Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41580-41600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
40996πλινθίοπλιν-θί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μικροτσίπ. Πβ. τσιπ. [< αρχ. πλινθίον]
40997πλινθοδομήπλιν-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κτίσμα από πλίνθους ή τούβλα· συνεκδ. το κτίσιμο με αυτά τα υλικά: δρομική/μπατική ~. Πβ. λιθοδομή. Βλ. ωμο~.
40998πλινθόκτιστος, η, ο πλιν-θό-κτι-στος επίθ. (λόγ.) (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.): πλίνθινος: ~ος: ξενώνας. ~η: καλύβα. ~ο: κτίριο. [< μεσν. πλινθόκτιστος]
40999πλινθοπερίκλειστος, η, ο πλιν-θο-πε-ρί-κλει-στος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (στα βυζαντινά χρόνια) περιτειχισμένος με πλίνθους: ~η: τοιχοποιία.
41000πλινθοποιείο[πλινθοποιεῖο] πλιν-θο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-κυρ. παλαιότ.): εργαστήριο κατασκευής πλίνθων. Πβ. πλινθοποιία. Βλ. -ποιείο.
41001πλινθοποιίαπλιν-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική μονάδα παραγωγής πλίνθων. Πβ. πλινθοποιείο. Βλ. κεραμοποιία, -ποιία. [< μτγν. πλινθοποιία]
41002πλινθοποιόςπλιν-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που κατασκευάζει πλίνθους. Βλ. -ποιός. [< μτγν. πλινθοποιός]
41003πλίνθοςπλίν-θος ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) πλίθος (ο) & πλίθα (η) ΟΙΚΟΔ. 1. υλικό από άργιλο ψημένη σε καμίνι ή πηλό αποξηραμένο στον ήλιο, που κατασκευάζεται σε καλούπια με σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου. Βλ. οπτό-, ωμό-πλινθος, τούβλο. 2. πλιθί. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως [< αρχ. πλίνθος]
41004πλισάρωπλι-σά-ρω ρ. (μτβ.): (κυρ. για ύφασμα) δημιουργώ πτυχές, κάνω πλισέ. Πβ. πτυχώνω. [< γαλλ. plisser]
41005πλισέπλι-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) πλισές (ο) 1. τρόπος ραψίματος υφασμάτων που σχηματίζει πτυχές· συνεκδ. το αντίστοιχο ύφασμα: (ως επίθ.) ~ φόρεμα (πβ. πτυχωτός). Βλ. ντραπέ, πιέτα. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει πτυχώσεις. [< γαλλ. plissé]
41007πλοήγησηπλο-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) διαδικασία κατεύθυνσης σκάφους, συνήθ. πλοίου, ή οχήματος από ειδικά εκπαιδευμένο άτομο: όργανα ~ης. Πβ. οδήγηση, πιλοτάρισμα. Βλ. ναυσιπλοΐα. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. περιήγηση στον παγκόσμιο ιστό, σε λογισμικό ηλεκτρονικού υπολογιστή ή στις λειτουργίες κινητού τηλεφώνου: ~ στο διαδίκτυο (πβ. σερφάρισμα)/μενού/πρόγραμμα. Πλήκτρο ~ης. Βλ. ραδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορική πλοήγηση: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που επιτρέπει τον εντοπισμό της θέσης αντικειμένου, με τη χρήση δορυφόρων· συνεκδ. η παρεχόμενη υπηρεσία: συσκευή ~ής ~ης. Πβ. τζι πι ες. [< αγγλ. satellite navigation, 1967] [< 1: γαλλ. navigation]
41008πλοηγίαπλο-η-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ναυσιπλοΐα που πραγματοποιείται σε στενούς χώρους, όπως λιμάνια και διώρυγες. [< αγγλ. pilotage]
41009πλοηγίδαπλο-η-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. πιλοτίνα. Βλ. φορτηγίδα.
41010πλοηγικός, ή, ό πλο-η-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πλοήγηση ή τον πλοηγό: ~ός: σταθμός/χάρτης. ~ή: υπηρεσία. ~ά: τέλη.
41011πλοηγόςπλο-η-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΝΑΥΤ. ναυτικός με άριστη γνώση της θαλάσσιας περιοχής στην οποία αναλαμβάνει την πλοήγηση πλοίου· συνεκδ. βοηθητικό βιβλίο που περιλαμβάνει χάρτες και πληροφορίες σχετικά με ακτές και λιμάνια. Πβ. κυβερνήτης, πιλότος.|| Πβ. πορτολάνος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εντοπισμού θέσης και κατεύθυνσης, με τη χρήση δορυφόρων: φορητός ~. ~ αυτοκινήτου (πβ. τζι πι ες). 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. λογισμικό που επιτρέπει την πλοήγηση στον παγκόσμιο ιστό. ΣΥΝ. φυλλομετρητής ιστοσελίδων [< 1: γαλλ. pilote 2: αγγλ. navigator 3: αγγλ. (web) browser, 1993]
41012πλοηγώ[πλοηγῶ] πλο-η-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλοηγ-εί, -ώντας | πλοήγ-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. μεσοπαθ.) περιηγούμαι στον παγκόσμιο ιστό, στα περιεχόμενα προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή στις λειτουργίες κινητού τηλεφώνου. 2. κατευθύνω με ασφάλεια σκάφος σε περιοχές πιθανού κινδύνου (π.χ. λιμάνια, διώρυγες). Πβ. κυβερνώ, πιλοτάρω. Βλ. διευθύνω, μανουβράρω. 3. (κατ' επέκτ.) καθοδηγώ: Βιβλίο που ~εί τους αναγνώστες. [< 1,3: αγγλ. navigate]
41014πλοιάριοπλοι-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πλοιαρίου (σπανιότ.) πλοιάριου} (λόγ.): μικρού μεγέθους σκάφος: αλιευτικό/πυροσβεστικό ~. ~ αναψυχής. Το ~ της γραμμής. Πβ. άκατος. [< αρχ. πλοιάριον ‘βάρκα’]
41015πλοιαρχίαπλοι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. το αξίωμα του πλοιάρχου και συνεκδ. η άσκηση των καθηκόντων του. Βλ. -αρχία.
41016πλοίαρχοςπλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. κυβερνήτης πλοίου: ο ~ του κρουαζιερόπλοιου. Πβ. καπετάνιος. Βλ. -αρχος. 2. ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού-Εμπορικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον αντιπλοίαρχο και κατώτερος από τον αρχιπλοίαρχο κατά έναν βαθμό. Βλ. ανθυπο~, αρχι~. [< 1: μεσν. πλοίαρχος]
41017πλόιμος, η, ο πλό-ι-μος επίθ. (επίσ.): κατάλληλος για πλεύση ή πτήση. Πβ. πλεύσιμος. [< αρχ. πλόιμος, πλώιμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.