Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41580-41600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41004πλισάρωπλι-σά-ρω ρ. (μτβ.): (κυρ. για ύφασμα) δημιουργώ πτυχές, κάνω πλισέ. Πβ. πτυχώνω. [< γαλλ. plisser]
41005πλισέπλι-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) πλισές (ο) 1. τρόπος ραψίματος υφασμάτων που σχηματίζει πτυχές· συνεκδ. το αντίστοιχο ύφασμα: (ως επίθ.) ~ φόρεμα (πβ. πτυχωτός). Βλ. ντραπέ, πιέτα. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει πτυχώσεις. [< γαλλ. plissé]
41007πλοήγησηπλο-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) διαδικασία κατεύθυνσης σκάφους, συνήθ. πλοίου, ή οχήματος από ειδικά εκπαιδευμένο άτομο: όργανα ~ης. Πβ. οδήγηση, πιλοτάρισμα. Βλ. ναυσιπλοΐα. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. περιήγηση στον παγκόσμιο ιστό, σε λογισμικό ηλεκτρονικού υπολογιστή ή στις λειτουργίες κινητού τηλεφώνου: ~ στο διαδίκτυο (πβ. σερφάρισμα)/μενού/πρόγραμμα. Πλήκτρο ~ης. Βλ. ραδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορική πλοήγηση: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που επιτρέπει τον εντοπισμό της θέσης αντικειμένου, με τη χρήση δορυφόρων· συνεκδ. η παρεχόμενη υπηρεσία: συσκευή ~ής ~ης. Πβ. τζι πι ες. [< αγγλ. satellite navigation, 1967] [< 1: γαλλ. navigation]
41008πλοηγίαπλο-η-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ναυσιπλοΐα που πραγματοποιείται σε στενούς χώρους, όπως λιμάνια και διώρυγες. [< αγγλ. pilotage]
41009πλοηγίδαπλο-η-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. πιλοτίνα. Βλ. φορτηγίδα.
41010πλοηγικός, ή, ό πλο-η-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλοήγηση ή τον πλοηγό: ~ός: σταθμός/χάρτης. ~ή: υπηρεσία. ~ά: τέλη.
41011πλοηγόςπλο-η-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΝΑΥΤ. ναυτικός με άριστη γνώση της θαλάσσιας περιοχής στην οποία αναλαμβάνει την πλοήγηση πλοίου· συνεκδ. βοηθητικό βιβλίο που περιλαμβάνει χάρτες και πληροφορίες σχετικά με ακτές και λιμάνια. Πβ. κυβερνήτης, πιλότος.|| Πβ. πορτολάνος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εντοπισμού θέσης και κατεύθυνσης, με τη χρήση δορυφόρων: φορητός ~. ~ αυτοκινήτου (πβ. τζι πι ες). 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. λογισμικό που επιτρέπει την πλοήγηση στον παγκόσμιο ιστό. ΣΥΝ. φυλλομετρητής ιστοσελίδων [< 1: γαλλ. pilote 2: αγγλ. navigator 3: αγγλ. (web) browser, 1993]
41012πλοηγώ[πλοηγῶ] πλο-η-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλοηγ-εί, -ώντας | πλοήγ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. μεσοπαθ.) περιηγούμαι στον παγκόσμιο ιστό, στα περιεχόμενα προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή στις λειτουργίες κινητού τηλεφώνου. 2. κατευθύνω με ασφάλεια σκάφος σε περιοχές πιθανού κινδύνου (π.χ. λιμάνια, διώρυγες). Πβ. κυβερνώ, πιλοτάρω. Βλ. διευθύνω, μανουβράρω. 3. (κατ' επέκτ.) καθοδηγώ: Βιβλίο που ~εί τους αναγνώστες. [< 1,3: αγγλ. navigate]
41014πλοιάριοπλοι-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πλοιαρίου (σπανιότ.) πλοιάριου} (λόγ.): μικρού μεγέθους σκάφος: αλιευτικό/πυροσβεστικό ~. ~ αναψυχής. Το ~ της γραμμής. Πβ. άκατος. [< αρχ. πλοιάριον ‘βάρκα’]
41015πλοιαρχίαπλοι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. το αξίωμα του πλοιάρχου και συνεκδ. η άσκηση των καθηκόντων του. Βλ. -αρχία.
41016πλοίαρχοςπλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. κυβερνήτης πλοίου: ο ~ του κρουαζιερόπλοιου. Πβ. καπετάνιος. Βλ. -αρχος. 2. ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού-Εμπορικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον αντιπλοίαρχο και κατώτερος από τον αρχιπλοίαρχο κατά έναν βαθμό. Βλ. ανθυπο~, αρχι~. [< 1: μεσν. πλοίαρχος]
41017πλόιμος, η, ο πλό-ι-μος επίθ. (επίσ.): κατάλληλος για πλεύση ή πτήση. Πβ. πλεύσιμος. [< αρχ. πλόιμος, πλώιμος]
41018πλοϊμότηταπλο-ϊ-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του πλόιμου: πιστοποιητικό ~ας. Πβ. πλευσιμότητα. Βλ. αερο~, -ότητα. [< γαλλ. navigabilité]
41019πλοίο[πλοῖο] πλοί-ο ουσ. (ουδ.): μεγάλο πλωτό σκάφος για μεταφορά ατόμων και εμπορευμάτων: εμπορικό/επιβατικό/μεταγωγικό/πετρελαιοφόρο (βλ. τάνκερ)/πολεμικό/φορτηγό ~. Νεόκτιστα/τουριστικά ~α. ~α αναψυχής. Το ~ της γραμμής (: που εκτελεί συγκεκριμένο δρομολόγιο). ~ με πανιά (βλ. ιστιοφόρο). ~-ψυγείο. Βύθιση/ημερολόγιο/κύτος/ναυπήγηση/πλήρωμα/προσάραξη/υπηρεσίες ~ου. Ταξίδι με ~. Τα ~α έριξαν άγκυρα λόγω θυελλωδών ανέμων. Το ~ αποπλέει/σαλπάρει από το λιμάνι … Το ~ έπλεε με ταχύτητα 20 (ναυτικών) κόμβων/μιλίων. Πβ. ναυς. ΣΥΝ. καράβι. Βλ. αερό-, ατμό-, δεξαμενό-, διαστημό-, ημερό-, κρουαζιερό-, ποταμό-, φαρό-πλοιο, παγοθραυστικό, πλοιάριο. ● Υποκ.: πλοιαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πλοίο της ερήμου (μτφ.): η καμήλα., καλωδιακό πλοίο βλ. καλωδιακός [< αρχ. πλοῖον]
41020πλοιοκτησίαπλοι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατοχή ενός ή περισσότερων σκαφών. Βλ. εφοπλισμός, συμ~.
41021πλοιοκτήτηςπλοι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ.) {πλοιοκτητών} , πλοιοκτήτρια (η) (λόγ.): ιδιοκτήτης πλοίου, εφοπλιστής. Βλ. καραβοκύρης, συμ~.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία.
41022πλοιοκτητικός, ή, ό πλοι-ο-κτη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πλοιοκτήτες: ~ή: εταιρεία (= πλοιοκτήτρια).
41023πλοκάμιπλο-κά-μι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. μακρύς και ευλύγιστος βραχίονας (συνήθ. με βεντούζες) σε θαλάσσια μαλάκια, κυρ. κεφαλόποδα, που χρησιμεύει στη μετακίνησή τους και στη λήψη τροφής: τα ~ια του καλαμαριού/χταποδιού.πλοκάμια (τα) (μτφ.): οργανωμένο σύστημα ή μηχανισμός που λειτουργεί ως παγίδα: τα ~ της γραφειοκρατίας/μαφίας. ● ΦΡ.: πέφτω/πιάνομαι/μπλέκω/μπερδεύομαι στα δίχτυα/στα πλοκάμια κάποιου βλ. δίχτυ
41024πλόκαμοςπλό-κα-μος ουσ. (αρσ.) {πλοκάμου} (λόγ.) 1. πλοκάμι. 2. πλεξούδα μαλλιών. Πβ. κοτσίδα. Βλ. βόστρυχος. 3. ΑΡΧΙΤ. διάκοσμος με μορφή πλέγματος. [< αρχ. πλόκαμος]
41025πλοκήπλο-κή ουσ. (θηλ.) 1. οργάνωση της δράσης ενός λογοτεχνικού, θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου, συμπλοκή χαρακτήρων και δρώμενων και διάρθρωση των μεταξύ τους σχέσεων: αφηγηματική ~. Μυθιστόρημα με αστυνομική/γραμμική (: με αρχή, μέση και τέλος)/δραματική/ενδιαφέρουσα/ευρηματική/καταιγιστική/πλούσια/σύνθετη/χαλαρή ~. Η ~ ενός διηγήματος/μιας ιστορίας/μιας όπερας. Η εξέλιξη της ~ής (βλ. σασπένς). Η ~ αναπτύσσεται/εκτυλίσσεται ... Βλ. μύθος, στόρι.|| Βιβλίο με/χωρίς ~ (= υπόθεση). 2. (σπάν.) πλέξιμο· (μτφ.) διαπλοκή, συνδυασμός. Βλ. (αντι/απ)εμ~, επι~, περι~, στιχο~. [< αρχ. πλοκή]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.