| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41039 | πλουσιοκόριτσο | πλου-σι-ο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.): κορίτσι που κατάγεται από εύπορη οικογένεια. ΑΝΤ. φτωχοκόριτσο | |
| 41040 | πλουσιόπαιδο | πλου-σι-ό-παι-δο ουσ. (ουδ.): παιδί που κατάγεται από εύπορη οικογένεια. Βλ. -παιδο. ΑΝΤ. φτωχόπαιδο | |
| 41041 | πλουσιοπάροχος | , η, ο πλου-σι-ο-πά-ρο-χος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από υλική κυρ. αφθονία: ~η: ζωή. ~ο: γεύμα. ~ες: αμοιβές (= παχυλές). Πβ. αδρός, γενναίος, δαψιλής. ΑΝΤ. πενιχρός ● επίρρ.: πλουσιοπάροχα [< μεσν. πλουσιοπάροχος] | |
| 41042 | πλούσιος | , α, ο πλού-σι-ος επίθ. {λόγ. θηλ. -ία | πλουσιότ-ερος, -ατος} 1. που έχει μεγάλη κινητή ή/και ακίνητη περιουσία: ~ος: επιχειρηματίας (βλ. εκατομμυριούχος, κροίσος, μεγιστάνας). ~α: οικογένεια. Έγινε ~ερος κατά μερικές χιλιάδες ευρώ. Πβ. ευκατάστατος, εύπορος, φραγκάτος.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: νομός. ~ες: συνοικίες (βλ. χάι). ~ες: χώρες (= αναπτυγμένες).|| Προσβλέπει σε έναν ~ο γάμο. ΑΝΤ. φτωχός (1) 2. που διαθέτει κάτι σε μεγάλο βαθμό, ποσότητα ή ποικιλία· άφθονος: ~ος: διάκοσμος/εξοπλισμός/κατάλογος/μπουφές/ψυχικός κόσμος. ~α: γη/δραστηριότητα/παράδοση/συλλογή/χλωρίδα και πανίδα. ~ο: γεύμα/έργο/θέαμα/λεξιλόγιο/περιεχόμενο/πρόγραμμα/ρεπερτόριο. ~ες: εκδηλώσεις/ιδέες. ~α: δάση/μαλλιά (= πυκνά)/συναισθήματα.|| ~α: δωρεά/προσφορά (= γενναία, πλουσιοπάροχη).|| ~ος: ήχος. ~ο άρωμα. Γιαούρτι με ~α γεύση (= γεμάτη). 3. ακριβός, πολυτελής: ~α: επίπλωση. ~ο: σπίτι. ~α: σκηνικά. Κερδίστε ~α δώρα!|| Ζει μια ~α ζωή. Πβ. χλιδάτος. ● Ουσ.: πλούσιος (ο): το χάσμα ~ίων και φτωχών. Πβ. λεφτάς, παραλής. ● επίρρ.: πλούσια ● ΦΡ.: κάνω κάποιον πλούσιο: σε περιπτώσεις που κάποιος ξοδεύει πολλά χρήματα σε κάτι, με αποτέλεσμα να ωφελείται οικονομικά ο πωλητής ή πάροχός του: Με τόσα τηλεφωνήματα, έχεις κάνει ~ τον ΟΤΕ., πλούσιος σε ...: γεμάτος από· περιεκτικός, πολυποίκιλος: έδαφος ~ο σε οργανικές ουσίες. Περιοχές ~ες σε βλάστηση. Τροφές ~ες σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.|| Δικτυακός τόπος ~ σε θεματολογία. Σελίδες ~ες σε πληροφορίες., πλούσια τα ελέη βλ. έλεος, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν βλ. πτωχεύω [< αρχ. πλούσιος, γαλλ. riche] | |
| 41043 | πλουσιόσπιτο | πλου-σι-ό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολυτελές σπίτι. Βλ. αρχοντικό, βίλα, έπαυλη. ΑΝΤ. φτωχόσπιτο | |
| 41044 | πλουταίνω | πλου-ταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. πλούτυνε, πλουταίνοντας}: πλουτίζω. ● ΦΡ.: με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα (παροιμ.): ο αργόσχολος άνθρωπος δεν μπορεί να προκόψει. [< μεσν. πλουταίνω] | |
| 41045 | πλουτίζω | πλου-τί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πλούτι-σε, -σει, πλουτίζ-οντας} ΑΝΤ. φτωχαίνω 1. γίνομαι πλούσιος. Πβ. θησαυρίζω. 2. κάνω κάποιον πλούσιο· εμπλουτίζω: (μτφ.) ~ει τις γνώσεις/το λεξιλόγιό του. Πβ. αυξάνω, διευρύνω, επεκτείνω. [< αρχ. πλουτίζω] | |
| 41046 | πλουτισμός | πλου-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): απόκτηση υλικού ή σπανιότ. πνευματικού πλούτου: αθέμιτος (βλ. κερδοσκοπία)/γρήγορος/εύκολος/ξαφνικός/παράνομος/προσωπικός ~. ~ των λίγων. Βλ. νεο~.|| (μτφ.) ~ της γλώσσας/των γνώσεων. Πβ. αύξηση, διεύρυνση, επέκταση, εμ~. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αδικαιολόγητος πλουτισμός: ΝΟΜ. αρχή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται να γίνει κάποιος πλουσιότερος σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία για αυτό. [< μτγν. πλουτισμός] | |
| 41047 | πλουτοκράτης | πλου-το-κρά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.-μειωτ.): μέλος της πλουτοκρατίας. Βλ. καπιταλιστής, κεφαλαιοκράτης, -κράτης. [< γαλλ. ploutocrate, αγγλ. plutocrat, πβ. μεσν. πλουτοκράτωρ] | |
| 41048 | πλουτοκρατία | πλου-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.-μειωτ.) η τάξη των πλουσίων που ασκεί έλεγχο, λόγω της οικονομικής της υπεροχής: ενίσχυση/τα συμφέροντα της ~ας. 2. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο την εξουσία έχουν οι πλούσιοι· κατ' επέκτ. διακυβέρνηση με βάση τον πλούτο: εκπρόσωποι της ~ας. Βλ. καπιταλισμός, κεφαλαιοκρατία, -κρατία. [< 1: αρχ. πλουτοκρατία, γαλλ. ploutocratie, αγγλ. plutocracy] | |
| 41049 | πλουτοκρατικός | , ή, ό πλου-το-κρα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την πλουτοκρατία ή τον πλουτοκράτη: ~ό: σύστημα. Βλ. καπιταλιστικός. [< γαλλ. ploutocratique, αγγλ. plutocratic(al)] | |
| 41050 | πλουτοπαραγωγικός | , ή, ό πλου-το-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που αποφέρει πλούτο: ~οί: πόροι. Πβ. πλουτοφόρος. Συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πλουτοπαραγωγικές πηγές: που αποτελούν πηγή εσόδων για έναν τόπο, μια χώρα, όπως τα ορυκτά, ο τουρισμός, η αλιεία, η γεωργία. | |
| 41051 | πλούτος | [πλοῦτος] πλού-τος ουσ. (αρσ.) {πληθ. πλούτ-η (τα)} 1. πολλά χρήματα και υλικά αγαθά· (κατ' επέκτ.-συνήθ. στον πληθ.) πολυτέλεια, χλιδή: αύξηση του ~ου. Δημιουργία/επίδειξη/πηγή/συγκέντρωση/σύμβολο ~ου. Έντιμος/τίμιος ~. Mεγιστάνες του ~ου.|| Aμέτρητα/αμύθητα ~η. Δίψα/πόθος για ~η και δόξα/δύναμη. Αποκτώ/συσσωρεύω ~η. Πβ. περιουσία, υπάρχοντα.|| Ο δημόσιος/κοινωνικός/παγκόσμιος ~.|| Ζει/μεγάλωσε (μέσα) στα ~η. Ο ~ της διακόσμησης. ΑΝΤ. φτώχεια (1) 2. (μτφ.) αφθονία, πληθώρα, ποικιλία: γλωσσικός/εκφραστικός/εσωτερικός/πνευματικός/συναισθηματικός/ψυχικός ~. Δημιουργείται (ένας) ~ εικόνων. Έχει (έναν) ~ο γνώσεων/εμπειριών.|| Ο ~ μιας βιβλιοθήκης/της λαϊκής παράδοσης/των συλλογών (ενός μουσείου). Μέσα από έναν ~ο πηγών. 3. (μτφ.) πολύτιμα ή εκμεταλλεύσιμα αγαθά που αποτελούν κτήμα ενός λαού και συνήθ. χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των αναγκών του: ανεξάντλητος ~. Ο αρχαιολογικός/γεωλογικός/δασικός/ενεργειακός/θαλάσσιος/περιβαλλοντικός/πετρελαϊκός/πολιτιστικός/υδάτινος/φυσικός (βλ. χλωρίδα) ~ μιας χώρας. Ο ~ του (υπ)εδάφους μιας περιοχής. Πβ. κεφάλαιο, πόροι. ΣΥΝ. θησαυρός1 (3) ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικός πλούτος βλ. εθνικός, κατανομή/διανομή του πλούτου βλ. κατανομή, ορυκτός πλούτος βλ. ορυκτός ● ΦΡ.: κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς βλ. μισώ [< αρχ. πλοῦτος, γαλλ. richesse] | |
| 41052 | πλουτοφόρος | , α/ος, ο πλου-το-φό-ρος επίθ. (λόγ.): πλουτοπαραγωγικός. Βλ. -φόρος. [< αρχ. πλουτοφόρος] | |
| 41053 | Πλούτωνας | Πλού-τω-νας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. πλανήτης νάνος του ηλιακού συστήματος, με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, ο οποίος βρίσκεται μετά τον Ποσειδώνα και είναι ο πιο απομακρυσμένος από τον Ήλιο: η τροχιά του ~α. Το έτος του ~α διαρκεί 248 γήινα χρόνια. Βλ. αστεροειδής, κομήτης, Χάροντας.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ο ~ στον Ζυγό/Σκορπιό (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Πλούτων 'θεός του Άδη', αγγλ. Pluto, 1930] | |
| 41054 | πλουτώνιο | πλου-τώ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπανιότ.) -ου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό υπερουράνιο στοιχείο (σύμβ. Pu, Ζ 94) το οποίο είναι ιδιαίτερα τοξικό και χρησιμοποιείται κυρ. στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας και την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Βλ. ακτινίδες. [< αγγλ. plutonium, 1942, γαλλ. ~, 1948] | |
| 41055 | πλουτώνιος | , α, ο πλου-τώ-νι-ος επίθ. & (σπάν.) πλουτωνικός, ή, ό 1. ΓΕΩΛ. που δημιουργείται ή εκδηλώνεται σε μεγάλα βάθη του στερεού φλοιού της Γης: ~α: πετρώματα (: πυριγενή, π.χ. γρανίτης). 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον Πλούτωνα. [< 1: αγγλ. plutonic, γαλλ. plutonique] | |
| 41056 | πλοχμός | πλοχ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. σχέδιο σε μορφή πλεξούδας, ως διακοσμητικό μοτίβο. Βλ. μαίανδρος. [< αρχ. πλοχμός] | |
| 41057 | πλύθηκα | βλ. πλένω | |
| 41058 | πλύμα | πλύ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. βρόμικο νερό που μένει μετά το πλύσιμο. Βλ. απόνερα, απόπλυμα. 2. (μτφ.) άγευστο και νερόβραστο φαγητό. [< 1: αρχ. πλύμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ