| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 17077 | Πνεύμα | [ἐξυπνάδα] ε-ξυ-πνά-δα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του έξυπνου: στοιχειώδης ~. ~ και επινοητικότητα/ευρηματικότητα/πονηριά. Φαντασία και ~. Τεστ ~ας. Δεν χρειάζεται και πολλή ~, για να το καταλάβεις. Πβ. ευστροφία, ευφυΐα, οξύνοια, σπιρτάδα. ΑΝΤ. αμβλύνοια, ανοησία (1), βλακεία (1), ηλιθιότητα (1) 2. {συχνά στον πληθ.} (προφ.-ειρων.) ανόητο αστείο ή ενέργεια: Μην κάνεις/πεις καμιά ~. Αφήστε/σταματήστε τις ~ες. Όλο ~ες είσαι. Πβ. ευφυολόγημα, κρυάδα. Βλ. -άδα. ● ΦΡ.: πουλάω πνεύμα/εξυπνάδα βλ. πνεύμα | |
| 41079 | πνευματικός | , ή, ό πνευ-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πνεύμα: ~ός: αγώνας/έρωτας/λήθαργος/πλούτος/πολιτισμός. ~ή: αναγέννηση/αναζήτηση/δημιουργία/δραστηριότητα/δύναμη/εξέλιξη/επικοινωνία/εργασία (ΑΝΤ. χειρωνακτική)/ζωή/καλλιέργεια/κατάσταση/κούραση/παραγωγή/ωρίμανση. ~ό: περιβάλλον/συμπόσιο. ~οί: θησαυροί/ορίζοντες. ~ές: ανάγκες/ανησυχίες/ασχολίες/ικανότητες. ~ά: ενδιαφέροντα/εφόδια/χαρίσματα. Σωματική, ψυχική και ~ή υγεία. Άτομα με ~ή αναπηρία (= νοητική υστέρηση). ~ό και ιδεολογικό κίνημα/ρεύμα. ~οί και καλλιτεχνικοί κύκλοι. Πβ. διανοητικός. Βλ. αντι~, ψυχο~. 2. (κατ' επέκτ.) άυλος: ~ά: αγαθά (ΑΝΤ. υλικά)/όντα (= ουράνιες/υπερφυσικές δυνάμεις). 3. ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα: ~ό: πιστολέτο. ~οί: αυτοματισμοί/κινητήρες/κύλινδροι. ~ά: όργανα (μετρήσεων)/συστήματα. Βλ. ηλεκτρο~, υδρο~. ● Ουσ.: πνευματικός (ο): ΕΚΚΛΗΣ. εξομολόγος. [< μεσν. πνευματικός] ● επίρρ.: πνευματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πνευματικά δικαιώματα & δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας 1. ΝΟΜ. τα νομικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών στο έργο τους, τα οποία απαγορεύουν τη χρήση προϊόντων της διάνοιας από τρίτους, χωρίς την έγκριση του δημιουργού τους: Τα ~ ~ των κειμένων/φωτογραφιών ανήκουν στο ίδρυμα ... Ο συγγραφέας διατηρεί/έχει τα ~ ~ του έργου. Το λογισμικό προστατεύεται από (τα ελληνικά και διεθνή) ~ ~. Πβ. κοπιράιτ. Βλ. ΟΠΙ. 2. (συνεκδ.) η αμοιβή του δημιουργού για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του έργου του από τρίτους. [< γαλλ. droits de propriété intellectuelle] , πνευματική ηγεσία (λόγ.): διανοούμενοι: η ~ ~ του τόπου (= ιντελιγκέντσια)., πνευματική κληρονομιά & παράδοση: τα πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα ενός συνόλου ανθρώπων ή ενός ανθρώπου του πνεύματος: η ~ ~ ενός λαού/μιας χώρας. Πβ. κουλτούρα, πολιτισμός.|| Ο μεγάλος καλλιτέχνης άφησε πίσω τη δική του ~ ~., πνευματική τροφή: οτιδήποτε συμβάλλει στην πνευματική ανάπτυξη: Τα βιβλία αποτελούν ~ ~. ΑΝΤ. υλική τροφή., πνευματικό ίδρυμα: κάθε πολιτιστικό ή κυρ. εκπαιδευτικό ίδρυμα. Βλ. Ακαδημία, Πανεπιστήμιο., πνευματικός ηγέτης 1. πνευματικός καθοδηγητής: οι ~οί ~ες του λαού. Πβ. οργανικός διανοούμενος, ταγός. 2. θρησκευτικός ηγέτης: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο ~ ~ των απανταχού Ορθοδόξων. Βλ. αγιατολάχ, βραχμάνος, γκουρού, Δαλάι Λάμα., άνθρωποι των γραμμάτων/πνευματικοί άνθρωποι βλ. άνθρωπος, ελευθερία του πνεύματος/πνευματική ελευθερία βλ. ελευθερία, πνευματική διαύγεια/διαύγεια πνεύματος βλ. διαύγεια, πνευματική ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, πνευματική μητέρα βλ. μητέρα, πνευματική οικοδομή βλ. οικοδομή, πνευματική συγγένεια βλ. συγγένεια, πνευματική/διανοητική ηλικία βλ. ηλικία, πνευματικό κέντρο βλ. κέντρο, πνευματικό τέκνο/παιδί βλ. τέκνο, πνευματικό/σωληνωτό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο, πνευματικός πατέρας βλ. πατέρας, πνευματικός/ή αδελφός/ή βλ. αδελφός [< 1,2: μτγν. πνευματικός, γαλλ. intellectuelle 3: αγγλ. pneumatic, γαλλ. pneumatique] | |
| 41080 | πνευματικότητα | πνευ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οι πνευματικές ιδιότητες ενός ατόμου ή ειδικότ. η θρησκευτικότητά του: η ~ του ανθρώπου.|| Ορθόδοξη/χριστιανική ~. Βλ. μυσταγωγία, -ότητα. [< μεσν. πνευματικότης, γαλλ. spiritualité] | |
| 41081 | πνευματισμός | πνευ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): πίστη στην ύπαρξη πνευμάτων και κατ' επέκτ. στην επικοινωνία με αυτά, συνήθ. μέσω μέντιουμ. Βλ. -ισμός, μαγεία. [< μεσν. πνευματισμός 'χρήση της ψιλής και δασείας', γαλλ. spiritisme] | |
| 41082 | πνευματιστής | πνευ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. πνευματίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται με τον πνευματισμό ή τον ασπάζεται. Πβ. μέντιουμ. Βλ. μυστικ-, οραματ-, υπνωτ-ιστής. [< γαλλ. spiritiste] | |
| 41083 | πνευματιστικός | , ή, ό πνευ-μα-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πνευματισμό ή τον πνευματιστή: ~ός: όμιλος. ~ή: συγκέντρωση. ~ά: φαινόμενα. [< γαλλ. spirite] | |
| 41084 | πνευματοκρατία | πνευ-μα-το-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. μεταφυσική κοσμοθεωρία που υποστηρίζει την ύπαρξη πνευματικού, νοητού κόσμου, ο οποίος είναι αιώνιος και άφθαρτος, και την ανωτερότητά του έναντι του υλικού. Πβ. ιδεαλισμός. Βλ. -κρατία. ΣΥΝ. σπιριτουαλισμός ΑΝΤ. υλισμός (1) [< γαλλ. spiritualisme] | |
| 41085 | πνευματοκτόνος | , ος/α, ο πνευ-μα-το-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που καταστρέφει το πνεύμα, τη δημιουργικότητα. Βλ. -κτόνος. [< γερμ. geisttötend] | |
| 41086 | πνευματολογία | πνευ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης το Άγιο Πνεύμα. Βλ. εκκλησιο-, χριστο-λογία. 2. μελέτες σχετικές με τη φύση των πνευμάτων. [< γαλλ. pneumatologie, αγγλ. pneumatology] | |
| 41087 | πνευματώδης | , ης, ες πνευ-μα-τώ-δης επίθ. {πνευματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): ευφυής, οξύνους και κατ' επέκτ. ευφυολόγος: ~ης: κριτική. ~ες: βιβλίο/σχόλιο/ύφος/χιούμορ. ~εις: συζητήσεις. Βλ. -ώδης. [< πβ. αρχ. πνευματώδης 'που μοιάζει με αέρα', γαλλ. spirituel] | |
| 41088 | πνευμάτωση | πνευ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση αέρα ή αερίων στους ιστούς και τις κοιλότητες του σώματος. Πβ. εμφύσημα. [< αρχ. πνευμάτωσις 'εξαέρωση, πρήξιμο', γαλλ. pneumatose, αγγλ. pneumatosis] | |
| 41089 | πνευμοθώρακας | πνευ-μο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.) & πνευμονοθώρακας: ΙΑΤΡ. παθολογική εμφάνιση αέρα ή αερίων στην κοιλότητα του υπεζωκότα, η οποία προκαλεί δύσπνοια και κυρ. έντονο πόνο στον θώρακα: αυτόματος/τεχνητός/τραυματικός ~. ~ υπό τάση. Βλ. χυλοθώρακας. [< γαλλ.-αγγλ. pneumothorax] | |
| 41090 | πνεύμονας | πνεύ-μο-νας ουσ. (αρσ.) {πνευμόν-ων} 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο αναπνευστικά όργανα του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων, τα οποία βρίσκονται στη θωρακική κοιλότητα και επιτρέπουν τη διοχέτευση οξυγόνου στον οργανισμό μέσω του αίματος: αριστερός/δεξιός ~. Μεταμόσχευση ~α. Λοίμωξη των ~ων (βλ. πνευμονία). Χορήγηση φαρμάκων μέσω των ~ων. Βλ. βράγχια.|| Τεχνητός ~. 2. (μτφ.) έκταση πρασίνου, συνήθ. σε αστική περιοχή· κατ' επέκτ. οτιδήποτε αποτελεί πηγή τόνωσης και δραστηριότητας: ~ οξυγόνου/πρασίνου. Οι ~ες της πόλης. Το δάσος είναι ζωτικός ~.|| Η γεωργία αποτελεί τον οικονομικό ~α της περιοχής. [< 1: αρχ. πνεύμων 2: γαλλ. poumon] | |
| 41091 | πνευμονεκτομή | πνευ-μο-νε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση ολόκληρου του πνεύμονα. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. pneumonectomy, γαλλ. pneumonectomie, 1932] | |
| 41092 | πνευμόνι | πνευ-μό-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πνεύμονας: μαυρισμένα ~ια (: από το κάπνισμα).|| (μτφ.) Έχει γερά ~ια (: μεγάλες αντοχές).|| (ΜΑΓΕΙΡ., στα σφάγια) Ψιλοκόβουμε το ~. Βλ. εντόσθια, -όνι. ΣΥΝ. πλεμόνι [< μτγν. πνευμόνιον] | |
| 41093 | πνευμονία | πνευ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οξεία λοιμώδης φλεγμονή των πνευμόνων, που προκαλείται συνήθ. από ιούς, βακτήρια ή μύκητες, με κύρια συμπτώματα υψηλό πυρετό, βήχα και δύσπνοια: άτυπη/βαριά/θανατηφόρος/παιδική/χρόνια ~. Κρούσμα ~ας. Το μυκόπλασμα της ~ας. Εμβόλιο κατά της ~ας. Βλ. νόσος των λεγεωνάριων. [< μτγν. πνευμονία, γαλλ. pneumonie, αγγλ. pneumonia] | |
| 41094 | πνευμονικός | , ή, ό πνευ-μο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πνεύμονες: ~ός: αερισμός/άνθρακας/ιστός/όγκος. ~ή: αρτηρία/ασθένεια/βαλβίδα/εμβολή. ~ό: σύνδρομο. ~ές: παθήσεις. Μεταμόσχευση ~ού λοβού. Διάγνωση ~ής εμβολής. Βλ. εξω~, καρδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευμονική πανώλη βλ. πανώλη, πνευμονικό εμφύσημα βλ. εμφύσημα, πνευμονικό οίδημα βλ. οίδημα [< αρχ. πνευμονικός, γαλλ. pneumonique, αγγλ. pneumonic] | |
| 41095 | πνευμονιόκοκκος | πνευ-μο-νι-ό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.) & πνευμονόκοκκος: ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο (επιστ. ονομασ. Streptococcus pneumoniae), που προκαλεί κυρ. πνευμονία και ορισμένες μορφές μηνιγγίτιδας: αντοχή/μικρόβιο του ~ ου. Βλ. μηνιγγιτιδόκοκκος. [< αγγλ. pneumococcus, γαλλ. pneumocoque] | |
| 41096 | πνευμονο- & πνευμονό- & πνευμον- | : ΙΑΤΡ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στους πνεύμονες και κυρ. σε ειδικές παθήσεις: πνευμονο-κονίαση.|| Πνευμονο-λόγος. | |
| 41097 | πνευμονογαστρικός | , ή, ό πνευ-μο-νο-γα-στρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πνευμονογαστρικό νεύρο: ΑΝΑΤ. κρανιακό νεύρο που μεταφέρει αίσθηση και κίνηση στον φάρυγγα, τον λάρυγγα, τους πνεύμονες, την καρδιά, τον οισοφάγο, το στομάχι και τα περισσότερα γαστρικά σπλάχνα. Βλ. βαγοτομή. [< γαλλ. nerf pneumogastrique, αγγλ. pneumogastric nerve] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ