Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41600-41620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41018πλοϊμότηταπλο-ϊ-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του πλόιμου: πιστοποιητικό ~ας. Πβ. πλευσιμότητα. Βλ. αερο~, -ότητα. [< γαλλ. navigabilité]
41019πλοίο[πλοῖο] πλοί-ο ουσ. (ουδ.): μεγάλο πλωτό σκάφος για μεταφορά ατόμων και εμπορευμάτων: εμπορικό/επιβατικό/μεταγωγικό/πετρελαιοφόρο (βλ. τάνκερ)/πολεμικό/φορτηγό ~. Νεόκτιστα/τουριστικά ~α. ~α αναψυχής. Το ~ της γραμμής (: που εκτελεί συγκεκριμένο δρομολόγιο). ~ με πανιά (βλ. ιστιοφόρο). ~-ψυγείο. Βύθιση/ημερολόγιο/κύτος/ναυπήγηση/πλήρωμα/προσάραξη/υπηρεσίες ~ου. Ταξίδι με ~. Τα ~α έριξαν άγκυρα λόγω θυελλωδών ανέμων. Το ~ αποπλέει/σαλπάρει από το λιμάνι … Το ~ έπλεε με ταχύτητα 20 (ναυτικών) κόμβων/μιλίων. Πβ. ναυς. ΣΥΝ. καράβι. Βλ. αερό-, ατμό-, δεξαμενό-, διαστημό-, ημερό-, κρουαζιερό-, ποταμό-, φαρό-πλοιο, παγοθραυστικό, πλοιάριο. ● Υποκ.: πλοιαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πλοίο της ερήμου (μτφ.): η καμήλα., καλωδιακό πλοίο βλ. καλωδιακός [< αρχ. πλοῖον]
41020πλοιοκτησίαπλοι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατοχή ενός ή περισσότερων σκαφών. Βλ. εφοπλισμός, συμ~.
41021πλοιοκτήτηςπλοι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ.) {πλοιοκτητών} , πλοιοκτήτρια (η) (λόγ.): ιδιοκτήτης πλοίου, εφοπλιστής. Βλ. καραβοκύρης, συμ~.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία.
41022πλοιοκτητικός, ή, ό πλοι-ο-κτη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πλοιοκτήτες: ~ή: εταιρεία (= πλοιοκτήτρια).
41023πλοκάμιπλο-κά-μι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. μακρύς και ευλύγιστος βραχίονας (συνήθ. με βεντούζες) σε θαλάσσια μαλάκια, κυρ. κεφαλόποδα, που χρησιμεύει στη μετακίνησή τους και στη λήψη τροφής: τα ~ια του καλαμαριού/χταποδιού.πλοκάμια (τα) (μτφ.): οργανωμένο σύστημα ή μηχανισμός που λειτουργεί ως παγίδα: τα ~ της γραφειοκρατίας/μαφίας. ● ΦΡ.: πέφτω/πιάνομαι/μπλέκω/μπερδεύομαι στα δίχτυα/στα πλοκάμια κάποιου βλ. δίχτυ
41024πλόκαμοςπλό-κα-μος ουσ. (αρσ.) {πλοκάμου} (λόγ.) 1. πλοκάμι. 2. πλεξούδα μαλλιών. Πβ. κοτσίδα. Βλ. βόστρυχος. 3. ΑΡΧΙΤ. διάκοσμος με μορφή πλέγματος. [< αρχ. πλόκαμος]
41025πλοκήπλο-κή ουσ. (θηλ.) 1. οργάνωση της δράσης ενός λογοτεχνικού, θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου, συμπλοκή χαρακτήρων και δρώμενων και διάρθρωση των μεταξύ τους σχέσεων: αφηγηματική ~. Μυθιστόρημα με αστυνομική/γραμμική (: με αρχή, μέση και τέλος)/δραματική/ενδιαφέρουσα/ευρηματική/καταιγιστική/πλούσια/σύνθετη/χαλαρή ~. Η ~ ενός διηγήματος/μιας ιστορίας/μιας όπερας. Η εξέλιξη της ~ής (βλ. σασπένς). Η ~ αναπτύσσεται/εκτυλίσσεται ... Βλ. μύθος, στόρι.|| Βιβλίο με/χωρίς ~ (= υπόθεση). 2. (σπάν.) πλέξιμο· (μτφ.) διαπλοκή, συνδυασμός. Βλ. (αντι/απ)εμ~, επι~, περι~, στιχο~. [< αρχ. πλοκή]
41026πλονζόνπλον-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπλονζόν: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) εκτίναξη του τερματοφύλακα για απόκρουση ή μπλοκάρισμα της μπάλας: Έκανε ~. Πβ. βουτιά. [< γαλλ. plongeon]
41028πλότερπλό-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα μεγάλου μεγέθους, για εκτυπώσεις γραφικών, αρχιτεκτονικών σχεδίων ή φωτογραφικών χαρτών. Πβ. σχεδιογράφος. Βλ. εκτυπωτής, σκάνερ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ειδικό πρόγραμμα απεικόνισης χαρτών· συνεκδ. η αντίστοιχη φορητή συσκευή. Βλ. τζι πι ες. [< αγγλ. plotter]
41029πλουμέριαπλου-μέ-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος (γένος Plumeria) με λευκά-κίτρινα, ροζ ή κόκκινα άνθη, έντονο άρωμα και δηλητηριώδη χυμό· ευδοκιμεί κυρ. σε τροπικές περιοχές και αποτελεί βασικό στολίδι στις χαβανέζικες γιρλάντες. [< αγγλ. plumeria, γαλλ. ανθρ. Ch. Plumier]
41030πλουμίπλου-μί ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. πλουμιά} (λαϊκό): πλουμίδι. [< μεσν. πλουμίον < πλουμί]
41031πλουμίδιπλου-μί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κεντητό ή ζωγραφιστό σχέδιο. Πβ. κεντίδι, ξόμπλι, ποίκιλμα, στολίδι. Βλ. -ίδι, κόσμημα. ΣΥΝ. πλουμί
41032πλουμίζωπλου-μί-ζω ρ. (μτβ.) {πλουμισμένος} (λαϊκό): διακοσμώ, στολίζω. [< μεσν. πλουμίζω]
41033πλούμισμαπλού-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στολισμός, διακόσμηση. [< μεσν. πλούμισμα]
41034πλουμιστός, ή, ό πλου-μι-στός επίθ. (λαϊκό): διακοσμημένος, στολισμένος· κατ' επέκτ. πολύχρωμος: ~ή: στολή.|| ~ά: φτερά. Παγόνι με ~ή ουρά. Βλ. παρδαλός. [< μεσν. πλουμιστός]
41035πλουραλισμόςπλου-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών ομάδων ανθρώπων σε ένα κράτος ή σε μια κοινωνία· ειδικότ. ελεύθερη έκφραση ποικίλων απόψεων, θέσεων ή ιδεών: γλωσσικός/εθνικός/θρησκευτικός/κοινωνικός/πολιτικός/πολιτιστικός ~. Διασφάλιση/προστασία/προώθηση του ~ού. Πβ. πολυ-συλλεκτικότητα, -φωνία. ΑΝΤ. μονοφωνία (3) 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα αποτελείται από πολλά διαφορετικά μέρη, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή μία και μόνο ερμηνεία ή θεώρησή της. Βλ. δυϊσμός, -ισμός. ΣΥΝ. πολυαρχία (3) ΑΝΤ. μονισμός [< γαλλ. pluralisme]
41036πλουραλιστήςπλου-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): υποστηρικτής του πλουραλισμού. Βλ. δυϊστής. ΑΝΤ. μονιστής [< γαλλ. pluraliste]
41037πλουραλιστικός, ή, ό πλου-ρα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πλουραλισμό: ~ή: δημοκρατία/ενημέρωση/κοινωνία. Πβ. πολυσυλλεκτικός, πολυφωνικός.|| (ΦΙΛΟΣ.) ΑΝΤ. μονιστικός. Βλ. δυϊστικός. ● επίρρ.: πλουραλιστικά [< γαλλ. pluraliste]
41038πλους[πλοῦς] ουσ. (αρσ.) {πλου | πλό-ες, -ων} (λόγ.): πλεύση· ταξίδι κυρ. με πλοίο: διεθνής/εκπαιδευτικός ~. Οδηγίες πλου. Εκτελούν ~ες εσωτερικού. Πβ. ρότα. Βλ. ανά~, από~, διά~, είσ~, έκ~, κατά~, παρά~, περί~.|| (μτφ.) ~ διαδικτύου (= πλοήγηση). ● ΦΡ.: εν πλω: κατά τον πλου: πρώτες βοήθειες/ρεβεγιόν ~ ~. [< αρχ. πλοῦς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.