Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41640-41660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41059πλυμένος, η, ο πλυ-μέ-νος επίθ.: που έχει πλυθεί· κατ' επέκτ. καθαρός: ~α: ρούχα. Βλ. φρεσκο~. ΑΝΤ. άπλυτος
41060πλυντήριοπλυ-ντή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ίου (σπανιότ.) -ου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για το πλύσιμο ρούχων ή πιάτων: αυτόματο/επαγγελματικό/μίνι/οικιακό ~. Απορρυπαντικό/κάδος/σκόνη/φίλτρο ~ίου. Τα άλατα του ~ίου. Βάζω ~. Βλ. -τήριο. 2. εγκατάσταση ή χώρος πλυσίματος κυρ. οχημάτων: ~α αυτοκινήτων/ταπήτων. Υπηρεσία ~ίου. Βλ. καθαριστήριο. 3. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων: Η εταιρεία λειτουργούσε ως ~ βρόμικου/μαύρου χρήματος. Βλ. ξέπλυμα. [< αρχ. πλυντήριος 1: αγγλ. washing-up machine, 1930, 2: γαλλ. blanchisserie, αγγλ. launderette, περ. 1948, 3: αγγλ. laundry, 1965]
41061πλύντηςπλύ-ντης ουσ. (αρσ.) , πλύντρια (η) 1. (επίσ.) εργάτης που δουλεύει σε πλυντήριο ή γενικότ. που πλένει έναντι αμοιβής. Βλ. λαντζέρης. 2. ΙΑΤΡ. συσκευή πλυσίματος: αυτόματος ~. ~ ματιών. [< 1: μτγν. πλύντης, πλύντρια]
41062πλυντικός, ή, ό πλυ-ντι-κός επίθ. & πλυστικός: που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο ή σχετίζεται με αυτό. ● Ουσ.: πλυντικά/πλυστικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανήματα πλύσης χώρων ή αντικειμένων (με υδροβολή): ~ υψηλής πίεσης. [< αρχ. πλυντικός]
41063πλυντρίδαπλυ-ντρί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. γενική κατηγορία συσκευών καθαρισμού των αερίων που εκπέμπονται από εργοστασιακές μονάδες. Βλ. κυκλώνας, φίλτρο. [< αρχ. πλυντρίς 'πλύστρα', γαλλ. épurateur-laveur]
41064πλύνωβλ. πλένω
41065πλύσηπλύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πλύσιμο: μηχανές/σύστημα ~ης. Το νερό της ~ης. Βλ. ξέπλυμα. 2. (ειδικότ.) διαδικασία πλυσίματος ρούχων στο πλυντήριο. Βλ. μπουγάδα, ξέβγαλμα. 3. ΙΑΤΡ. καθαρισμός μέρους του σώματος, συνήθ. με αντισηπτικό: κολπική ~. ~εις στόματος (ΣΥΝ. μπουκώματα). Πβ. έκπλυση. 4. ΧΗΜ. καθαρισμός μεταλλευμάτων, υφαντικών ινών ή ορυκτών. ● ΣΥΜΠΛ.: πλύση εγκεφάλου: συστηματική και πιεστική προσπάθεια, με στόχο την ακούσια αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών πεποιθήσεων, στάσεων ή συναισθημάτων ενός ατόμου ή μιας ομάδας και την υιοθέτηση άλλων: μαζική ~ ~. Η διαφήμιση/τηλεόραση ως μέσο ~ης ~. Βλ. προπαγάνδα. [< αγγλ. brainwashing, 1950] , πλύση στομάχου: ΙΑΤΡ. κένωση από δηλητηριώδεις ουσίες. [< αγγλ. gastric/stomach lavage] [< 1: αρχ. πλύσις 2: αγγλ. wash(ing) 3: γαλλ. lavage 4: αγγλ. washing]
41066πλύσιμοπλύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {πλυσίμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλένω: ~ των δοντιών/του σώματος/των χεριών.|| (για ρούχα) ~ στο χέρι. Σκόνη ~ατος. (σε πλυντήριο:) Πρόγραμμα ~ατος για βαμβακερά/ευαίσθητα. Πβ. πλύση.|| Βούρτσα/σφουγγάρι ~ατος (αυτοκινήτου/πιάτων). ● ΦΡ.: μάζεψε/μπήκε στο πλύσιμο (προφ.): (για ρούχο) έγινε πιο στενό: Η μπλούζα/το παντελόνι ~ ~. [< μτγν. πλύσιμον ‘πλυσταριό’]
41067πλυσταριόπλυ-στα-ριό ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): χώρος πλυσίματος των ρούχων, κυρ. σε σπίτι: ~ στην αυλή/στην ταράτσα.
41068πλυστικός, ή, ό βλ. πλυντικός
41069πλύστραπλύ-στρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-συχνά μειωτ.): γυναίκα που ασχολείτο επαγγελματικά με το πλύσιμο ρούχων.
41070πλώρηπλώ-ρη ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. το μπροστινό άκρο του πλοίου ή γενικότ. το μπροστινό του μέρος. Βλ. γέφυρα, κατάστρωμα. ΣΥΝ. πρώρα ΑΝΤ. πρύμνη ● ΦΡ.: βάζω πλώρη/ρότα (+ για) 1. ταξιδεύω με συγκεκριμένο προορισμό: Έβαλε ~ για την Κρήτη. 2. (μτφ.) στοχεύω κάπου και προσπαθώ να το πετύχω: Έβαλε ~ για την κατάκτηση του μεταλλίου. [< μεσν. πλώρη]
41071πλωριός, ιά, ιό βλ. πρωραίος
41072πλωτάρχηςπλω-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον υποπλοίαρχο και κατώτερος από τον αντιπλοίαρχο κατά έναν βαθμό. Βλ. -άρχης. [< μτγν. πλωτάρχης 'κυβερνήτης πλοίου', γαλλ. capitaine de corvette]
41073πλωτήραςπλω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. σώμα που επιπλέει ή βοηθά άλλο σώμα να επιπλεύσει. Βλ. σωσίβιο. 2. βάση σκάφους ή υδροπλάνου σε σχήμα λέμβου, που του επιτρέπει να επιπλέει. Πβ. φλοτέρ. Βλ. κατα-, τρι-μαράν. 3. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ρύθμισης της ροής υγρών ανάλογα με το ύψος της στάθμης τους. Βλ. -τήρας. [< αρχ. πλωτήρ 'ναύτης', γαλλ. flotteur]
41074πλωτός, ή, ό πλω-τός επίθ. (λόγ.) 1. που πλέει ή μπορεί να πλέει: ~ός: γερανός. ~ή: γέφυρα/δεξαμενή/προβλήτα. ~ό: γεωτρύπανο/σκάφος (βλ. πλοίο)/σπίτι/φράγμα. ~ά: μέσα μεταφοράς. 2. που μπορεί κάποιος να τον διαπλεύσει: ~ός: ποταμός. ~ή: οδός. Πβ. πλεύσιμος. ● ΣΥΜΠΛ.: πλωτό ξενοδοχείο βλ. ξενοδοχείο [< αρχ. πλωτός]
41075ΠΜΟ(ο): Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός.
41076ΠΜΣ: (το) Πρόγραµµα Μεταπτυχιακών Σπουδών.
41077ΠΝ(το): Πολεμικό Ναυτικό.
41078πνεύμα[πνεῦμα] πνεύ-μα ουσ. (ουδ.) {πνεύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. νους, μυαλό, τρόπος σκέψης: Έχει αναλυτικό/ανοιχτό/επιστημονικό/επιχειρηματικό/ερευνητικό/κριτικό/μαθηματικό/μεθοδικό/οργανωτικό/φιλοσοφικό ~. Τα επιτεύγματα του ανθρώπινου ~ατος. Απελευθέρωση/καλλιέργεια του ~ατος. Άτομο με ετοιμότητα/ευρύτητα ~ατος. Δραστηριότητες που αναζωογονούν/διεγείρουν το ~. Η παράσταση μας βάζει στο ~ του συγγραφέα.|| (ως άυλη υπόσταση:) Το σώμα και το ~ (: η ψυχή). ΑΝΤ. σάρκα. 2. (κατ' επέκτ.) ο άνθρωπος ως προς τις νοητικές του ικανότητες και την προσωπικότητά του: Ένα από τα εξέχοντα/λαμπρότερα/πιο φωτεινά ~ατα της εποχής του. Είναι ανήσυχο/απαιτητικό/δημιουργικό/δραστήριο/εκλεπτυσμένο/ελεύθερο/εμπορικό/εφευρετικό/σπινθηροβόλο/στοχαστικό ~. Πβ. ιδιοσυγκρασία. 3. εξυπνάδα, οξύνοια: Γοητεύει με το οξύ και σπινθηροβόλο ~ του. 4. λογική, νοοτροπία, σύνολο αντιλήψεων: αυταρχικό/καταναλωτικό/μιλιταριστικό/φιλελεύθερο ~. Επικρατεί/κυριαρχεί ένα διαφορετικό/νέο ~. Κινούνται στο ίδιο (περίπου) ~. Πρόταση που δεν εναρμονίζεται/συμβιβάζεται/συνάδει με το ~ του νομοθέτη. Βρίσκονται κοντά στο/μακριά από το ~ και τις αναζητήσεις της σύγχρονης γενιάς. Υπό το ~ αυτό, θεωρούμε ότι ...|| Σύμφωνα με τις απαιτήσεις και το ~ της αγοράς. Έργο που εκφράζει το ~ της εποχής μας/των καιρών.|| Το αρχαιοελληνικό/χριστιανικό ~. Το ~ του Διαφωτισμού/Ολυμπισμού (: ολυμπιακό ~). Το ~ των προγόνων (= η πνευματική κληρονομιά). 5. νόημα, περιεχόμενο, η βαθύτερη ουσία: Σύμφωνα με το ~ του άρθρου/των κανονισμών/των όρων χρήσης ... Αντίθετοι με το ~ του νομοσχεδίου. Προσπαθεί να αποδώσει όσο το δυνατόν πιο πιστά/να συλλάβει το ~ του βιβλίου/του ποιήματος. Δεν συμβαδίζουν με το/ενεργούν ενάντια στο ~ των ειρηνευτικών συμφωνιών. 6. ψυχική διάθεση, στάση: με αδούλωτο/ακατάβλητο/(αντ)αγωνιστικό/μαχητικό/οικουμενικό/ομαδικό/συλλογικό/φιλικό ~. Διάλογος (μέσα) σε ~ αδελφοσύνης/εμπιστοσύνης/καλής θέλησης/κατανόησης/συνεργασίας. Προσπαθεί να τους εμφυσήσει το ~ του νικητή. Επέδειξε υψηλό ~ (= φρόνημα)/~ αυτοθυσίας.|| Το εορταστικό/εύθυμο ~ (= ατμόσφαιρα, κλίμα) των ημερών. 7. άυλη, υπερφυσική υπόσταση· ειδικότ. ξωτικό, φάντασμα: το Πνεύμα του Θεού (= η θεία δύναμη, χάρη).|| Πονηρό ~/το ~ του κακού (= ο διάβολος). (ΛΑΟΓΡ.) Έκαναν αγιασμό για να διώξουν/φύγουν τα κακά ~ατα.|| Αγαθά/καλά ~ατα. Τα ~ατα του δάσους. Βλ. αερικό, δαιμόνιο, καλικάντζαρος, νεράιδα, στοιχειό, τελώνιο.|| Ισχυριζόταν ότι επικοινωνεί με/καλεί τα ~ατα (= τις ψυχές των νεκρών· πβ. ίσκιος. Βλ. πνευματισμός). 8. ΓΡΑΜΜ. (στο πολυτονικό σύστημα) δασεία ή ψιλή. ● πνεύματα (τα) (προφ.): συναισθηματική κατάσταση, κυρ. ψυχική ένταση: Άναψαν/οξύνθηκαν τα ~. Προσπάθησε να ηρεμήσει/καθησυχάσει/κατευνάσει τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Πνεύμα: ΕΚΚΛΗΣ. το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας: Πατήρ, Υιός και ~ ~. Βλ. η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος., το γράμμα και το πνεύμα & το πνεύμα και το γράμμα: η διατύπωση και το περιεχόμενο: Εξετάζοντας ~ ~ των παραπάνω διατάξεων, ... [< γαλλ. l'esprit et la lettre ] , το πνεύμα και το ύφος & το ύφος και το πνεύμα: το περιεχόμενο και το ύφος: μετάφραση σύμφωνη με ~ ~ του πρωτοτύπου., το πνεύμα του νόμου: το ουσιαστικό περιεχόμενο ενός νόμου: Ενεργώ σύμφωνα με/παραβιάζω ~ ~. Πβ. το γράμμα του νόμου. [< γαλλ. l' esprit de loi] , αθλητικό πνεύμα βλ. αθλητικός, ακάθαρτο πνεύμα βλ. ακάθαρτος, άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία βλ. ελευθερία, Ζωοποιό Πνεύμα βλ. ζωοποιός, η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις, πνεύμα αντιλογίας βλ. αντιλογία, πνευματική διαύγεια/διαύγεια πνεύματος βλ. διαύγεια ● ΦΡ.: κάνω πνεύμα (προφ.-συνήθ. ειρων.): λέω ευφυολογήματα: ~ει ~ (= λέει εξυπνάδες) παρά χιούμορ. [< γαλλ. faire de l' esprit] , μπαίνω στο πνεύμα (προφ.): εξοικειώνομαι, προσαρμόζομαι· αρχίζω να καταλαβαίνω: Άρχισε να ~ει ~ (: στο κλίμα) της ομάδας/του παιχνιδιού. Πβ. εγκλιματίζομαι.|| Μπες στο ~ του κειμένου! Πβ. μπαίνω στο νόημα/πιάνω το νόημα/βάζω κάποιον στο νόημα., παρέδωσε το πνεύμα & (σπάν.) την ψυχή: (κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.) πέθανε· (ειρων., για μηχάνημα ή συσκευή) σταμάτησε να λειτουργεί, χάλασε., πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα (προφ.): κάνω τον έξυπνο: Θέλει/προσπαθεί να (μας) ~ήσει ~., μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι βλ. φτωχός, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! βλ. συναντώ, το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής βλ. σαρξ [< 1-5,7: αρχ. πνεῦμα 6: γαλλ. esprit 8: μτγν. σημ.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.