Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41680-41700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41098πνευμονοθώρακαςβλ. πνευμοθώρακας
41099πνευμονοκονίωσηπνευ-μο-νο-κο-νί-ω-ση ουσ. (θηλ.) & πνευμονοκονίαση: ΙΑΤΡ. γενική ονομασία εκφυλιστικών επαγγελματικών νόσων των πνευμόνων, που οφείλονται στην εισπνοή μεταλλικών ή ορυκτών σωματιδίων: ~ των ανθρακωρύχων (βλ. ανθράκωση). ~ αμιάντου (βλ. αμιάντωση). Βλ. πυριτίαση, σιδήρωση. [< γαλλ. pneumoconiose, αγγλ. pneumoconiosis]
41100πνευμονολογίαπνευ-μο-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τη λειτουργία, τις παθήσεις και τη θεραπεία των πνευμόνων και των βρόγχων: επεμβατική/παιδιατρική ~. ~-φυματολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. pneumologie, αγγλ. pneumology]
41101πνευμονολογικός, ή, ό πνευ-μο-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πνευμονολογία: ~ή: κλινική. ~ό: ιατρείο/πρόβλημα/συνέδριο. ~ές: εξετάσεις. Ελληνική ~ή εταιρεία.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). [< αγγλ. pneumological, γαλλ. pneumologique]
41102πνευμονολόγοςπνευ-μο-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην πνευμονολογία: ~-φυματιολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. pneumologue, πριν από το 1959]
41103πνευμονοπάθειαπνευ-μο-νο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασθένεια των πνευμόνων: διάχυτες διάμεσες ~ες. Βλ. -πάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια βλ. αποφρακτικός [< γαλλ. pneumopathie, 1912]
54387πνευστα

φαν-φά-ρα ουσ. (θηλ.) & φαμφάρα: ΜΟΥΣ. μελωδία ή μοτίβο για τρομπέτες ή/και άλλα χάλκινα πνευστά, για εορταστικούς ή στρατιωτικούς σκοπούς· συνεκδ. η αντίστοιχη μπάντα. ● φανφάρες (οι) (κυρ. μτφ.-προφ.): βαρύγδουπα, στομφώδη λόγια· πομπώδεις εκδηλώσεις: επικοινωνιακές/προεκλογικές ~ (= μεγαλοστομίες, φλυαρίες). Πβ. αερολογίες, πομφόλυγες, φληναφήματα.|| Τελετές χωρίς (περιττές) ~ και τυμπανοκρουσίες (πβ. εντυπωσιασμός). Είναι όλο ~ (= εφέ, φιγούρα) και υποσχέσεις. [< ιταλ. fanfara, γαλλ. fanfare]

41104πνευστός, ή, ό πνευ-στός επίθ. (λόγ.): φουσκωτός: ~ή: μηχανοκίνητη λέμβος/σχεδία. ~ό: σκάφος. ● Ουσ.: πνευστά (τα): ΜΟΥΣ. μουσικά όργανα που παράγουν ήχο μέσω της εκπνοής αέρα: παραδοσιακά/ξύλινα (βλ. κλαρινέτο, όμποε, φλάουτο)/χάλκινα (βλ. κορνέτα, κόρνο, σαξόφωνο, τούμπα2, τρομπέτα, τρομπόνι) ~. Μπάντα/ορχήστρα ~ών. Βλ. έγχορδα, κρουστά. [< γερμ. Blasinstrumente] [< μτγν. πνευστός]
41105πνέωπνέ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπνευ-σε, πνεύ-σει, πνέ-οντας} (λόγ.): φυσώ: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ουν ασθενείς/βόρειοι/ισχυροί άνεμοι.|| (μτφ.) ~ει ούριος άνεμος στην αγορά ακινήτων (: υπάρχουν ευνοικές συνθήκες). ~ει αέρας αισιοδοξίας/αλλαγής. ● ΦΡ.: πνέει (τα) μένεα βλ. μένεα, πνέει τα λοίσθια βλ. λοίσθιος [< αρχ. πνέω]
41106πνιγηρός, ή, ό πνι-γη-ρός επίθ. & (σπάν.) πνιγερός (λόγ.): που εμποδίζει ή δυσχεραίνει την αναπνοή, που προκαλεί έντονη δυσφορία: ~ή: ατμόσφαιρα/ζέστη/μυρωδιά. ~ές: αναθυμιάσεις.|| (μτφ.) ~ό: κλίμα/περιβάλλον. Πβ. αποπνικτικός, ασφυκτικός. Βλ. -ηρός. [< αρχ. πνιγηρός]
41107πνιγηρότηταπνι-γη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πνιγηρού: δύσπνοια από την ~ της ατμόσφαιρας. Βλ. -ότητα.
41108πνιγμονήπνιγ-μο-νή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απόφραξη των αεραγωγών του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και πρόκληση ασφυξίας: ~ από κατάποση τροφής. Επεισόδιο ~ής. Πβ. πνιγμός. Βλ. απαγχον-, στραγγαλ-ισμός. [< μτγν. πνιγμονή]
41109πνιγμόςπνιγ-μός ουσ. (αρσ.): βίαιος θάνατος από ασφυξία λόγω πλήρωσης των πνευμόνων με νερό ή άλλο υγρό: αποφυγή/κίνδυνος ~ού. ~ στη θάλασσα/σε πισίνα. Πέθανε από ~ό (= πνίγηκε). Πβ. πνίξιμο. [< αρχ. πνιγμός]
41110πνίγωπνί-γω ρ. (μτβ.) {έπνι-ξα, πνί-ξει, πνίγ-ηκε (προφ.) πνί-χτηκε, πνιγ-εί, πνίγ-οντας, -μένος} 1. θανατώνω, προκαλώντας ασφυξία: ~ηκαν στη θάλασσα (πβ. σκυλοπνίγομαι)/από τις πλημμύρες. Κινδύνευσε να ~εί. Βρέθηκε ~μένος.|| Την ~ξε (= στραγγάλισε) με τα χέρια του.|| ~ηκε από τις αναθυμιάσεις/τους καπνούς (= έσκασε). || (απειλητ.) Θα σε ~ξω (= θα σου στρίψω το λαρύγγι)! Πβ. καρυδώνω. 2. δεν μπορώ να αναπνεύσω, με πιάνει δύσπνοια ή βήχας: Η σκόνη με ~ει.|| Στραβοκατάπια και ~ηκα. ~ηκε με το σάλιο του. 3. (μτφ.) κατακλύζω, γεμίζω: Με ~ει η αγανάκτηση/η ντροπή/ο πόνος. Τον ~ουν οι τύψεις.|| Η πρωτεύουσα ~ηκε στο/από το τσιμέντο. Τα σκουπίδια έχουν ~ξει την πόλη.|| Την ~ξαν στις αγκαλιές και τα φιλιά/στα λουλούδια. Χωριά ~μένα στο πράσινο. 4. (μτφ.) δεν αφήνω κάτι να εκδηλωθεί ή να αναπτυχθεί: ~ξε ένα γέλιο/χασμουρητό.|| ~ξαν (= κουκούλωσαν, συγκάλυψαν) την είδηση/το σκάνδαλο. ~ξαν την εξέγερση (= κατέπνιξαν, κατέστειλαν).|| Ο λαβύρινθος της γραφειοκρατίας ~ει τις επιχειρήσεις. 5. (μτφ.) προκαλώ έντονη δυσφορία ή στενοχώρια, πιέζω, ζορίζω: Με ~ει η αδικία/η μοναξιά/το παράπονο. Ένιωθε ~μένος. ● Παθ.: πνίγομαι (μτφ.-προφ.): είμαι πολύ απασχολημένος: ~ στη δουλειά (= πήζω). Αυτόν τον καιρό είναι ~μένος. ● ΦΡ.: άι/άντε πνίξου! (προφ.): έκφρ. αγανάκτησης ή αποδοκιμασίας., να/ας/δεν πάει να πνιγεί! (προφ.): προς δήλωση έντονης αδιαφορίας, αποδοκιμασίας, δυσαρέσκειας., ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά (του) πιάνεται (παροιμ.): o άνθρωπος που βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση προσπαθεί να ξεφύγει με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη κι αν αυτός είναι αναποτελεσματικός. , πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό & σταγόνα/στάλα νερό (προφ.): πανικοβάλλομαι, τα χάνω., εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, με πνίγει/με τρώει το δίκιο (μου)/τ' άδικο βλ. δίκιο, όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει βλ. μέλλει, πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη βλ. χρέος, πνίγω στο αίμα βλ. αίμα, πνίγω τον πόνο μου βλ. πόνος [< αρχ. πνίγω, γαλλ. étouffer, suffoquer]
41111πνικτικός, ή, ό πνι-κτι-κός επίθ. (λόγ.): πνιγηρός. ΣΥΝ. αποπνικτικός [< μτγν. πνικτικός]
41112πνίξιμοπνί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {πνιξίμ-ατος} 1. πνιγμός ή στραγγαλισμός: ~ στη θάλασσα/από κρεμάλα.|| (προφ.-απειλητ.) Ώρες ώρες είναι για/θέλει ~! Πβ. είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο. 2. (κατ' επέκτ.) δυσκολία στην αναπνοή: βήχας και έντονο ~. Αίσθημα ~ατος. Πβ. ασφυξία, δύσπνοια.|| (μτφ.) Νιώθει (ένα) ~ στο λαιμό (βλ. κόμπος, σφίξιμο). 3. (μτφ.-προφ.) βίαιη παρεμπόδιση της εξέλιξης ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: ~ της ελευθερίας (πβ. κατάπνιξη)/υπόθεσης (= πλήρης αποσιώπηση).
41113πνίχτηςπνί-χτης ουσ. (αρσ.) 1. ειδικό περιλαίμιο σκύλων, που λειτουργεί ως εργαλείο τιμωρίας και βασανισμού κατά την εκπαίδευσή τους: μεταλλικός ~. ~ με καρφιά. 2. (σπάν.) αυτός που θανατώνει με πνιγμό, στραγγαλιστής.
41114πνιχτός, ή, ό πνι-χτός επίθ.: (για ήχο) που εμποδίζεται να βγει: ~ός: βήχας. ~ή: κραυγή/φωνή. ~ό: βογκητό/βουητό/γέλιο/κλάμα. ● επίρρ.: πνιχτά [< μτγν. πνικτός 'στραγγαλισμένος΄]
41115ΠΝΟ(η): Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία.
41116πνοήπνο-ή ουσ. (θηλ.) 1. φύσημα: ~ ζεστού/καθαρού αέρα. Πβ. ρεύμα. 2. ανάσα, αναπνοή: (μτφ.) Του κόπηκε η ~ μόλις είδε ... 3. (μτφ.) έμπνευση ή ζωντάνια: δημιουργική/ποιητική/πολιτιστική ~ (πβ. οίστρος). ~ αισιοδοξίας/ελπίδας/ζωής. Έδωσε νέα ~ στην Τέχνη. Βλ. νότα, πινελιά. 4. διάρκεια: έργο μακράς/μεγάλης ~ής (= μακρό-, μεγαλό-πνοο). ● ΦΡ.: άφησε την τελευταία του πνοή βλ. αφήνω [< 1,2: αρχ. πνοή 3,4: γαλλ. haleine]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.