| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 40984 | πλια | βλ. πια | |
| 40985 | πλιάν | πλι-άν επίθ. {άκλ.}: (για έπιπλο) πτυσσόμενο: ~ καρέκλες (= σπαστές). [< γαλλ. pliant] | |
| 40986 | πλιάτσικο | πλιά-τσι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. λεηλασία και γενικότ. κλοπή: ~ των περιουσιών. ~ σε μαγαζιά. Κάνω ~. Πβ. αρπαγή, λαφυραγώγηση. 2. λάφυρο, λεία. [< αλβ. plaçkë] | |
| 40987 | πλιατσικολόγημα | πλια-τσι-κο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): λεηλασία, αρπαγή. Πβ. πλιάτσικο. | |
| 40988 | πλιατσικολόγος | πλια-τσι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που κάνει πλιάτσικο. Πβ. άρπαγας, λαφυραγωγός, λεηλάτης. Βλ. -λόγος. | |
| 40989 | πλιατσικολογώ | [πλιατσικολογῶ] πλια-τσι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλιατσικολογ-είς... | πλιατσικολόγ-ησε} (προφ.): κάνω πλιάτσικο. Πβ. κουρσεύω, λαφυραγωγώ, λεηλατώ. Βλ. -λογώ. | |
| 40990 | πλιγούρι | πλι-γού-ρι ουσ. (ουδ.) & μπλιγούρι: ΜΑΓΕΙΡ. χοντροαλεσμένο σιτάρι και συνεκδ. κάθε φαγητό που μαγειρεύεται με αυτό: σαλάτα με ~ (βλ. ταμπουλέ). ~ πιλάφι. Βλ. χόντρος. [< τουρκ. bulgur] | |
| 40991 | πλίθα | βλ. πλίνθος | |
| 40992 | πλιθάρι | πλι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλίνθος. [< μτγν. πλιθάριον] | |
| 40993 | πλιθί | πλι-θί ουσ. (ουδ.) {πλιθιά} (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. υλικό σε σχήμα τούβλου, που κατασκευάζεται κυρ. από αργιλούχο λάσπη και άχυρα. ΣΥΝ. πλίνθος (2) [< αρχ. πλινθίον] | |
| 40994 | πλίθος | βλ. πλίνθος | |
| 40995 | πλίνθινος | , η, ο πλίν-θι-νος επίθ. (λόγ.) & (σπάν.) πλίθινος (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.): που έχει κατασκευαστεί με πλίνθους: ~η: ανωδομή/επιγραφή. ~ο: σπίτι. ΣΥΝ. πλινθόκτιστος [< αρχ. πλίνθινος] | |
| 40996 | πλινθίο | πλιν-θί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μικροτσίπ. Πβ. τσιπ. [< αρχ. πλινθίον] | |
| 40997 | πλινθοδομή | πλιν-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κτίσμα από πλίνθους ή τούβλα· συνεκδ. το κτίσιμο με αυτά τα υλικά: δρομική/μπατική ~. Πβ. λιθοδομή. Βλ. ωμο~. | |
| 40998 | πλινθόκτιστος | , η, ο πλιν-θό-κτι-στος επίθ. (λόγ.) (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.): πλίνθινος: ~ος: ξενώνας. ~η: καλύβα. ~ο: κτίριο. [< μεσν. πλινθόκτιστος] | |
| 40999 | πλινθοπερίκλειστος | , η, ο πλιν-θο-πε-ρί-κλει-στος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (στα βυζαντινά χρόνια) περιτειχισμένος με πλίνθους: ~η: τοιχοποιία. | |
| 41000 | πλινθοποιείο | [πλινθοποιεῖο] πλιν-θο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-κυρ. παλαιότ.): εργαστήριο κατασκευής πλίνθων. Πβ. πλινθοποιία. Βλ. -ποιείο. | |
| 41001 | πλινθοποιία | πλιν-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική μονάδα παραγωγής πλίνθων. Πβ. πλινθοποιείο. Βλ. κεραμοποιία, -ποιία. [< μτγν. πλινθοποιία] | |
| 41002 | πλινθοποιός | πλιν-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατασκευάζει πλίνθους. Βλ. -ποιός. [< μτγν. πλινθοποιός] | |
| 41003 | πλίνθος | πλίν-θος ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πλίθος (ο) & πλίθα (η) ΟΙΚΟΔ. 1. υλικό από άργιλο ψημένη σε καμίνι ή πηλό αποξηραμένο στον ήλιο, που κατασκευάζεται σε καλούπια με σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου. Βλ. οπτό-, ωμό-πλινθος, τούβλο. 2. πλιθί. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως [< αρχ. πλίνθος] | |