Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41600-41620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41026πλονζόνπλον-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλονζόν: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) εκτίναξη του τερματοφύλακα για απόκρουση ή μπλοκάρισμα της μπάλας: Έκανε ~. Πβ. βουτιά. [< γαλλ. plongeon]
41028πλότερπλό-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα μεγάλου μεγέθους, για εκτυπώσεις γραφικών, αρχιτεκτονικών σχεδίων ή φωτογραφικών χαρτών. Πβ. σχεδιογράφος. Βλ. εκτυπωτής, σκάνερ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ειδικό πρόγραμμα απεικόνισης χαρτών· συνεκδ. η αντίστοιχη φορητή συσκευή. Βλ. τζι πι ες. [< αγγλ. plotter]
41029πλουμέριαπλου-μέ-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος (γένος Plumeria) με λευκά-κίτρινα, ροζ ή κόκκινα άνθη, έντονο άρωμα και δηλητηριώδη χυμό· ευδοκιμεί κυρ. σε τροπικές περιοχές και αποτελεί βασικό στολίδι στις χαβανέζικες γιρλάντες. [< αγγλ. plumeria, γαλλ. ανθρ. Ch. Plumier]
41030πλουμίπλου-μί ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. πλουμιά} (λαϊκό): πλουμίδι. [< μεσν. πλουμίον < πλουμί]
41031πλουμίδιπλου-μί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κεντητό ή ζωγραφιστό σχέδιο. Πβ. κεντίδι, ξόμπλι, ποίκιλμα, στολίδι. Βλ. -ίδι, κόσμημα. ΣΥΝ. πλουμί
41032πλουμίζωπλου-μί-ζω ρ. (μτβ.) {πλουμισμένος} (λαϊκό): διακοσμώ, στολίζω. [< μεσν. πλουμίζω]
41033πλούμισμαπλού-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στολισμός, διακόσμηση. [< μεσν. πλούμισμα]
41034πλουμιστός, ή, ό πλου-μι-στός επίθ. (λαϊκό): διακοσμημένος, στολισμένος· κατ' επέκτ. πολύχρωμος: ~ή: στολή.|| ~ά: φτερά. Παγόνι με ~ή ουρά. Βλ. παρδαλός. [< μεσν. πλουμιστός]
41035πλουραλισμόςπλου-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών ομάδων ανθρώπων σε ένα κράτος ή σε μια κοινωνία· ειδικότ. ελεύθερη έκφραση ποικίλων απόψεων, θέσεων ή ιδεών: γλωσσικός/εθνικός/θρησκευτικός/κοινωνικός/πολιτικός/πολιτιστικός ~. Διασφάλιση/προστασία/προώθηση του ~ού. Πβ. πολυ-συλλεκτικότητα, -φωνία. ΑΝΤ. μονοφωνία (3) 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα αποτελείται από πολλά διαφορετικά μέρη, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή μία και μόνο ερμηνεία ή θεώρησή της. Βλ. δυϊσμός, -ισμός. ΣΥΝ. πολυαρχία (3) ΑΝΤ. μονισμός [< γαλλ. pluralisme]
41036πλουραλιστήςπλου-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): υποστηρικτής του πλουραλισμού. Βλ. δυϊστής. ΑΝΤ. μονιστής [< γαλλ. pluraliste]
41037πλουραλιστικός, ή, ό πλου-ρα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πλουραλισμό: ~ή: δημοκρατία/ενημέρωση/κοινωνία. Πβ. πολυσυλλεκτικός, πολυφωνικός.|| (ΦΙΛΟΣ.) ΑΝΤ. μονιστικός. Βλ. δυϊστικός. ● επίρρ.: πλουραλιστικά [< γαλλ. pluraliste]
41038πλους[πλοῦς] ουσ. (αρσ.) {πλου | πλό-ες, -ων} (λόγ.): πλεύση· ταξίδι κυρ. με πλοίο: διεθνής/εκπαιδευτικός ~. Οδηγίες πλου. Εκτελούν ~ες εσωτερικού. Πβ. ρότα. Βλ. ανά~, από~, διά~, είσ~, έκ~, κατά~, παρά~, περί~.|| (μτφ.) ~ διαδικτύου (= πλοήγηση). ● ΦΡ.: εν πλω: κατά τον πλου: πρώτες βοήθειες/ρεβεγιόν ~ ~. [< αρχ. πλοῦς]
41039πλουσιοκόριτσοπλου-σι-ο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.): κορίτσι που κατάγεται από εύπορη οικογένεια. ΑΝΤ. φτωχοκόριτσο
41040πλουσιόπαιδοπλου-σι-ό-παι-δο ουσ. (ουδ.): παιδί που κατάγεται από εύπορη οικογένεια. Βλ. -παιδο. ΑΝΤ. φτωχόπαιδο
41041πλουσιοπάροχος, η, ο πλου-σι-ο-πά-ρο-χος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από υλική κυρ. αφθονία: ~η: ζωή. ~ο: γεύμα. ~ες: αμοιβές (= παχυλές). Πβ. αδρός, γενναίος, δαψιλής. ΑΝΤ. πενιχρός ● επίρρ.: πλουσιοπάροχα [< μεσν. πλουσιοπάροχος]
41042πλούσιος, α, ο πλού-σι-ος επίθ. {λόγ. θηλ. -ία | πλουσιότ-ερος, -ατος} 1. που έχει μεγάλη κινητή ή/και ακίνητη περιουσία: ~ος: επιχειρηματίας (βλ. εκατομμυριούχος, κροίσος, μεγιστάνας). ~α: οικογένεια. Έγινε ~ερος κατά μερικές χιλιάδες ευρώ. Πβ. ευκατάστατος, εύπορος, φραγκάτος.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: νομός. ~ες: συνοικίες (βλ. χάι). ~ες: χώρες (= αναπτυγμένες).|| Προσβλέπει σε έναν ~ο γάμο. ΑΝΤ. φτωχός (1) 2. που διαθέτει κάτι σε μεγάλο βαθμό, ποσότητα ή ποικιλία· άφθονος: ~ος: διάκοσμος/εξοπλισμός/κατάλογος/μπουφές/ψυχικός κόσμος. ~α: γη/δραστηριότητα/παράδοση/συλλογή/χλωρίδα και πανίδα. ~ο: γεύμα/έργο/θέαμα/λεξιλόγιο/περιεχόμενο/πρόγραμμα/ρεπερτόριο. ~ες: εκδηλώσεις/ιδέες. ~α: δάση/μαλλιά (= πυκνά)/συναισθήματα.|| ~α: δωρεά/προσφορά (= γενναία, πλουσιοπάροχη).|| ~ος: ήχος. ~ο άρωμα. Γιαούρτι με ~α γεύση (= γεμάτη). 3. ακριβός, πολυτελής: ~α: επίπλωση. ~ο: σπίτι. ~α: σκηνικά. Κερδίστε ~α δώρα!|| Ζει μια ~α ζωή. Πβ. χλιδάτος. ● Ουσ.: πλούσιος (ο): το χάσμα ~ίων και φτωχών. Πβ. λεφτάς, παραλής. ● επίρρ.: πλούσια ● ΦΡ.: κάνω κάποιον πλούσιο: σε περιπτώσεις που κάποιος ξοδεύει πολλά χρήματα σε κάτι, με αποτέλεσμα να ωφελείται οικονομικά ο πωλητής ή πάροχός του: Με τόσα τηλεφωνήματα, έχεις κάνει ~ τον ΟΤΕ., πλούσιος σε ...: γεμάτος από· περιεκτικός, πολυποίκιλος: έδαφος ~ο σε οργανικές ουσίες. Περιοχές ~ες σε βλάστηση. Τροφές ~ες σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.|| Δικτυακός τόπος ~ σε θεματολογία. Σελίδες ~ες σε πληροφορίες., πλούσια τα ελέη βλ. έλεος, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν βλ. πτωχεύω [< αρχ. πλούσιος, γαλλ. riche]
41043πλουσιόσπιτοπλου-σι-ό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολυτελές σπίτι. Βλ. αρχοντικό, βίλα, έπαυλη. ΑΝΤ. φτωχόσπιτο
41044πλουταίνωπλου-ταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. πλούτυνε, πλουταίνοντας}: πλουτίζω. ● ΦΡ.: με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα (παροιμ.): ο αργόσχολος άνθρωπος δεν μπορεί να προκόψει. [< μεσν. πλουταίνω]
41045πλουτίζωπλου-τί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλούτι-σε, -σει, πλουτίζ-οντας} ΑΝΤ. φτωχαίνω 1. γίνομαι πλούσιος. Πβ. θησαυρίζω. 2. κάνω κάποιον πλούσιο· εμπλουτίζω: (μτφ.) ~ει τις γνώσεις/το λεξιλόγιό του. Πβ. αυξάνω, διευρύνω, επεκτείνω. [< αρχ. πλουτίζω]
41046πλουτισμόςπλου-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): απόκτηση υλικού ή σπανιότ. πνευματικού πλούτου: αθέμιτος (βλ. κερδοσκοπία)/γρήγορος/εύκολος/ξαφνικός/παράνομος/προσωπικός ~. ~ των λίγων. Βλ. νεο~.|| (μτφ.) ~ της γλώσσας/των γνώσεων. Πβ. αύξηση, διεύρυνση, επέκταση, εμ~. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αδικαιολόγητος πλουτισμός: ΝΟΜ. αρχή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται να γίνει κάποιος πλουσιότερος σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία για αυτό. [< μτγν. πλουτισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.