Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41720-41740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41137ποδηλατάδικοπο-δη-λα-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα πώλησης, ενοικίασης ή/και επισκευής ποδηλάτων. Βλ. -άδικο.
41138ποδηλατάςπο-δη-λα-τάς ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης ποδηλατάδικου ή γενικότ. πωλητής ποδηλάτων. Βλ. -άς.
41139ποδηλάτηςπο-δη-λά-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ποδηλάτισσα}: πρόσωπο που ασχολείται με την ποδηλασία κυρ. ως ψυχαγωγική δραστηριότητα ή ως άθλημα: δεινός/έμπειρος ~. Ομοσπονδία ~ών. Η ασφάλεια/τα δικαιώματα των ~ών. Πβ. ποδηλατιστής, ποδηλατοδρόμος. Βλ. -ηλάτης, πεζός. [< γαλλ. cycliste]
41140ποδηλατικός, ή, ό πο-δη-λα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ποδηλασία, τον ποδηλάτη ή το ποδήλατο: ~ός: αγώνας/εξοπλισμός. ~ή: βόλτα/ομάδα. ~ό: κολάν/κράνος. ~ά: γάντια. ~ περιβαλλοντικός σύλλογος. ● ΣΥΜΠΛ.: ποδηλατικός γύρος: ΑΘΛ. διοργάνωση ποδηλασίας: διεθνής ~ ~. ~ ~ (της) Ελλάδας. [< γαλλ. promenade à bicyclette] [< γαλλ. vélocipédique]
41141ποδηλατιστήςπο-δη-λα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ποδηλατίστρια}: άτομο που μετακινείται συστηματικά με ποδήλατο, συνήθ. μέσα σε πόλη, ή ασχολείται με την ποδηλασία ως άθλημα. Πβ. ποδηλάτης. Βλ. μοτοσικλετιστής. [< γαλλ. cycliste]
41142ποδήλατοπο-δή-λα-το ουσ. (ουδ.) {ποδηλάτ-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. όχημα με δύο συνήθ. τροχούς, τον έναν πίσω από τον άλλο, συνδεδεμένους με μεταλλικό σκελετό, το οποίο κινείται με την περιστροφική κίνηση που ασκούν τα πόδια του αναβάτη στα πετάλια και χρησιμοποιείται για μετακίνηση, άθληση ή ψυχαγωγία: ανδρικό/γυναικείο/διθέσιο/ενεργειακό/ηλεκτροκίνητο/μηχανοκίνητο (= μοτο~)/τρίκυκλο ~. ~ με βοηθητικές ρόδες/ταχύτητες. Το ~ ως εναλλακτικό μέσο φιλικό προς το περιβάλλον. Αλυσίδα (βλ. ντεραγιέρ)/καλάθι/κράνος/ρόδες/σέλα/σχάρα/τιμόνι/φρένα ~ου. Κάνω/μαθαίνω/ξέρω/οδηγώ ~. Πηγαίνει στη δουλειά με (το) ~. Βλ. υδρο~. ● Υποκ.: ποδηλατάκι (το): μικρό ποδήλατο, κυρ. παιδικό. ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιο ποδήλατο & ποδήλατο θαλάσσης: μικρό πλωτό όχημα που κινείται με πετάλια. [< αγγλ. aqua/sea bike] , ποδήλατο βουνού & ορειβατικό ποδήλατο: μάουντεν μπάικ., ποδήλατο γυμναστικής & στατικό/(σπάν.) σταθερό ποδήλατο: το αντίστοιχο όργανο γυμναστικής: καθιστά/μαγνητικά/στατικά ~ατα ~. [< αγγλ. stationary bicycle, 1962] ● ΦΡ.: ποδήλατο δρόμου & αγωνιστικό ποδήλατο: που διαθέτει ελαφρύ σκελετό και λεπτά λάστιχα, για μεγαλύτερη ταχύτητα. [< αγγλ. road bike] , ποδήλατο πόλης: κατάλληλο για μετακίνηση σε αστικούς δρόμους: σπαστό ~ ~., του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< γαλλ. vélocipède, 1818]
41143ποδηλατοδρομίαπο-δη-λα-το-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): διαδρομή ή αγώνας με ποδήλατα: ~ διαμαρτυρίας (= ποδηλατοπορεία). Βλ. -δρομία. [< γαλλ. course cycliste]
41144ποδηλατοδρόμιοπο-δη-λα-το-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος ειδικά κατασκευασμένος για ποδηλατοδρομίες: Ολυμπιακό ~. Πίστα ~ίου. Βλ. -δρόμιο. [< γαλλ. vélodrome]
41145ποδηλατοδρόμοςπο-δη-λα-το-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αθλητής ποδηλατοδρομίας. Πβ. ποδηλάτης, ποδηλατιστής. Βλ. -δρόμος.
41146ποδηλατόδρομοςπο-δη-λα-τό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): λωρίδα δρόμου για την αποκλειστική κυκλοφορία ποδηλάτων: περιαστικός ~. Δίκτυο ~ων. Βλ. -δρομος. [< γαλλ. piste cyclable]
41147ποδηλατοπορείαπο-δη-λα-το-πο-ρεί-α ουσ. (θηλ.): πορεία με ποδήλατα: ~ διαμαρτυρίας/μνήμης/στη μνήμη … Βλ. μοτοπορεία.
41148ποδηλατώ[ποδηλατῶ] πο-δη-λα-τώ ρ. (αμτβ.) {ποδηλατ-είς ..., -ώντας} (λόγ.): κάνω ποδήλατο.
41149πόδημαβλ. υπόδημα
41150ποδήρης, ης, ες πο-δή-ρης επίθ. (λόγ.): (για ρούχο) που φτάνει ως τις άκρες των ποδιών: ~ης: χιτώνας. ~ες: φόρεμα. Βλ. -ήρης. [< αρχ. ποδήρης]
41151πόδιπό-δι ουσ. (ουδ.) {ποδ-ιού | -ιών} 1. καθένα από τα κάτω άκρα ανθρώπου ή ζώου· ειδικότ. άκρο πόδι: αδύνατα (βλ. κανιά)/κοντά/μακριά/ξεκούραστα/στραβά/ταλαιπωρημένα/τεχνητά/ψηλά ~ια. Κάκωση/πόνος στο ~. Με το ένα ~ πάνω στο άλλο/με τα ~ια σταυρωμένα (= σταυρο~). Στραμπούληξε/έσπασε/έχασε το ~ του (βλ. ανάπηρος, κουτσός). Έκανε ακτινογραφία/τραυματίστηκε/υπέστη κάταγμα στο ~. Μαζεύω/τεντώνω τα ~ια μου. Βλ. κνήμη, μηρός.|| Βρόμικα/ξυπόλυτα/πρησμένα ~ια. Τα δάκτυλα/η καμάρα/τα νύχια/το πέλμα/το τόξο του ~ιού. Κακοσμία (= ποδαρίλα)/περιποίηση (= πεντικιούρ) ~ιών. Ίχνη ~ιών. Βλ. πατούσα, πλατυποδία.|| Τα μπροστινά/πίσω ~ια της αρκούδας/του σκύλου. Τα ~ια της αράχνης/μέλισσας. Πτηνό με μακριά και λεπτά ~ια (βλ. πελαργός). ΣΥΝ. ποδάρι 2. (μτφ.) καθετί με παρόμοια μορφή, κυρ. στήριγμα αντικειμένου στο κάτω μέρος του: τα ~ια της καρέκλας/του κρεβατιού/του τραπεζιού. Τα ~ια του πιάνου. Πλαστικά ~ια επίπλων. || Ποτήρια με (= κολονάτα)/χωρίς ~. Αγγείο με χαμηλό (βλ. κύλικα)/ψηλό ~.|| Το πρώτο/δεύτερο/τρίτο ~ της Χαλκιδικής. 3. (μτφ.) το κατώτερο τμήμα: στα ~ια του βουνού (= πρόποδες). 4. ΜΕΤΡΟΛ. (σύμβ. ft ή ′) μονάδα μήκους, κυρ. του αγγλικού και αμερικανικού συστήματος, ίση περ. με το ένα τρίτο του μέτρου: αγγλικό/διεθνές ~ (: 0,3048 μέτρα). Βλ. γιάρδα, ίντσα. ● Μεγεθ.: ποδάρα (η): ΣΥΝ. αρίδα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άκρο πόδι & (λόγ.) άκρος πους {άκρου ποδός}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τελικό τμήμα του κάτω άκρου, που αποτελείται από τον ταρσό, το μετατάρσιο και τα δάχτυλα: Το ~ ~ στηρίζει το βάρος του σώματος., πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια (μτφ.): αδύναμη, σαθρή βάση: Η εταιρεία/χώρα αποδείχτηκε γίγαντας/κολοσσός με ~ ~. Η ανάπτυξη/οικονομία πατά/στηρίζεται σε ~ ~. Βλ. χάρτινη τίγρη. [< γαλλ. pieds d'argile] , διαβητικό πόδι βλ. διαβητικός, πόδι της χήνας βλ. χήνα, πόδι του αθλητή βλ. αθλητής, αθλήτρια, χέρι/πόδι αλφάδι βλ. αλφάδι ● ΦΡ.: (βάζω) τα πόδια στην πλάτη/στον ώμο (προφ.): φεύγω τρέχοντας: Ο κλέφτης έφυγε με ~ ~. Πβ. την κοπανάω.|| (μτφ.) Έχουν βάλει ~ ~ για να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα., (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου (προφ.): (δεν) αντέχω σωματικά: Δεν ~ ~ από την εξάντληση/κούραση. Είμαι πτώμα, δεν με ~ άλλο ~ μου. Εργάζομαι ακόμη, όσο με ~ ~ μου., αφήνω κάποιον στο πόδι μου (προφ.): τον βάζω στη θέση μου ως αντικαταστάτη., βάζω πόδι (προφ.): εισέρχομαι, διεισδύω: Η πολυεθνική έβαλε ~ στην ελληνική αγορά., δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου (προφ.): νιώθω αδύναμος, εξουθενωμένος: ~ ~ απ' την κούραση/το ξενύχτι.|| Πάρε τα ~ σου! (= κουνήσου, περπάτα)!, δίνω/παίρνω/τρώω πόδι (προφ.) & (λαϊκό) δίνω/παίρνω πασαπόρτι: διώχνω/με διώχνουν: Του 'δωσε ~ (: τον πέταξε έξω).|| Έφαγε/πήρε ~ απ' τη δουλειά (= απολύθηκε)., με τα πόδια: περπατώντας: Ήρθαμε/κάναμε βόλτα/πήγαμε ~ ~. Η πλατεία βρίσκεται πέντε λεπτά ~ ~ απ' τη στάση του μετρό. Πβ. πεζή., με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο (προφ.): για ετοιμοθάνατο ή πολύ ηλικιωμένο άτομο: Είναι ~ ~. ΣΥΝ. τον περιμένουν, με χέρια και με πόδια & με πόδια και με χέρια (μτφ.-προφ.) 1. με απόλυτη σιγουριά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό: Ψηφίζω ~ ~. Βλ. δαγκωτός.|| Υπογράφω ~ ~. Πβ. προσυπογράφω. 2. με όλη μου τη δύναμη: Αντιστάθηκα ~ ~., μου κόπηκαν τα πόδια (μτφ.-προφ.): παρέλυσα: Μας είχαν κοπεί ~ από την κούραση.|| Ένιωθε την πείνα/τον φόβο να του κόβει ~. Πβ. μου κόπηκαν τα ήπατα., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου (προφ.): τον εμποδίζω να κινηθεί ελεύθερα με το να βρίσκομαι πολύ κοντά του και κατ' επέκτ. αναμειγνύομαι στις υποθέσεις του: Μην μπερδεύεσαι ~ μου την ώρα που κάνω δουλειά!, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια (παροιμ.): όποιος δεν προνοεί, ταλαιπωρείται., ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) (προφ.): τον παρακαλώ θερμά, τον ικετεύω. ΣΥΝ. πέφτω στα γόνατα, πέφτω στα τέσσερα [< γαλλ. se traîner aux pieds de quelqu' un] , στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου (μτφ.-προφ.): τον αντικαθιστώ: Θα σταθείς ~ ~ μου, να πεταχτώ μια στιγμή στην τράπεζα;, στο πόδι (προφ.): βιαστικά, πρόχειρα: Έγραψε το κείμενο ~ ~. Όλα έγιναν ~ ~ (= τσαπατσούλικα). Πβ. στο γόνατο., το βάζω στα πόδια (προφ.): φεύγω, τρέχω και γενικότ. απομακρύνομαι γρήγορα από μια επικίνδυνη, δύσκολη, δυσάρεστη κατάσταση: Το έβαλε ~ ~ πανικόβλητος/σαστισμένος/τρομαγμένος/φοβισμένος. Το έβαλε ~ ~ για να γλιτώσει. Της άρπαξε την τσάντα και το έβαλε ~ ~. Πβ. παίρνω δρόμο.|| (μτφ.) Δεν ~ ~ σε κάθε δυσκολία., τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) (προφ.): για κατάσταση που απαιτεί να σπεύσει κάποιος., απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου βλ. πάπλωμα, βάζω φτερά (στα πόδια) βλ. φτερό, δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) βλ. δοκιμάζω, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, θα σου κόψω τα πόδια! βλ. κόβω, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, με την μπάλα στα πόδια βλ. μπάλα, πατάει σταθερά στα πόδια του βλ. σταθερός, πατώ πόδι βλ. πατώ, πατώ το πόδι μου (κάπου) βλ. πατώ, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω στο πόδι βλ. σηκώνω, στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου βλ. στέκομαι, στις μύτες (των ποδιών) βλ. μύτη, στύλωσε τα πόδια/τα στύλωσε βλ. στυλώνω, το κόβω με τα πόδια βλ. κόβω, του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι βλ. παπούτσι, τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου βλ. χαλί [< αρχ. πόδιον, αγγλ. foot]
41152ποδιάπο-διά ουσ. (θηλ.) 1. ένδυμα που δένεται γύρω από (τον λαιμό και) τη μέση, καλύπτοντας το μπροστινό μέρος του σώματος και φοριέται πάνω από τα ρούχα για να μη λερωθούν ή για λόγους προστασίας: πλαστική/πολύχρωμη/υφασμάτινη ~. ~ ζωγραφικής/μαγειρικής. Η ~ της κουζίνας. Έβαλε/έβγαλε/έλυσε/κρέμασε/φόρεσε την ~. Βλ. περίζωμα.|| Η ~ του χασάπη.|| (ΛΑΟΓΡ., τμήμα της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς) Γιορτινή/κεντητή/μάλλινη/νυφική/υφαντή ~. 2. ολόσωμο προστατευτικό ένδυμα που μοιάζει με ρόμπα: η (άσπρη/λευκή) ~ του γιατρού (: ιατρική ~)/φαρμακοποιού. Χειρουργική ~. ~ για τον ασθενή.|| Εργαστηριακή/προστατευτική ~. ~ εργασίας. Βλ. στολή, φόρμα.|| (παλαιότ.) Η (μπλε) μαθητική/σχολική ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (προφ.) το μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου κάτω από τον προφυλακτήρα που βοηθά στη σταθερότητα κατά την οδήγηση· γενικότ. προστατευτικό κάλυμμα (συνήθ. εξαρτήματος μηχανής). Πβ. σπόιλερ. Βλ. μάσκα. 4. (μτφ.-προφ.) το άκρο, η κάτω πλευρά: η ~ του παραθύρου (= περβάζι)/της πόρτας (= κατώφλι)/του τζακιού (= γείσο). ● Υποκ.: ποδίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: φιλάει κατουρημένες ποδιές (προφ.-μτφ.): ταπεινώνεται, εξευτελίζεται, παρακαλώντας για κάτι: ~ησε ~, για να βρει δουλειά., πίσω από τα φουστάνια/την ποδιά της μάνας βλ. μάνα [< 1,2,4: μεσν. ποδέα 3: γαλλ. tablier]
41153ποδιατρικήπο-δι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση και θεραπεία των διαταραχών του άκρου ποδός. Πβ. ποδολογία. Βλ. -ιατρική. [< αγγλ. podiatry, 1914, γαλλ. podiatrie, 1989]
41154ποδίατροςπο-δί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην ποδιατρική. Βλ. -ίατρος. [< αγγλ. podiatrist, 1914]
41155ποδίζωπο-δί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πόδι-σε, ποδί-σει, ποδίζ-οντας}: ΝΑΥΤ. στρέφω το σκάφος αντίθετα από την κατεύθυνση του ανέμου· κατ' επέκτ. αράζω σε απάνεμο όρμο λόγω άσχημου καιρού. ΑΝΤ. ορτσάρω [< μεσν. ποδίζω]
41156ποδικός, ή, ό πο-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πόδι: ~ή: καμάρα. [< μτγν. ποδικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.