| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3204 | άναμμα | [ἄναμμα] ά-ναμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. μετάδοση φωτιάς: ~ του κεριού/της σόμπας/της Ολυμπιακής Φλόγας (= αφή). Βλ. προσ~. ΑΝΤ. σβήσιμο 2. ενεργοποίηση συσκευής ή μηχανισμού: αυτόματο ~. ~ του καλοριφέρ/της τηλεόρασης/του φούρνου. ΑΝΤ. σβήσιμο 3. (μτφ.) υπερθέρμανση: ~ της μηχανής του αυτοκινήτου. 4. (μτφ.) φούντωμα, ξάναμμα: ~ του καβγά. ~ του προσώπου της (= αναψοκοκκίνισμα· πβ. ερεθισμός, έξαψη). [< μτγν. ἄναμμα] | |
| 3205 | αναμμένος | , η, ο [ἀναμμένος] α-ναμ-μέ-νος επίθ. 1. που του έχουν βάλει ή μεταδώσει φωτιά, τον έχουν πυρακτώσει: ~ο: καντήλι/τζάκι. ~α: ξύλα.|| (μτφ.) Κρατούν ~η (= ζωντανή) τη σπίθα της ελπίδας. ΑΝΤ. σβησμένος, σβηστός (1) 2. που βρίσκεται σε λειτουργία: ~ος: κινητήρας. ~η: οθόνη/συσκευή. ~ο: κομπιούτερ/φλας. ~α: αλάρμ. Άφησε/ξέχασε τον θερμοσίφωνα/το μάτι (της κουζίνας)/τον φούρνο/το φως ~ο. Πβ. ενεργοποιημένος. ΑΝΤ. κλειστός (3) 3. (μτφ.) φουντωμένος, ξαναμμένος: Γύρισε ~ (= εκνευρισμένος, εξοργισμένος, εξαγριωμένος). ● ΣΥΜΠΛ.: σπίρτο μοναχό/αναμμένο βλ. σπίρτο ● ΦΡ.: κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα βλ. κάρβουνο ● βλ. ανάβω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ανάβω] | |
| 3207 | αναμνηστικός | , ή, ό [ἀναμνηστικός] α-να-μνη-στι-κός επίθ.: που διατηρεί ή συμβάλλει να διατηρηθεί στη μνήμη ένα γεγονός, μια εμπειρία, μια εικόνα: ~ός: τόμος. ~ή: έκδοση/πλακέτα/φωτογραφία. ~ό: βραβείο/γραμματόσημο (: που εκδίδεται σε ανάμνηση γεγονότος ή προσώπου)/δώρο/έπαθλο/λεύκωμα/μετάλλιο/μνημείο. ~ά: κέρματα/νομίσματα (: ονομαστικής αξίας που φέρουν σχετικές παραστάσεις και συνήθ. δεν προορίζονται για κυκλοφορία).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: δόση εμβολίου (: επαναληπτική). ● Ουσ.: αναμνηστικό (το) 1. αντικείμενο που διατηρεί στη μνήμη μια ευχάριστη συνήθ. εμπειρία ή γεγονός: ~ συμμετοχής. Αντάλλαξαν ~ά (ενν. δώρα). ΣΥΝ. ανάμνηση (2), ενθύμημα (1), ενθύμιο, σουβενίρ 2. ΙΑΤΡ. ιστορικό. [< 1: γαλλ. souvenir 2: γαλλ. anamnèse , 1908] [< αρχ. ἀναμνηστικός, γαλλ. commémoratif, remémoratif, πβ. anamnestique] | |
| 3208 | αναμόλυνση | [ἀναμόλυνση] α-να-μό-λυν-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νέα μόλυνση από τον ίδιο ή διαφορετικό παθογόνο παράγοντα. Πβ. επιμόλυνση. [< γαλλ. réinfection] | |
| 3209 | αναμονή | [ἀναμονή] α-να-μο-νή ουσ. (θηλ.) 1. χρονικό διάστημα που περνά κάποιος περιμένοντας κάτι: ατελείωτη/εκνευριστική/μακρά/μάταιη/πολύωρη ~. ~ μέχρι το μεσημέρι. Ουρά/χρόνος ~ής. Μας κούρασε η ~. Μεγάλες ~ές για την έναρξη της ιατρικής ειδικότητας. 2. τηλεφωνική υπηρεσία κατά την οποία γίνεται κράτηση κλήσης, όταν η γραμμή είναι κατειλημμένη: Η κλήση σας είναι σε ~.|| (μτφ.) Με έχει στην ~ (= στο περίμενε)! 3. προσδοκία: ~ές και ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Πβ. προσμονή. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (επιστ.) υποδομή για επικείμενη εγκατάσταση: (ΑΡΧΙΤ.) ~ές θεμελίων/οπλισμών/υποστυλωμάτων (= μεταλλικές ράβδοι).|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ές για ηλεκτρικές συσκευές. Τοποθέτηση ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: αίθουσα αναμονής & χώρος αναμονής: δωμάτιο, χώρος με καθίσματα όπου περιμένει κάποιος συνήθ. τη σειρά του μέχρι να εξυπηρετηθεί: ~ ~ αεροδρομίου/σιδηροδρομικού σταθμού. ~ ~ επιβατών. Πβ. αναχωρήσεις.|| ~ ~ ιατρείου/νοσοκομείου. Βλ. λόμπι, ρεσεψιόν. [< αγγλ. waiting room] , λίστα αναμονής: κατάλογος προσώπων που περιμένουν με σειρά προτεραιότητας να εξασφαλίσουν θέση, συνήθ. σε αεροπορικές πτήσεις, πλοία και νοσοκομεία: Βρίσκομαι/γράφομαι/μπαίνω σε ~ ~. Σε ~ ~ για τη λήψη μοσχεύματος. [< αγγλ. waiting list] , αναμονή κλήσης βλ. κλήση ● ΦΡ.: εν/σε αναμονή (συνήθ. + γεν.): περιμένοντας να συμβεί κάτι: ~ ~ των εξελίξεων! Βρισκόμαστε/είμαστε ~ ~ των αποτελεσμάτων/για τα αποτελέσματα.|| Κρατώ κάποιον σε ~., τηρώ/κρατώ στάση αναμονής: περιμένω να δω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, προκειμένου να δράσω αναλόγως: Τηρεί ~ ~ μέχρι να βγει η δικαστική απόφαση. Κρατά ~ ~ όσον αφορά τα νέα μέτρα. [< μτγν. ἀναμονή, γαλλ. attente] | |
| 3210 | αναμορφώνω | [ἀναμορφώνω] α-να-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {αναμόρφω-σε, -θηκε, -μένος, αναμορφών-οντας} 1. δίνω σε κάτι καινούργια μορφή μέσα από αλλαγές και βελτιώσεις: Νεοκλασικά/πλατείες που ~θηκαν. Πβ. ανα-καινίζω, -πλάθω.|| (μτφ.) ~εται η νομοθεσία/το πρόγραμμα σπουδών. ~μένη: έκδοση (= αναθεωρημένη). Πβ. αναδιαρθρώνω, αναδιοργανώνω, ανασχηματίζω, μεταρρυθμίζω. 2. διορθώνω παραβατική συμπεριφορά, σωφρονίζω: Νόμοι που στοχεύουν να ~σουν και όχι να τιμωρήσουν. ΣΥΝ. συμμορφώνω (2) [< μτγν. ἀναμορφῶ, γαλλ. réformer] | |
| 49523 | αναμορφωση | σω-φρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σωφρονίζω: ποινικός ~ (: εγκλεισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα). ~ ανηλίκων. ~ και επανένταξη του παραβάτη. Πβ. αναμόρφωση, παραδειγματισμός, συμμόρφωση, συνέτιση, φρονηματισμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σωφρονισμός] | |
| 3211 | αναμόρφωση | [ἀναμόρφωση] α-να-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. δημιουργία νέας μορφής, με αλλαγή και βελτίωση της παλιάς: ~ του πάρκου/χώρου. Πβ. ανακαίνιση, ανάπλαση.|| (μτφ.) Κοινωνική/πολιτική/ριζική ~. ~ του θεσμικού πλαισίου/προγράμματος σπουδών. Πβ. ανα-διαμόρφωση, -διάρθρωση, -διοργάνωση, -σχηματισμός, μεταρρύθμιση. 2. σωφρονισμός. Πβ. συμμόρφωση. 3. ΟΠΤ. παραμορφωμένη εικόνα που φαίνεται κανονική όταν εξεταστεί υπό ειδική οπτική γωνία, συνήθ. υπερβολικά πλάγια, ή με κατάλληλο οπτικό σύστημα, κυρ. κυρτό κάτοπτρο. [< 1,2: μτγν. ἀναμόρφωσις, γαλλ. réforme, réformation 3: γαλλ. anamorphose, αγγλ. anamorphosis] | |
| 3212 | αναμορφωτήριο | [ἀναμορφωτήριο] α-να-μορ-φω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): σωφρονιστικό ίδρυμα για ανηλίκους που έχουν διαπράξει αξιόποινη πράξη: τρόφιμος ~ίου. Τον έκλεισαν/έστειλαν στο ~. Πβ. σωφρονιστήριο. Βλ. φυλακή, -τήριο. ΣΥΝ. Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων [< γαλλ. maison de redressement] | |
| 3213 | αναμορφωτής | [ἀναμορφωτής] α-να-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που με το έργο του αναμορφώνει θεσμούς, συστήματα και γενικότ. κοινωνικές δομές: θρησκευτικός/πολιτικός ~. ~ της εκπαίδευσης. Πβ. μεταρρυθμιστής. [< μτγν. ἀναμορφωτής, γαλλ. réformateur] | |
| 3214 | αναμορφωτικός | , ή, ό [ἀναμορφωτικός] α-να-μορ-φω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που συντελεί στην αναμόρφωση: ~ή: δύναμη. ~ό: έργο (ΣΥΝ. μεταρρυθμιστικό).|| ~ό: κατάστημα (= αναμορφωτήριο). ● ΣΥΜΠΛ.: αναμορφωτικός φακός: ΟΠΤ. που συμπιέζει ή αναπτύσσει την εικόνα στην κινηματογραφική κάμερα κατά την οριζόντια διεύθυνση, ώστε να χωράει στο πλάτος του φιλμ. [< αγγλ. anamorphic lens, 1954] [< γαλλ. réformateur , (établissement ) pénitentiaire /(maison) de correction] | |
| 3215 | αναμόχλευση | [ἀναμόχλευση] α-να-μό-χλευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναμοχλεύω: (μτφ.) ~ των παθών και των προκαταλήψεων/των προβλημάτων/της υπόθεσης. Πβ. ανα-ζωπύρωση, -θέρμανση, -κίνηση, υποδαύλιση.|| (σπάν. κυριολ.) ~ του εδάφους (π.χ. με γεωργικό μηχάνημα, τσουγκράνα, φρέζα). [< μτγν. ἀναμόχλευσις] | |
| 3216 | αναμοχλεύω | [ἀναμοχλεύω] α-να-μο-χλεύ-ω ρ. (μτβ.) {αναμόχλευ-σα, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος, -οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) επαναφέρω στην επιφάνεια, στο προσκήνιο κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, που είχε ατονήσει ή ξεχαστεί, ανακινώ: ~ονται γεγονότα του παρελθόντος/παλιές έριδες και μίση. Μην ~εις ζητήματα που έχουν κλείσει οριστικά. Πβ. αναζωπυρώνω, ανασκαλεύω, ξεσκαλίζω, υποδαυλίζω. 2. (σπάν. κυριολ.) ανακατεύω: ~εται το χώμα (: με αγροτικό μηχάνημα). [< αρχ. ἀναμοχλεύω] | |
| 3217 | αναμπέλωση | [ἀναμπέλωση] α-να-μπέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. αναδιάρθρωση αμπελώνα που έχει καταστραφεί από πυρκαγιά ή έντονα καιρικά φαινόμενα ή έχει προσβληθεί από φυλλοξήρα, με κατάργηση μιας ποικιλίας σταφυλιού και αναδημιουργία της ίδιας ή άλλης: ~ κτήματος. Πβ. ανα-βλάστηση, -σύσταση, -φύτευση, εκρίζωση. | |
| 3218 | αναμπουμπούλα | [ἀναμπουμπούλα] α-να-μπου-μπού-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αναταραχή, φασαρία: Επικρατεί ~. Μέσα/πάνω στην ~, χάσαμε τα πράγματά μας. ΣΥΝ. ανακατωσούρα (1), πανικός (2), χαμός (1) ● ΦΡ.: ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται & στην αντάρα/ανεμοζάλη χαίρεται (παροιμ.): για κάποιον που προσπαθεί να επωφεληθεί, όταν επικρατεί γενική αναστάτωση και σύγχυση. [< βεν. ala babula] | |
| 3219 | αναμφίβολος | , η, ο [ἀναμφίβολος] α-ναμ-φί-βο-λος επίθ.: που δεν υπάρχουν ενδοιασμοί γι' αυτόν· αναμφισβήτητος, βέβαιος: έργο ~ης καλλιτεχνικής αξίας/ποιότητας. Πβ. αδιαμφισβήτητος, αδιαφιλονίκητος, αναντίλεκτος, αναντίρρητος. ΑΝΤ. αμφίβολος ● επίρρ.: αναμφίβολα & (λόγ.) -όλως [< μτγν. ἀναμφίβολος] | |
| 3220 | αναμφίλεκτος | , η, ο [ἀναμφίλεκτος] α-ναμ-φί-λε-κτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αναμφίβολος, αναμφισβήτητος. ● επίρρ.: αναμφίλεκτα [< μτγν. ἀναμφίλεκτος] | |
| 3221 | αναμφισβήτητος | , η, ο [ἀναμφισβήτητος] α-ναμ-φι-σβή-τη-τος επίθ.: που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, βέβαιος, σίγουρος: ~η: αλήθεια/αξία/απόδειξη/επιτυχία/ικανότητα/υπεροχή. ~ο: κύρος/ταλέντο. ~α: στοιχεία. Είναι ~ο (γεγονός) ότι ... Πβ. πανθομολογούμενος.|| ~ος: κυρίαρχος (σε κάποιον τομέα). Πβ. αδιαφιλονίκητος, αναντίλεκτος, αναντίρρητος. ΣΥΝ. αδιαμφισβήτητος, αναμφίβολος ΑΝΤ. αμφισβητήσιμος, αμφισβητούμενος ● επίρρ.: αναμφισβήτητα & (λόγ.) -ήτως [< αρχ. ἀναμφισβήτητος] | |
| 3222 | ανανάς | [ἀνανάς] α-να-νάς ουσ. (αρσ.) {ανανάδες}: ΒΟΤ. ποώδες τροπικό φυτό (επιστ. ονομασ. Ananassa sativa) με μεγάλα ξιφοειδή φύλλα που σχηματίζουν ρόδακα και ιδ. ο εδώδιμος καρπός του με χυμώδη, αρωματική, κίτρινη σάρκα, σκληρή αγκαθωτή κίτρινη-καφέ φλούδα και θύσανο από ακανθώδη φύλλα στην κορυφή του: ~ κονσέρβα. Τούρτα/χυμός ~ά. Βλ. τροπικά φρούτα. [< γαλλ. ananas] | |
| 3223 | ανανδρία | [ἀνανδρία] α-ναν-δρί-α ουσ. (θηλ.): δειλία, λιποψυχία. ΑΝΤ. ανδρεία, αντρειοσύνη, γενναιότητα [< αρχ. ἀνανδρία – παλαιότ. ορθογρ. ανανδρεία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ