Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41620-41640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41047πλουτοκράτηςπλου-το-κρά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.-μειωτ.): μέλος της πλουτοκρατίας. Βλ. καπιταλιστής, κεφαλαιοκράτης, -κράτης. [< γαλλ. ploutocrate, αγγλ. plutocrat, πβ. μεσν. πλουτοκράτωρ]
41048πλουτοκρατίαπλου-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.-μειωτ.) η τάξη των πλουσίων που ασκεί έλεγχο, λόγω της οικονομικής της υπεροχής: ενίσχυση/τα συμφέροντα της ~ας. 2. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο την εξουσία έχουν οι πλούσιοι· κατ' επέκτ. διακυβέρνηση με βάση τον πλούτο: εκπρόσωποι της ~ας. Βλ. καπιταλισμός, κεφαλαιοκρατία, -κρατία. [< 1: αρχ. πλουτοκρατία, γαλλ. ploutocratie, αγγλ. plutocracy]
41049πλουτοκρατικός, ή, ό πλου-το-κρα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την πλουτοκρατία ή τον πλουτοκράτη: ~ό: σύστημα. Βλ. καπιταλιστικός. [< γαλλ. ploutocratique, αγγλ. plutocratic(al)]
41050πλουτοπαραγωγικός, ή, ό πλου-το-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που αποφέρει πλούτο: ~οί: πόροι. Πβ. πλουτοφόρος. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πλουτοπαραγωγικές πηγές: που αποτελούν πηγή εσόδων για έναν τόπο, μια χώρα, όπως τα ορυκτά, ο τουρισμός, η αλιεία, η γεωργία.
41051πλούτος[πλοῦτος] πλού-τος ουσ. (αρσ.) {πληθ. πλούτ-η (τα)} 1. πολλά χρήματα και υλικά αγαθά· (κατ' επέκτ.-συνήθ. στον πληθ.) πολυτέλεια, χλιδή: αύξηση του ~ου. Δημιουργία/επίδειξη/πηγή/συγκέντρωση/σύμβολο ~ου. Έντιμος/τίμιος ~. Mεγιστάνες του ~ου.|| Aμέτρητα/αμύθητα ~η. Δίψα/πόθος για ~η και δόξα/δύναμη. Αποκτώ/συσσωρεύω ~η. Πβ. περιουσία, υπάρχοντα.|| Ο δημόσιος/κοινωνικός/παγκόσμιος ~.|| Ζει/μεγάλωσε (μέσα) στα ~η. Ο ~ της διακόσμησης. ΑΝΤ. φτώχεια (1) 2. (μτφ.) αφθονία, πληθώρα, ποικιλία: γλωσσικός/εκφραστικός/εσωτερικός/πνευματικός/συναισθηματικός/ψυχικός ~. Δημιουργείται (ένας) ~ εικόνων. Έχει (έναν) ~ο γνώσεων/εμπειριών.|| Ο ~ μιας βιβλιοθήκης/της λαϊκής παράδοσης/των συλλογών (ενός μουσείου). Μέσα από έναν ~ο πηγών. 3. (μτφ.) πολύτιμα ή εκμεταλλεύσιμα αγαθά που αποτελούν κτήμα ενός λαού και συνήθ. χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των αναγκών του: ανεξάντλητος ~. Ο αρχαιολογικός/γεωλογικός/δασικός/ενεργειακός/θαλάσσιος/περιβαλλοντικός/πετρελαϊκός/πολιτιστικός/υδάτινος/φυσικός (βλ. χλωρίδα) ~ μιας χώρας. Ο ~ του (υπ)εδάφους μιας περιοχής. Πβ. κεφάλαιο, πόροι. ΣΥΝ. θησαυρός1 (3) ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικός πλούτος βλ. εθνικός, κατανομή/διανομή του πλούτου βλ. κατανομή, ορυκτός πλούτος βλ. ορυκτός ● ΦΡ.: κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς βλ. μισώ [< αρχ. πλοῦτος, γαλλ. richesse]
41052πλουτοφόρος, α/ος, ο πλου-το-φό-ρος επίθ. (λόγ.): πλουτοπαραγωγικός. Βλ. -φόρος. [< αρχ. πλουτοφόρος]
41053ΠλούτωναςΠλού-τω-νας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. πλανήτης νάνος του ηλιακού συστήματος, με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, ο οποίος βρίσκεται μετά τον Ποσειδώνα και είναι ο πιο απομακρυσμένος από τον Ήλιο: η τροχιά του ~α. Το έτος του ~α διαρκεί 248 γήινα χρόνια. Βλ. αστεροειδής, κομήτης, Χάροντας.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ο ~ στον Ζυγό/Σκορπιό (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Πλούτων 'θεός του Άδη', αγγλ. Pluto, 1930]
41054πλουτώνιοπλου-τώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπανιότ.) -ου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό υπερουράνιο στοιχείο (σύμβ. Pu, Ζ 94) το οποίο είναι ιδιαίτερα τοξικό και χρησιμοποιείται κυρ. στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας και την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Βλ. ακτινίδες. [< αγγλ. plutonium, 1942, γαλλ. ~, 1948]
41055πλουτώνιος, α, ο πλου-τώ-νι-ος επίθ. & (σπάν.) πλουτωνικός, ή, ό 1. ΓΕΩΛ. που δημιουργείται ή εκδηλώνεται σε μεγάλα βάθη του στερεού φλοιού της Γης: ~α: πετρώματα (: πυριγενή, π.χ. γρανίτης). 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον Πλούτωνα. [< 1: αγγλ. plutonic, γαλλ. plutonique]
41056πλοχμόςπλοχ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. σχέδιο σε μορφή πλεξούδας, ως διακοσμητικό μοτίβο. Βλ. μαίανδρος. [< αρχ. πλοχμός]
41057πλύθηκαβλ. πλένω
41058πλύμαπλύ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. βρόμικο νερό που μένει μετά το πλύσιμο. Βλ. απόνερα, απόπλυμα. 2. (μτφ.) άγευστο και νερόβραστο φαγητό. [< 1: αρχ. πλύμα]
41059πλυμένος, η, ο πλυ-μέ-νος επίθ.: που έχει πλυθεί· κατ' επέκτ. καθαρός: ~α: ρούχα. Βλ. φρεσκο~. ΑΝΤ. άπλυτος
41060πλυντήριοπλυ-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπανιότ.) -ου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για το πλύσιμο ρούχων ή πιάτων: αυτόματο/επαγγελματικό/μίνι/οικιακό ~. Απορρυπαντικό/κάδος/σκόνη/φίλτρο ~ίου. Τα άλατα του ~ίου. Βάζω ~. Βλ. -τήριο. 2. εγκατάσταση ή χώρος πλυσίματος κυρ. οχημάτων: ~α αυτοκινήτων/ταπήτων. Υπηρεσία ~ίου. Βλ. καθαριστήριο. 3. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων: Η εταιρεία λειτουργούσε ως ~ βρόμικου/μαύρου χρήματος. Βλ. ξέπλυμα. [< αρχ. πλυντήριος 1: αγγλ. washing-up machine, 1930, 2: γαλλ. blanchisserie, αγγλ. launderette, περ. 1948, 3: αγγλ. laundry, 1965]
41061πλύντηςπλύ-ντης ουσ. (αρσ.) , πλύντρια (η) 1. (επίσ.) εργάτης που δουλεύει σε πλυντήριο ή γενικότ. που πλένει έναντι αμοιβής. Βλ. λαντζέρης. 2. ΙΑΤΡ. συσκευή πλυσίματος: αυτόματος ~. ~ ματιών. [< 1: μτγν. πλύντης, πλύντρια]
41062πλυντικός, ή, ό πλυ-ντι-κός επίθ. & πλυστικός: που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο ή σχετίζεται με αυτό. ● Ουσ.: πλυντικά/πλυστικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανήματα πλύσης χώρων ή αντικειμένων (με υδροβολή): ~ υψηλής πίεσης. [< αρχ. πλυντικός]
41063πλυντρίδαπλυ-ντρί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. γενική κατηγορία συσκευών καθαρισμού των αερίων που εκπέμπονται από εργοστασιακές μονάδες. Βλ. κυκλώνας, φίλτρο. [< αρχ. πλυντρίς 'πλύστρα', γαλλ. épurateur-laveur]
41064πλύνωβλ. πλένω
41065πλύσηπλύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πλύσιμο: μηχανές/σύστημα ~ης. Το νερό της ~ης. Βλ. ξέπλυμα. 2. (ειδικότ.) διαδικασία πλυσίματος ρούχων στο πλυντήριο. Βλ. μπουγάδα, ξέβγαλμα. 3. ΙΑΤΡ. καθαρισμός μέρους του σώματος, συνήθ. με αντισηπτικό: κολπική ~. ~εις στόματος (ΣΥΝ. μπουκώματα). Πβ. έκπλυση. 4. ΧΗΜ. καθαρισμός μεταλλευμάτων, υφαντικών ινών ή ορυκτών. ● ΣΥΜΠΛ.: πλύση εγκεφάλου: συστηματική και πιεστική προσπάθεια, με στόχο την ακούσια αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών πεποιθήσεων, στάσεων ή συναισθημάτων ενός ατόμου ή μιας ομάδας και την υιοθέτηση άλλων: μαζική ~ ~. Η διαφήμιση/τηλεόραση ως μέσο ~ης ~. Βλ. προπαγάνδα. [< αγγλ. brainwashing, 1950] , πλύση στομάχου: ΙΑΤΡ. κένωση από δηλητηριώδεις ουσίες. [< αγγλ. gastric/stomach lavage] [< 1: αρχ. πλύσις 2: αγγλ. wash(ing) 3: γαλλ. lavage 4: αγγλ. washing]
41066πλύσιμοπλύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {πλυσίμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλένω: ~ των δοντιών/του σώματος/των χεριών.|| (για ρούχα) ~ στο χέρι. Σκόνη ~ατος. (σε πλυντήριο:) Πρόγραμμα ~ατος για βαμβακερά/ευαίσθητα. Πβ. πλύση.|| Βούρτσα/σφουγγάρι ~ατος (αυτοκινήτου/πιάτων). ● ΦΡ.: μάζεψε/μπήκε στο πλύσιμο (προφ.): (για ρούχο) έγινε πιο στενό: Η μπλούζα/το παντελόνι ~ ~. [< μτγν. πλύσιμον ‘πλυσταριό’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.