Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41640-41660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41067πλυσταριόπλυ-στα-ριό ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): χώρος πλυσίματος των ρούχων, κυρ. σε σπίτι: ~ στην αυλή/στην ταράτσα.
41068πλυστικός, ή, ό βλ. πλυντικός
41069πλύστραπλύ-στρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-συχνά μειωτ.): γυναίκα που ασχολείτο επαγγελματικά με το πλύσιμο ρούχων.
41070πλώρηπλώ-ρη ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. το μπροστινό άκρο του πλοίου ή γενικότ. το μπροστινό του μέρος. Βλ. γέφυρα, κατάστρωμα. ΣΥΝ. πρώρα ΑΝΤ. πρύμνη ● ΦΡ.: βάζω πλώρη/ρότα (+ για) 1. ταξιδεύω με συγκεκριμένο προορισμό: Έβαλε ~ για την Κρήτη. 2. (μτφ.) στοχεύω κάπου και προσπαθώ να το πετύχω: Έβαλε ~ για την κατάκτηση του μεταλλίου. [< μεσν. πλώρη]
41071πλωριός, ιά, ιό βλ. πρωραίος
41072πλωτάρχηςπλω-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον υποπλοίαρχο και κατώτερος από τον αντιπλοίαρχο κατά έναν βαθμό. Βλ. -άρχης. [< μτγν. πλωτάρχης 'κυβερνήτης πλοίου', γαλλ. capitaine de corvette]
41073πλωτήραςπλω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. σώμα που επιπλέει ή βοηθά άλλο σώμα να επιπλεύσει. Βλ. σωσίβιο. 2. βάση σκάφους ή υδροπλάνου σε σχήμα λέμβου, που του επιτρέπει να επιπλέει. Πβ. φλοτέρ. Βλ. κατα-, τρι-μαράν. 3. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ρύθμισης της ροής υγρών ανάλογα με το ύψος της στάθμης τους. Βλ. -τήρας. [< αρχ. πλωτήρ 'ναύτης', γαλλ. flotteur]
41074πλωτός, ή, ό πλω-τός επίθ. (λόγ.) 1. που πλέει ή μπορεί να πλέει: ~ός: γερανός. ~ή: γέφυρα/δεξαμενή/προβλήτα. ~ό: γεωτρύπανο/σκάφος (βλ. πλοίο)/σπίτι/φράγμα. ~ά: μέσα μεταφοράς. 2. που μπορεί κάποιος να τον διαπλεύσει: ~ός: ποταμός. ~ή: οδός. Πβ. πλεύσιμος. ● ΣΥΜΠΛ.: πλωτό ξενοδοχείο βλ. ξενοδοχείο [< αρχ. πλωτός]
41075ΠΜΟ(ο): Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός.
41076ΠΜΣ: (το) Πρόγραµµα Μεταπτυχιακών Σπουδών.
41077ΠΝ(το): Πολεμικό Ναυτικό.
41078πνεύμα[πνεῦμα] πνεύ-μα ουσ. (ουδ.) {πνεύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. νους, μυαλό, τρόπος σκέψης: Έχει αναλυτικό/ανοιχτό/επιστημονικό/επιχειρηματικό/ερευνητικό/κριτικό/μαθηματικό/μεθοδικό/οργανωτικό/φιλοσοφικό ~. Τα επιτεύγματα του ανθρώπινου ~ατος. Απελευθέρωση/καλλιέργεια του ~ατος. Άτομο με ετοιμότητα/ευρύτητα ~ατος. Δραστηριότητες που αναζωογονούν/διεγείρουν το ~. Η παράσταση μας βάζει στο ~ του συγγραφέα.|| (ως άυλη υπόσταση:) Το σώμα και το ~ (: η ψυχή). ΑΝΤ. σάρκα. 2. (κατ' επέκτ.) ο άνθρωπος ως προς τις νοητικές του ικανότητες και την προσωπικότητά του: Ένα από τα εξέχοντα/λαμπρότερα/πιο φωτεινά ~ατα της εποχής του. Είναι ανήσυχο/απαιτητικό/δημιουργικό/δραστήριο/εκλεπτυσμένο/ελεύθερο/εμπορικό/εφευρετικό/σπινθηροβόλο/στοχαστικό ~. Πβ. ιδιοσυγκρασία. 3. εξυπνάδα, οξύνοια: Γοητεύει με το οξύ και σπινθηροβόλο ~ του. 4. λογική, νοοτροπία, σύνολο αντιλήψεων: αυταρχικό/καταναλωτικό/μιλιταριστικό/φιλελεύθερο ~. Επικρατεί/κυριαρχεί ένα διαφορετικό/νέο ~. Κινούνται στο ίδιο (περίπου) ~. Πρόταση που δεν εναρμονίζεται/συμβιβάζεται/συνάδει με το ~ του νομοθέτη. Βρίσκονται κοντά στο/μακριά από το ~ και τις αναζητήσεις της σύγχρονης γενιάς. Υπό το ~ αυτό, θεωρούμε ότι ...|| Σύμφωνα με τις απαιτήσεις και το ~ της αγοράς. Έργο που εκφράζει το ~ της εποχής μας/των καιρών.|| Το αρχαιοελληνικό/χριστιανικό ~. Το ~ του Διαφωτισμού/Ολυμπισμού (: ολυμπιακό ~). Το ~ των προγόνων (= η πνευματική κληρονομιά). 5. νόημα, περιεχόμενο, η βαθύτερη ουσία: Σύμφωνα με το ~ του άρθρου/των κανονισμών/των όρων χρήσης ... Αντίθετοι με το ~ του νομοσχεδίου. Προσπαθεί να αποδώσει όσο το δυνατόν πιο πιστά/να συλλάβει το ~ του βιβλίου/του ποιήματος. Δεν συμβαδίζουν με το/ενεργούν ενάντια στο ~ των ειρηνευτικών συμφωνιών. 6. ψυχική διάθεση, στάση: με αδούλωτο/ακατάβλητο/(αντ)αγωνιστικό/μαχητικό/οικουμενικό/ομαδικό/συλλογικό/φιλικό ~. Διάλογος (μέσα) σε ~ αδελφοσύνης/εμπιστοσύνης/καλής θέλησης/κατανόησης/συνεργασίας. Προσπαθεί να τους εμφυσήσει το ~ του νικητή. Επέδειξε υψηλό ~ (= φρόνημα)/~ αυτοθυσίας.|| Το εορταστικό/εύθυμο ~ (= ατμόσφαιρα, κλίμα) των ημερών. 7. άυλη, υπερφυσική υπόσταση· ειδικότ. ξωτικό, φάντασμα: το Πνεύμα του Θεού (= η θεία δύναμη, χάρη).|| Πονηρό ~/το ~ του κακού (= ο διάβολος). (ΛΑΟΓΡ.) Έκαναν αγιασμό για να διώξουν/φύγουν τα κακά ~ατα.|| Αγαθά/καλά ~ατα. Τα ~ατα του δάσους. Βλ. αερικό, δαιμόνιο, καλικάντζαρος, νεράιδα, στοιχειό, τελώνιο.|| Ισχυριζόταν ότι επικοινωνεί με/καλεί τα ~ατα (= τις ψυχές των νεκρών· πβ. ίσκιος. Βλ. πνευματισμός). 8. ΓΡΑΜΜ. (στο πολυτονικό σύστημα) δασεία ή ψιλή. ● πνεύματα (τα) (προφ.): συναισθηματική κατάσταση, κυρ. ψυχική ένταση: Άναψαν/οξύνθηκαν τα ~. Προσπάθησε να ηρεμήσει/καθησυχάσει/κατευνάσει τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Πνεύμα: ΕΚΚΛΗΣ. το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας: Πατήρ, Υιός και ~ ~. Βλ. η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος., το γράμμα και το πνεύμα & το πνεύμα και το γράμμα: η διατύπωση και το περιεχόμενο: Εξετάζοντας ~ ~ των παραπάνω διατάξεων, ... [< γαλλ. l'esprit et la lettre ] , το πνεύμα και το ύφος & το ύφος και το πνεύμα: το περιεχόμενο και το ύφος: μετάφραση σύμφωνη με ~ ~ του πρωτοτύπου., το πνεύμα του νόμου: το ουσιαστικό περιεχόμενο ενός νόμου: Ενεργώ σύμφωνα με/παραβιάζω ~ ~. Πβ. το γράμμα του νόμου. [< γαλλ. l' esprit de loi] , αθλητικό πνεύμα βλ. αθλητικός, ακάθαρτο πνεύμα βλ. ακάθαρτος, άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία βλ. ελευθερία, Ζωοποιό Πνεύμα βλ. ζωοποιός, η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις, πνεύμα αντιλογίας βλ. αντιλογία, πνευματική διαύγεια/διαύγεια πνεύματος βλ. διαύγεια ● ΦΡ.: κάνω πνεύμα (προφ.-συνήθ. ειρων.): λέω ευφυολογήματα: ~ει ~ (= λέει εξυπνάδες) παρά χιούμορ. [< γαλλ. faire de l' esprit] , μπαίνω στο πνεύμα (προφ.): εξοικειώνομαι, προσαρμόζομαι· αρχίζω να καταλαβαίνω: Άρχισε να ~ει ~ (: στο κλίμα) της ομάδας/του παιχνιδιού. Πβ. εγκλιματίζομαι.|| Μπες στο ~ του κειμένου! Πβ. μπαίνω στο νόημα/πιάνω το νόημα/βάζω κάποιον στο νόημα., παρέδωσε το πνεύμα & (σπάν.) την ψυχή: (κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.) πέθανε· (ειρων., για μηχάνημα ή συσκευή) σταμάτησε να λειτουργεί, χάλασε., πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα (προφ.): κάνω τον έξυπνο: Θέλει/προσπαθεί να (μας) ~ήσει ~., μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι βλ. φτωχός, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! βλ. συναντώ, το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής βλ. σαρξ [< 1-5,7: αρχ. πνεῦμα 6: γαλλ. esprit 8: μτγν. σημ.]
41079πνευματικός, ή, ό πνευ-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πνεύμα: ~ός: αγώνας/έρωτας/λήθαργος/πλούτος/πολιτισμός. ~ή: αναγέννηση/αναζήτηση/δημιουργία/δραστηριότητα/δύναμη/εξέλιξη/επικοινωνία/εργασία (ΑΝΤ. χειρωνακτική)/ζωή/καλλιέργεια/κατάσταση/κούραση/παραγωγή/ωρίμανση. ~ό: περιβάλλον/συμπόσιο. ~οί: θησαυροί/ορίζοντες. ~ές: ανάγκες/ανησυχίες/ασχολίες/ικανότητες. ~ά: ενδιαφέροντα/εφόδια/χαρίσματα. Σωματική, ψυχική και ~ή υγεία. Άτομα με ~ή αναπηρία (= νοητική υστέρηση). ~ό και ιδεολογικό κίνημα/ρεύμα. ~οί και καλλιτεχνικοί κύκλοι. Πβ. διανοητικός. Βλ. αντι~, ψυχο~. 2. (κατ' επέκτ.) άυλος: ~ά: αγαθά (ΑΝΤ. υλικά)/όντα (= ουράνιες/υπερφυσικές δυνάμεις). 3. ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα: ~ό: πιστολέτο. ~οί: αυτοματισμοί/κινητήρες/κύλινδροι. ~ά: όργανα (μετρήσεων)/συστήματα. Βλ. ηλεκτρο~, υδρο~. ● Ουσ.: πνευματικός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. εξομολόγος. [< μεσν. πνευματικός] ● επίρρ.: πνευματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πνευματικά δικαιώματα & δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας 1. ΝΟΜ. τα νομικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών στο έργο τους, τα οποία απαγορεύουν τη χρήση προϊόντων της διάνοιας από τρίτους, χωρίς την έγκριση του δημιουργού τους: Τα ~ ~ των κειμένων/φωτογραφιών ανήκουν στο ίδρυμα ... Ο συγγραφέας διατηρεί/έχει τα ~ ~ του έργου. Το λογισμικό προστατεύεται από (τα ελληνικά και διεθνή) ~ ~. Πβ. κοπιράιτ. Βλ. ΟΠΙ. 2. (συνεκδ.) η αμοιβή του δημιουργού για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του έργου του από τρίτους. [< γαλλ. droits de propriété intellectuelle] , πνευματική ηγεσία (λόγ.): διανοούμενοι: η ~ ~ του τόπου (= ιντελιγκέντσια)., πνευματική κληρονομιά & παράδοση: τα πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα ενός συνόλου ανθρώπων ή ενός ανθρώπου του πνεύματος: η ~ ~ ενός λαού/μιας χώρας. Πβ. κουλτούρα, πολιτισμός.|| Ο μεγάλος καλλιτέχνης άφησε πίσω τη δική του ~ ~., πνευματική τροφή: οτιδήποτε συμβάλλει στην πνευματική ανάπτυξη: Τα βιβλία αποτελούν ~ ~. ΑΝΤ. υλική τροφή., πνευματικό ίδρυμα: κάθε πολιτιστικό ή κυρ. εκπαιδευτικό ίδρυμα. Βλ. Ακαδημία, Πανεπιστήμιο., πνευματικός ηγέτης 1. πνευματικός καθοδηγητής: οι ~οί ~ες του λαού. Πβ. οργανικός διανοούμενος, ταγός. 2. θρησκευτικός ηγέτης: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο ~ ~ των απανταχού Ορθοδόξων. Βλ. αγιατολάχ, βραχμάνος, γκουρού, Δαλάι Λάμα., άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία βλ. ελευθερία, πνευματική διαύγεια/διαύγεια πνεύματος βλ. διαύγεια, πνευματική ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, πνευματική μητέρα βλ. μητέρα, πνευματική οικοδομή βλ. οικοδομή, πνευματική συγγένεια βλ. συγγένεια, πνευματική/διανοητική ηλικία βλ. ηλικία, πνευματικό κέντρο βλ. κέντρο, πνευματικό τέκνο/παιδί βλ. τέκνο, πνευματικό/σωληνωτό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο, πνευματικός πατέρας βλ. πατέρας, πνευματικός/ή αδελφός/ή βλ. αδελφός [< 1,2: μτγν. πνευματικός, γαλλ. intellectuelle 3: αγγλ. pneumatic, γαλλ. pneumatique]
41080πνευματικότηταπνευ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οι πνευματικές ιδιότητες ενός ατόμου ή ειδικότ. η θρησκευτικότητά του: η ~ του ανθρώπου.|| Ορθόδοξη/χριστιανική ~. Βλ. μυσταγωγία, -ότητα. [< μεσν. πνευματικότης, γαλλ. spiritualité]
41081πνευματισμόςπνευ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πίστη στην ύπαρξη πνευμάτων και κατ' επέκτ. στην επικοινωνία με αυτά, συνήθ. μέσω μέντιουμ. Βλ. -ισμός, μαγεία. [< μεσν. πνευματισμός 'χρήση της ψιλής και δασείας', γαλλ. spiritisme]
41082πνευματιστήςπνευ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πνευματίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται με τον πνευματισμό ή τον ασπάζεται. Πβ. μέντιουμ. Βλ. μυστικ-, οραματ-, υπνωτ-ιστής. [< γαλλ. spiritiste]
41083πνευματιστικός, ή, ό πνευ-μα-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πνευματισμό ή τον πνευματιστή: ~ός: όμιλος. ~ή: συγκέντρωση. ~ά: φαινόμενα. [< γαλλ. spirite]
41084πνευματοκρατίαπνευ-μα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. μεταφυσική κοσμοθεωρία που υποστηρίζει την ύπαρξη πνευματικού, νοητού κόσμου, ο οποίος είναι αιώνιος και άφθαρτος, και την ανωτερότητά του έναντι του υλικού. Πβ. ιδεαλισμός. Βλ. -κρατία. ΣΥΝ. σπιριτουαλισμός ΑΝΤ. υλισμός (1) [< γαλλ. spiritualisme]
41085πνευματοκτόνος, ος/α, ο πνευ-μα-το-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που καταστρέφει το πνεύμα, τη δημιουργικότητα. Βλ. -κτόνος. [< γερμ. geisttötend]
41086πνευματολογίαπνευ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης το Άγιο Πνεύμα. Βλ. εκκλησιο-, χριστο-λογία. 2. μελέτες σχετικές με τη φύση των πνευμάτων. [< γαλλ. pneumatologie, αγγλ. pneumatology]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.