| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41126 | ποδαράτος | , η, ο [ποδαρᾶτος] πο-δα-ρά-τος επίθ. (προφ.): πεζός: Έφυγε ~. Πβ. περπατητός.|| ~η: βόλτα/παρέλαση (καρναβαλιού).|| (ως επίρρ.) Το κόψαμε/το πήραμε ~ο (= με τα πόδια). Βλ. -άτος. ● επίρρ.: ποδαράτα | |
| 41127 | ποδάρι | πο-δά-ρι ουσ. (ουδ.) {ποδαριού} (προφ.): πόδι: ξύλινο ~. Πβ. κανιά. ● Μεγεθ.: ποδάρα (η): ΣΥΝ. αρίδα (1) ● ΦΡ.: δουλειά του ποδαριού βλ. δουλειά, ο διά(β)ολος έχει πολλά ποδάρια βλ. διάβολος, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια βλ. πόδι, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια βλ. ψέμα [< μεσν. ποδάρι] | |
| 41128 | ποδαρικό | πο-δα-ρι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΛΑΟΓΡ. τύχη που φέρνει κάποιος, όταν εμφανίζεται πρώτος κάπου, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή: κακό/καλό ~. ~ με το δεξί (ενν. πόδι). Μας έκανε ~ στο καινούργιο σπίτι/την πρωτοχρονιά. Πβ. σεφτές. 2. (προφ.) πόδι επίπλων: κρεβάτι με χαμηλό ~. Βλ. κεφαλάρι. 3. ΟΙΚΟΔ. βάση στοιχείων στήριξης: ~ κολόνας/ορθοστάτη. [< 1,3: μεσν. ποδαρικό(ν)] | |
| 41129 | ποδαρίλα | πο-δα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία των ποδιών. Βλ. -ίλα. | |
| 41130 | ποδαρόδρομος | πο-δα-ρό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): κάλυψη μεγάλης απόστασης με τα πόδια: ατέλειωτος ~. Δυο ώρες ~. Ψόφιος απ' τον ~ο. Πβ. οδοι-, πεζο-πορία, περπάτημα. Βλ. -δρομος. | |
| 41131 | πόδας | βλ. πους | |
| 41132 | ποδηγέτης | πο-δη-γέ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): χειραγωγός. [< μτγν. ποδηγέτης ‘οδηγός’] | |
| 41133 | ποδηγέτηση | πο-δη-γέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χειραγώγηση: ~ της Δικαιοσύνης/κοινής γνώμης (ΑΝΤ. χειραφέτηση). Πβ. πατρονάρισμα. ΣΥΝ. μανιπουλάρισμα | |
| 41134 | ποδηγετώ | [ποδηγετῶ] πο-δη-γε-τώ ρ. (μτβ.) {ποδηγετ-εί, -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): χειραγωγώ: ~εί την κοινωνία. ~ούν κάθε προσπάθεια προόδου και ανάπτυξης. Πβ. πατρονάρω. ΣΥΝ. μανιπουλάρω [< αρχ. ποδηγετῶ ‘καθοδηγώ’] | |
| 41135 | ποδηλασία | πο-δη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.): μετακίνηση με ποδήλατο, με στόχο κυρ. την ψυχαγωγία ή την άθληση: ~ στην πόλη. Βλ. πεζοπορία.|| (ΑΘΛ.) Ορεινή ~ (πβ. μάουντεν μπάικ). ~ δρόμου/πίστας. Αγώνες/ομοσπονδία/πρωτάθλημα ~ας. [< γαλλ. cyclisme] | |
| 41136 | ποδηλατάδα | πο-δη-λα-τά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): βόλτα με ποδήλατο: ~ στην παραλία. Βλ. -άδα. | |
| 41137 | ποδηλατάδικο | πο-δη-λα-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα πώλησης, ενοικίασης ή/και επισκευής ποδηλάτων. Βλ. -άδικο. | |
| 41138 | ποδηλατάς | πο-δη-λα-τάς ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης ποδηλατάδικου ή γενικότ. πωλητής ποδηλάτων. Βλ. -άς. | |
| 41139 | ποδηλάτης | πο-δη-λά-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ποδηλάτισσα}: πρόσωπο που ασχολείται με την ποδηλασία κυρ. ως ψυχαγωγική δραστηριότητα ή ως άθλημα: δεινός/έμπειρος ~. Ομοσπονδία ~ών. Η ασφάλεια/τα δικαιώματα των ~ών. Πβ. ποδηλατιστής, ποδηλατοδρόμος. Βλ. -ηλάτης, πεζός. [< γαλλ. cycliste] | |
| 41140 | ποδηλατικός | , ή, ό πο-δη-λα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ποδηλασία, τον ποδηλάτη ή το ποδήλατο: ~ός: αγώνας/εξοπλισμός. ~ή: βόλτα/ομάδα. ~ό: κολάν/κράνος. ~ά: γάντια. ~ περιβαλλοντικός σύλλογος. ● ΣΥΜΠΛ.: ποδηλατικός γύρος: ΑΘΛ. διοργάνωση ποδηλασίας: διεθνής ~ ~. ~ ~ (της) Ελλάδας. [< γαλλ. promenade à bicyclette] [< γαλλ. vélocipédique] | |
| 41141 | ποδηλατιστής | πο-δη-λα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ποδηλατίστρια}: άτομο που μετακινείται συστηματικά με ποδήλατο, συνήθ. μέσα σε πόλη, ή ασχολείται με την ποδηλασία ως άθλημα. Πβ. ποδηλάτης. Βλ. μοτοσικλετιστής. [< γαλλ. cycliste] | |
| 41142 | ποδήλατο | πο-δή-λα-το ουσ. (ουδ.) {ποδηλάτ-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. όχημα με δύο συνήθ. τροχούς, τον έναν πίσω από τον άλλο, συνδεδεμένους με μεταλλικό σκελετό, το οποίο κινείται με την περιστροφική κίνηση που ασκούν τα πόδια του αναβάτη στα πετάλια και χρησιμοποιείται για μετακίνηση, άθληση ή ψυχαγωγία: ανδρικό/γυναικείο/διθέσιο/ενεργειακό/ηλεκτροκίνητο/μηχανοκίνητο (= μοτο~)/τρίκυκλο ~. ~ με βοηθητικές ρόδες/ταχύτητες. Το ~ ως εναλλακτικό μέσο φιλικό προς το περιβάλλον. Αλυσίδα (βλ. ντεραγιέρ)/καλάθι/κράνος/ρόδες/σέλα/σχάρα/τιμόνι/φρένα ~ου. Κάνω/μαθαίνω/ξέρω/οδηγώ ~. Πηγαίνει στη δουλειά με (το) ~. Βλ. υδρο~. ● Υποκ.: ποδηλατάκι (το): μικρό ποδήλατο, κυρ. παιδικό. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιο ποδήλατο & ποδήλατο θαλάσσης: μικρό πλωτό όχημα που κινείται με πετάλια. [< αγγλ. aqua/sea bike] , ποδήλατο βουνού & ορειβατικό ποδήλατο: μάουντεν μπάικ., ποδήλατο γυμναστικής & στατικό/(σπάν.) σταθερό ποδήλατο: το αντίστοιχο όργανο γυμναστικής: καθιστά/μαγνητικά/στατικά ~ατα ~. [< αγγλ. stationary bicycle, 1962] ● ΦΡ.: ποδήλατο δρόμου & αγωνιστικό ποδήλατο: που διαθέτει ελαφρύ σκελετό και λεπτά λάστιχα, για μεγαλύτερη ταχύτητα. [< αγγλ. road bike] , ποδήλατο πόλης: κατάλληλο για μετακίνηση σε αστικούς δρόμους: σπαστό ~ ~., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< γαλλ. vélocipède, 1818] | |
| 41143 | ποδηλατοδρομία | πο-δη-λα-το-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): διαδρομή ή αγώνας με ποδήλατα: ~ διαμαρτυρίας (= ποδηλατοπορεία). Βλ. -δρομία. [< γαλλ. course cycliste] | |
| 41144 | ποδηλατοδρόμιο | πο-δη-λα-το-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος ειδικά κατασκευασμένος για ποδηλατοδρομίες: Ολυμπιακό ~. Πίστα ~ίου. Βλ. -δρόμιο. [< γαλλ. vélodrome] | |
| 41145 | ποδηλατοδρόμος | πο-δη-λα-το-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αθλητής ποδηλατοδρομίας. Πβ. ποδηλάτης, ποδηλατιστής. Βλ. -δρόμος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ