | πλησίον | πλη-σί-ον επίρρ. {πλησιέστ-ερα, -ατα} (λόγ.) 1. (+ γεν.) σε κοντινή απόσταση: Βρίσκεται ~ του χωριού. Πβ. δίπλα. 2. (ως ουσ.) συνάνθρωπος: αγάπη και προσφορά στον ~ (= αλτρουισμός). Συμπάθεια προςε τον ~. Βοηθά τον ~ του. Πβ. διπλανός. ● ΦΡ.: εκ του πλησίον: από κοντά. ΣΥΝ. εκ του σύνεγγυς [< αρχ. πλησίον] | |
| 40979 | πλησιόχωρος | , η, ο πλη-σι-ό-χω-ρος επίθ. (λόγ.): κοντινός. Πβ. γειτονικός, όμορος. [< αρχ. πλησιόχωρος] | |
| 40980 | πλησίστιος | , ος/α, ο πλη-σί-στι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (για ιστιοφόρο) που έχει όλα τα πανιά ανεβασμένα. ΑΝΤ. ξυλάρμενος 2. (μτφ.) που κινείται με ορμή, ακάθεκτος προς κάπου. [< 1: αρχ. πλησίστιος] | |
| 40981 | πλησμονή | πλη-σμο-νή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μεγάλη ποσότητα. Πβ. αφθονία, περίσσεια, πλήθος, πληθώρα. ΑΝΤ. έλλειψη. 2. (μτφ.) αίσθημα πληρότητας και χορτασμού. Πβ. κορεσμός. [< αρχ. πλησμονή] | |
| 40982 | πλήττω1 | πλήτ-τω ρ. (αμτβ.) {έπλη-ξα}: νιώθω πλήξη, βαριέμαι: ~ αφάνταστα/θανάσιμα. Με κάνει και ~. [< αρχ. πλήττω] | |
| 40983 | πλήττω2 | πλήτ-τω ρ. (μτβ.) {έπλη-ξε, πλήξ-ει, πλήττ-εται, (αόρ.) επλήγ-η, -ησαν, μτχ. πληγ-είς, -είσα, -έν, πλήττ-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. (μτφ.) βλάπτω: Η οικονομία επλήγη. ~εται ο ανταγωνισμός. Οι ~όμενες επιχειρήσεις/περιοχές. Χώρες που ~ονται από ασθένειες/πολέμους. Πβ. ζημιώνω, θίγω, καταστρέφω, προσβάλλω.|| (σπάν.) Η συμπεριφορά του ~ξε (= τραυμάτισε) τον εγωισμό της. 2. καταφέρω πλήγμα, χτυπώ: Η σφαίρα τον ~ξε στον θώρακα. ● βλ. πληγείς [< αρχ. πλήττω] | |
| 40984 | πλια | βλ. πια | |
| 40985 | πλιάν | πλι-άν επίθ. {άκλ.}: (για έπιπλο) πτυσσόμενο: ~ καρέκλες (= σπαστές). [< γαλλ. pliant] | |
| 40986 | πλιάτσικο | πλιά-τσι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. λεηλασία και γενικότ. κλοπή: ~ των περιουσιών. ~ σε μαγαζιά. Κάνω ~. Πβ. αρπαγή, λαφυραγώγηση. 2. λάφυρο, λεία. [< αλβ. plaçkë] | |
| 40987 | πλιατσικολόγημα | πλια-τσι-κο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): λεηλασία, αρπαγή. Πβ. πλιάτσικο. | |
| 40988 | πλιατσικολόγος | πλια-τσι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που κάνει πλιάτσικο. Πβ. άρπαγας, λαφυραγωγός, λεηλάτης. Βλ. -λόγος. | |
| 40989 | πλιατσικολογώ | [πλιατσικολογῶ] πλια-τσι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλιατσικολογ-είς... | πλιατσικολόγ-ησε} (προφ.): κάνω πλιάτσικο. Πβ. κουρσεύω, λαφυραγωγώ, λεηλατώ. Βλ. -λογώ. | |
| 40990 | πλιγούρι | πλι-γού-ρι ουσ. (ουδ.) & μπλιγούρι: ΜΑΓΕΙΡ. χοντροαλεσμένο σιτάρι και συνεκδ. κάθε φαγητό που μαγειρεύεται με αυτό: σαλάτα με ~ (βλ. ταμπουλέ). ~ πιλάφι. Βλ. χόντρος. [< τουρκ. bulgur] | |
| 40991 | πλίθα | βλ. πλίνθος | |
| 40992 | πλιθάρι | πλι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλίνθος. [< μτγν. πλιθάριον] | |
| 40993 | πλιθί | πλι-θί ουσ. (ουδ.) {πλιθιά} (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. υλικό σε σχήμα τούβλου, που κατασκευάζεται κυρ. από αργιλούχο λάσπη και άχυρα. ΣΥΝ. πλίνθος (2) [< αρχ. πλινθίον] | |
| 40994 | πλίθος | βλ. πλίνθος | |
| 40995 | πλίνθινος | , η, ο πλίν-θι-νος επίθ. (λόγ.) & (σπάν.) πλίθινος (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.): που έχει κατασκευαστεί με πλίνθους: ~η: ανωδομή/επιγραφή. ~ο: σπίτι. ΣΥΝ. πλινθόκτιστος [< αρχ. πλίνθινος] | |