Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41680-41700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41106πνιγηρός, ή, ό πνι-γη-ρός επίθ. & (σπάν.) πνιγερός (λόγ.): που εμποδίζει ή δυσχεραίνει την αναπνοή, που προκαλεί έντονη δυσφορία: ~ή: ατμόσφαιρα/ζέστη/μυρωδιά. ~ές: αναθυμιάσεις.|| (μτφ.) ~ό: κλίμα/περιβάλλον. Πβ. αποπνικτικός, ασφυκτικός. Βλ. -ηρός. [< αρχ. πνιγηρός]
41107πνιγηρότηταπνι-γη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πνιγηρού: δύσπνοια από την ~ της ατμόσφαιρας. Βλ. -ότητα.
41108πνιγμονήπνιγ-μο-νή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απόφραξη των αεραγωγών του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος και πρόκληση ασφυξίας: ~ από κατάποση τροφής. Επεισόδιο ~ής. Πβ. πνιγμός. Βλ. απαγχον-, στραγγαλ-ισμός. [< μτγν. πνιγμονή]
41109πνιγμόςπνιγ-μός ουσ. (αρσ.): βίαιος θάνατος από ασφυξία λόγω πλήρωσης των πνευμόνων με νερό ή άλλο υγρό: αποφυγή/κίνδυνος ~ού. ~ στη θάλασσα/σε πισίνα. Πέθανε από ~ό (= πνίγηκε). Πβ. πνίξιμο. [< αρχ. πνιγμός]
41110πνίγωπνί-γω ρ. (μτβ.) {έπνι-ξα, πνί-ξει, πνίγ-ηκε (προφ.) πνί-χτηκε, πνιγ-εί, πνίγ-οντας, -μένος} 1. θανατώνω, προκαλώντας ασφυξία: ~ηκαν στη θάλασσα (πβ. σκυλοπνίγομαι)/από τις πλημμύρες. Κινδύνευσε να ~εί. Βρέθηκε ~μένος.|| Την ~ξε (= στραγγάλισε) με τα χέρια του.|| ~ηκε από τις αναθυμιάσεις/τους καπνούς (= έσκασε). || (απειλητ.) Θα σε ~ξω (= θα σου στρίψω το λαρύγγι)! Πβ. καρυδώνω. 2. δεν μπορώ να αναπνεύσω, με πιάνει δύσπνοια ή βήχας: Η σκόνη με ~ει.|| Στραβοκατάπια και ~ηκα. ~ηκε με το σάλιο του. 3. (μτφ.) κατακλύζω, γεμίζω: Με ~ει η αγανάκτηση/η ντροπή/ο πόνος. Τον ~ουν οι τύψεις.|| Η πρωτεύουσα ~ηκε στο/από το τσιμέντο. Τα σκουπίδια έχουν ~ξει την πόλη.|| Την ~ξαν στις αγκαλιές και τα φιλιά/στα λουλούδια. Χωριά ~μένα στο πράσινο. 4. (μτφ.) δεν αφήνω κάτι να εκδηλωθεί ή να αναπτυχθεί: ~ξε ένα γέλιο/χασμουρητό.|| ~ξαν (= κουκούλωσαν, συγκάλυψαν) την είδηση/το σκάνδαλο. ~ξαν την εξέγερση (= κατέπνιξαν, κατέστειλαν).|| Ο λαβύρινθος της γραφειοκρατίας ~ει τις επιχειρήσεις. 5. (μτφ.) προκαλώ έντονη δυσφορία ή στενοχώρια, πιέζω, ζορίζω: Με ~ει η αδικία/η μοναξιά/το παράπονο. Ένιωθε ~μένος. ● Παθ.: πνίγομαι (μτφ.-προφ.): είμαι πολύ απασχολημένος: ~ στη δουλειά (= πήζω). Αυτόν τον καιρό είναι ~μένος. ● ΦΡ.: άι/άντε πνίξου! (προφ.): έκφρ. αγανάκτησης ή αποδοκιμασίας., να/ας/δεν πάει να πνιγεί! (προφ.): προς δήλωση έντονης αδιαφορίας, αποδοκιμασίας, δυσαρέσκειας., ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά (του) πιάνεται (παροιμ.): o άνθρωπος που βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση προσπαθεί να ξεφύγει με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη κι αν αυτός είναι αναποτελεσματικός. , πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό & σταγόνα/στάλα νερό (προφ.): πανικοβάλλομαι, τα χάνω., εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, με πνίγει/με τρώει το δίκιο (μου)/τ' άδικο βλ. δίκιο, όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει βλ. μέλλει, πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη βλ. χρέος, πνίγω στο αίμα βλ. αίμα, πνίγω τον πόνο μου βλ. πόνος [< αρχ. πνίγω, γαλλ. étouffer, suffoquer]
41111πνικτικός, ή, ό πνι-κτι-κός επίθ. (λόγ.): πνιγηρός. ΣΥΝ. αποπνικτικός [< μτγν. πνικτικός]
41112πνίξιμοπνί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {πνιξίμ-ατος} 1. πνιγμός ή στραγγαλισμός: ~ στη θάλασσα/από κρεμάλα.|| (προφ.-απειλητ.) Ώρες ώρες είναι για/θέλει ~! Πβ. είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο. 2. (κατ' επέκτ.) δυσκολία στην αναπνοή: βήχας και έντονο ~. Αίσθημα ~ατος. Πβ. ασφυξία, δύσπνοια.|| (μτφ.) Νιώθει (ένα) ~ στο λαιμό (βλ. κόμπος, σφίξιμο). 3. (μτφ.-προφ.) βίαιη παρεμπόδιση της εξέλιξης ενός γεγονότος, μιας κατάστασης: ~ της ελευθερίας (πβ. κατάπνιξη)/υπόθεσης (= πλήρης αποσιώπηση).
41113πνίχτηςπνί-χτης ουσ. (αρσ.) 1. ειδικό περιλαίμιο σκύλων, που λειτουργεί ως εργαλείο τιμωρίας και βασανισμού κατά την εκπαίδευσή τους: μεταλλικός ~. ~ με καρφιά. 2. (σπάν.) αυτός που θανατώνει με πνιγμό, στραγγαλιστής.
41114πνιχτός, ή, ό πνι-χτός επίθ.: (για ήχο) που εμποδίζεται να βγει: ~ός: βήχας. ~ή: κραυγή/φωνή. ~ό: βογκητό/βουητό/γέλιο/κλάμα. ● επίρρ.: πνιχτά [< μτγν. πνικτός 'στραγγαλισμένος΄]
41115ΠΝΟ(η): Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία.
41116πνοήπνο-ή ουσ. (θηλ.) 1. φύσημα: ~ ζεστού/καθαρού αέρα. Πβ. ρεύμα. 2. ανάσα, αναπνοή: (μτφ.) Του κόπηκε η ~ μόλις είδε ... 3. (μτφ.) έμπνευση ή ζωντάνια: δημιουργική/ποιητική/πολιτιστική ~ (πβ. οίστρος). ~ αισιοδοξίας/ελπίδας/ζωής. Έδωσε νέα ~ στην Τέχνη. Βλ. νότα, πινελιά. 4. διάρκεια: έργο μακράς/μεγάλης ~ής (= μακρό-, μεγαλό-πνοο). ● ΦΡ.: άφησε την τελευταία του πνοή βλ. αφήνω [< 1,2: αρχ. πνοή 3,4: γαλλ. haleine]
41117ΠΝΠ (η):Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου.
41118πο πο & ποπό: βλ. πω πω
41119πόαπό-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. χαμηλό φυτό με μαλακό βλαστό και μη ξυλώδη κορμό· κατ' επέκτ. χλόη: κοινή/μονοετής/πολυετής ~. Δέντρα, ~ες και θάμνοι. [< αρχ. πόα]
41120ΠΟΑ(ο): Παγκόσμιος Οργανισμός Αντιντόπινγκ. Βλ. WADA.
41121ΠΟΑΕΑ(η): Πανελλήνια Οργάνωση Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης.
41122ΠΟΑΠΔ(οι): Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων.
41123πογκρόμπο-γκρόμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. βίαιες διώξεις οχλοκρατικού χαρακτήρα εναντίον εθνικών, θρησκευτικών ή φυλετικών ομάδων: ιστορικό/ρατσιστικό ~. Πβ. διωγμός. Βλ. κατατρεγμός. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε μαζική καταδίωξη: ~ απολύσεων/συλλήψεων. [< ρωσ. pogrom, γαλλ. pogrom(e), 1903]
41124ποδάγραπο-δά-γρα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνιο νόσημα των αρθρώσεων, που προκαλείται από υπερβολική συγκέντρωση ουρικού οξέος στο αίμα, προσβάλλει κυρ. το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και χαρακτηρίζεται από πόνο, κοκκίνισμα και πρήξιμο. Βλ. -άγρα. ΣΥΝ. ουρική αρθρίτιδα [< αρχ. ποδάγρα, γαλλ. podagre, αγγλ. podagra]
41125ποδαράκιπο-δα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.): μικρό πόδι. ● ποδαράκια (τα): ΜΑΓΕΙΡ. γδαρμένα και καθαρισμένα πέλματα ζώων, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μαγειρίτσας ή πατσά: αρνίσια ~. Σούπα από χοιρινά ~. [< μεσν. ποδαράκι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.