| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41088 | πνευμάτωση | πνευ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση αέρα ή αερίων στους ιστούς και τις κοιλότητες του σώματος. Πβ. εμφύσημα. [< αρχ. πνευμάτωσις 'εξαέρωση, πρήξιμο', γαλλ. pneumatose, αγγλ. pneumatosis] | |
| 41089 | πνευμοθώρακας | πνευ-μο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.) & πνευμονοθώρακας: ΙΑΤΡ. παθολογική εμφάνιση αέρα ή αερίων στην κοιλότητα του υπεζωκότα, η οποία προκαλεί δύσπνοια και κυρ. έντονο πόνο στον θώρακα: αυτόματος/τεχνητός/τραυματικός ~. ~ υπό τάση. Βλ. χυλοθώρακας. [< γαλλ.-αγγλ. pneumothorax] | |
| 41090 | πνεύμονας | πνεύ-μο-νας ουσ. (αρσ.) {πνευμόν-ων} 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο αναπνευστικά όργανα του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων, τα οποία βρίσκονται στη θωρακική κοιλότητα και επιτρέπουν τη διοχέτευση οξυγόνου στον οργανισμό μέσω του αίματος: αριστερός/δεξιός ~. Μεταμόσχευση ~α. Λοίμωξη των ~ων (βλ. πνευμονία). Χορήγηση φαρμάκων μέσω των ~ων. Βλ. βράγχια.|| Τεχνητός ~. 2. (μτφ.) έκταση πρασίνου, συνήθ. σε αστική περιοχή· κατ' επέκτ. οτιδήποτε αποτελεί πηγή τόνωσης και δραστηριότητας: ~ οξυγόνου/πρασίνου. Οι ~ες της πόλης. Το δάσος είναι ζωτικός ~.|| Η γεωργία αποτελεί τον οικονομικό ~α της περιοχής. [< 1: αρχ. πνεύμων 2: γαλλ. poumon] | |
| 41091 | πνευμονεκτομή | πνευ-μο-νε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση ολόκληρου του πνεύμονα. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. pneumonectomy, γαλλ. pneumonectomie, 1932] | |
| 41092 | πνευμόνι | πνευ-μό-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πνεύμονας: μαυρισμένα ~ια (: από το κάπνισμα).|| (μτφ.) Έχει γερά ~ια (: μεγάλες αντοχές).|| (ΜΑΓΕΙΡ., στα σφάγια) Ψιλοκόβουμε το ~. Βλ. εντόσθια, -όνι. ΣΥΝ. πλεμόνι [< μτγν. πνευμόνιον] | |
| 41093 | πνευμονία | πνευ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οξεία λοιμώδης φλεγμονή των πνευμόνων, που προκαλείται συνήθ. από ιούς, βακτήρια ή μύκητες, με κύρια συμπτώματα υψηλό πυρετό, βήχα και δύσπνοια: άτυπη/βαριά/θανατηφόρος/παιδική/χρόνια ~. Κρούσμα ~ας. Το μυκόπλασμα της ~ας. Εμβόλιο κατά της ~ας. Βλ. νόσος των λεγεωνάριων. [< μτγν. πνευμονία, γαλλ. pneumonie, αγγλ. pneumonia] | |
| 41094 | πνευμονικός | , ή, ό πνευ-μο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πνεύμονες: ~ός: αερισμός/άνθρακας/ιστός/όγκος. ~ή: αρτηρία/ασθένεια/βαλβίδα/εμβολή. ~ό: σύνδρομο. ~ές: παθήσεις. Μεταμόσχευση ~ού λοβού. Διάγνωση ~ής εμβολής. Βλ. εξω~, καρδιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευμονική πανώλη βλ. πανώλη, πνευμονικό εμφύσημα βλ. εμφύσημα, πνευμονικό οίδημα βλ. οίδημα [< αρχ. πνευμονικός, γαλλ. pneumonique, αγγλ. pneumonic] | |
| 41095 | πνευμονιόκοκκος | πνευ-μο-νι-ό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.) & πνευμονόκοκκος: ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο (επιστ. ονομασ. Streptococcus pneumoniae), που προκαλεί κυρ. πνευμονία και ορισμένες μορφές μηνιγγίτιδας: αντοχή/μικρόβιο του ~ ου. Βλ. μηνιγγιτιδόκοκκος. [< αγγλ. pneumococcus, γαλλ. pneumocoque] | |
| 41096 | πνευμονο- & πνευμονό- & πνευμον- | : ΙΑΤΡ. α' συνθετικό όρων με αναφορά στους πνεύμονες και κυρ. σε ειδικές παθήσεις: πνευμονο-κονίαση.|| Πνευμονο-λόγος. | |
| 41097 | πνευμονογαστρικός | , ή, ό πνευ-μο-νο-γα-στρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πνευμονογαστρικό νεύρο: ΑΝΑΤ. κρανιακό νεύρο που μεταφέρει αίσθηση και κίνηση στον φάρυγγα, τον λάρυγγα, τους πνεύμονες, την καρδιά, τον οισοφάγο, το στομάχι και τα περισσότερα γαστρικά σπλάχνα. Βλ. βαγοτομή. [< γαλλ. nerf pneumogastrique, αγγλ. pneumogastric nerve] | |
| 41098 | πνευμονοθώρακας | βλ. πνευμοθώρακας | |
| 41099 | πνευμονοκονίωση | πνευ-μο-νο-κο-νί-ω-ση ουσ. (θηλ.) & πνευμονοκονίαση: ΙΑΤΡ. γενική ονομασία εκφυλιστικών επαγγελματικών νόσων των πνευμόνων, που οφείλονται στην εισπνοή μεταλλικών ή ορυκτών σωματιδίων: ~ των ανθρακωρύχων (βλ. ανθράκωση). ~ αμιάντου (βλ. αμιάντωση). Βλ. πυριτίαση, σιδήρωση. [< γαλλ. pneumoconiose, αγγλ. pneumoconiosis] | |
| 41100 | πνευμονολογία | πνευ-μο-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τη λειτουργία, τις παθήσεις και τη θεραπεία των πνευμόνων και των βρόγχων: επεμβατική/παιδιατρική ~. ~-φυματολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. pneumologie, αγγλ. pneumology] | |
| 41101 | πνευμονολογικός | , ή, ό πνευ-μο-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πνευμονολογία: ~ή: κλινική. ~ό: ιατρείο/πρόβλημα/συνέδριο. ~ές: εξετάσεις. Ελληνική ~ή εταιρεία.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). [< αγγλ. pneumological, γαλλ. pneumologique] | |
| 41102 | πνευμονολόγος | πνευ-μο-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην πνευμονολογία: ~-φυματιολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. pneumologue, πριν από το 1959] | |
| 41103 | πνευμονοπάθεια | πνευ-μο-νο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασθένεια των πνευμόνων: διάχυτες διάμεσες ~ες. Βλ. -πάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια βλ. αποφρακτικός [< γαλλ. pneumopathie, 1912] | |
| 54387 | πνευστα | φαν-φά-ρα ουσ. (θηλ.) & φαμφάρα: ΜΟΥΣ. μελωδία ή μοτίβο για τρομπέτες ή/και άλλα χάλκινα πνευστά, για εορταστικούς ή στρατιωτικούς σκοπούς· συνεκδ. η αντίστοιχη μπάντα. ● φανφάρες (οι) (κυρ. μτφ.-προφ.): βαρύγδουπα, στομφώδη λόγια· πομπώδεις εκδηλώσεις: επικοινωνιακές/προεκλογικές ~ (= μεγαλοστομίες, φλυαρίες). Πβ. αερολογίες, πομφόλυγες, φληναφήματα.|| Τελετές χωρίς (περιττές) ~ και τυμπανοκρουσίες (πβ. εντυπωσιασμός). Είναι όλο ~ (= εφέ, φιγούρα) και υποσχέσεις. [< ιταλ. fanfara, γαλλ. fanfare] | |
| 41104 | πνευστός | , ή, ό πνευ-στός επίθ. (λόγ.): φουσκωτός: ~ή: μηχανοκίνητη λέμβος/σχεδία. ~ό: σκάφος. ● Ουσ.: πνευστά (τα): ΜΟΥΣ. μουσικά όργανα που παράγουν ήχο μέσω της εκπνοής αέρα: παραδοσιακά/ξύλινα (βλ. κλαρινέτο, όμποε, φλάουτο)/χάλκινα (βλ. κορνέτα, κόρνο, σαξόφωνο, τούμπα2, τρομπέτα, τρομπόνι) ~. Μπάντα/ορχήστρα ~ών. Βλ. έγχορδα, κρουστά. [< γερμ. Blasinstrumente] [< μτγν. πνευστός] | |
| 41105 | πνέω | πνέ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπνευ-σε, πνεύ-σει, πνέ-οντας} (λόγ.): φυσώ: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ουν ασθενείς/βόρειοι/ισχυροί άνεμοι.|| (μτφ.) ~ει ούριος άνεμος στην αγορά ακινήτων (: υπάρχουν ευνοικές συνθήκες). ~ει αέρας αισιοδοξίας/αλλαγής. ● ΦΡ.: πνέει (τα) μένεα βλ. μένεα, πνέει τα λοίσθια βλ. λοίσθιος [< αρχ. πνέω] | |
| 41106 | πνιγηρός | , ή, ό πνι-γη-ρός επίθ. & (σπάν.) πνιγερός (λόγ.): που εμποδίζει ή δυσχεραίνει την αναπνοή, που προκαλεί έντονη δυσφορία: ~ή: ατμόσφαιρα/ζέστη/μυρωδιά. ~ές: αναθυμιάσεις.|| (μτφ.) ~ό: κλίμα/περιβάλλον. Πβ. αποπνικτικός, ασφυκτικός. Βλ. -ηρός. [< αρχ. πνιγηρός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ