Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41700-41720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41117ΠΝΠ (η):Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου.
41118πο πο & ποπό: βλ. πω πω
41119πόαπό-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. χαμηλό φυτό με μαλακό βλαστό και μη ξυλώδη κορμό· κατ' επέκτ. χλόη: κοινή/μονοετής/πολυετής ~. Δέντρα, ~ες και θάμνοι. [< αρχ. πόα]
41120ΠΟΑ(ο): Παγκόσμιος Οργανισμός Αντιντόπινγκ. Βλ. WADA.
41121ΠΟΑΕΑ(η): Πανελλήνια Οργάνωση Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης.
41122ΠΟΑΠΔ(οι): Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων.
41123πογκρόμπο-γκρόμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. βίαιες διώξεις οχλοκρατικού χαρακτήρα εναντίον εθνικών, θρησκευτικών ή φυλετικών ομάδων: ιστορικό/ρατσιστικό ~. Πβ. διωγμός. Βλ. κατατρεγμός. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε μαζική καταδίωξη: ~ απολύσεων/συλλήψεων. [< ρωσ. pogrom, γαλλ. pogrom(e), 1903]
41124ποδάγραπο-δά-γρα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνιο νόσημα των αρθρώσεων, που προκαλείται από υπερβολική συγκέντρωση ουρικού οξέος στο αίμα, προσβάλλει κυρ. το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού και χαρακτηρίζεται από πόνο, κοκκίνισμα και πρήξιμο. Βλ. -άγρα. ΣΥΝ. ουρική αρθρίτιδα [< αρχ. ποδάγρα, γαλλ. podagre, αγγλ. podagra]
41125ποδαράκιπο-δα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.): μικρό πόδι. ● ποδαράκια (τα): ΜΑΓΕΙΡ. γδαρμένα και καθαρισμένα πέλματα ζώων, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μαγειρίτσας ή πατσά: αρνίσια ~. Σούπα από χοιρινά ~. [< μεσν. ποδαράκι]
41126ποδαράτος, η, ο [ποδαρᾶτος] πο-δα-ρά-τος επίθ. (προφ.): πεζός: Έφυγε ~. Πβ. περπατητός.|| ~η: βόλτα/παρέλαση (καρναβαλιού).|| (ως επίρρ.) Το κόψαμε/το πήραμε ~ο (= με τα πόδια). Βλ. -άτος. ● επίρρ.: ποδαράτα
41127ποδάριπο-δά-ρι ουσ. (ουδ.) {ποδαριού} (προφ.): πόδι: ξύλινο ~. Πβ. κανιά. ● Μεγεθ.: ποδάρα (η): ΣΥΝ. αρίδα (1) ● ΦΡ.: δουλειά του ποδαριού βλ. δουλειά, ο διά(β)ολος έχει πολλά ποδάρια βλ. διάβολος, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια βλ. πόδι, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια βλ. ψέμα [< μεσν. ποδάρι]
41128ποδαρικόπο-δα-ρι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΛΑΟΓΡ. τύχη που φέρνει κάποιος, όταν εμφανίζεται πρώτος κάπου, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή: κακό/καλό ~. ~ με το δεξί (ενν. πόδι). Μας έκανε ~ στο καινούργιο σπίτι/την πρωτοχρονιά. Πβ. σεφτές. 2. (προφ.) πόδι επίπλων: κρεβάτι με χαμηλό ~. Βλ. κεφαλάρι. 3. ΟΙΚΟΔ. βάση στοιχείων στήριξης: ~ κολόνας/ορθοστάτη. [< 1,3: μεσν. ποδαρικό(ν)]
41129ποδαρίλαπο-δα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία των ποδιών. Βλ. -ίλα.
41130ποδαρόδρομοςπο-δα-ρό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): κάλυψη μεγάλης απόστασης με τα πόδια: ατέλειωτος ~. Δυο ώρες ~. Ψόφιος απ' τον ~ο. Πβ. οδοι-, πεζο-πορία, περπάτημα. Βλ. -δρομος.
41131πόδαςβλ. πους
41132ποδηγέτηςπο-δη-γέ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): χειραγωγός. [< μτγν. ποδηγέτης ‘οδηγός’]
41133ποδηγέτησηπο-δη-γέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χειραγώγηση: ~ της Δικαιοσύνης/κοινής γνώμης (ΑΝΤ. χειραφέτηση). Πβ. πατρονάρισμα. ΣΥΝ. μανιπουλάρισμα
41134ποδηγετώ[ποδηγετῶ] πο-δη-γε-τώ ρ. (μτβ.) {ποδηγετ-εί, -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): χειραγωγώ: ~εί την κοινωνία. ~ούν κάθε προσπάθεια προόδου και ανάπτυξης. Πβ. πατρονάρω. ΣΥΝ. μανιπουλάρω [< αρχ. ποδηγετῶ ‘καθοδηγώ’]
41135ποδηλασίαπο-δη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.): μετακίνηση με ποδήλατο, με στόχο κυρ. την ψυχαγωγία ή την άθληση: ~ στην πόλη. Βλ. πεζοπορία.|| (ΑΘΛ.) Ορεινή ~ (πβ. μάουντεν μπάικ). ~ δρόμου/πίστας. Αγώνες/ομοσπονδία/πρωτάθλημα ~ας. [< γαλλ. cyclisme]
41136ποδηλατάδαπο-δη-λα-τά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): βόλτα με ποδήλατο: ~ στην παραλία. Βλ. -άδα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.