| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41157 | ποδο- & ποδό- & ποδ- | : το ουσιαστικό πόδι ως α' συνθετικό λέξεων: ποδο-πάτημα. Ποδό-λουτρο.|| Ποδ-ηλασία. | |
| 41158 | ποδοβόλεϊ | πο-δο-βό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. είδος βόλεϊ που παίζεται με τα πόδια: τουρνουά ~. [< αγγλ. footvolley, ιταλ. foot volley, 1994] | |
| 41159 | ποδοβολητό | πο-δο-βο-λη-τό ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): έντονος και επαναλαμβανόμενος ήχος που παράγεται από γρήγορο περπάτημα ή τρέξιμο ανθρώπων ή ζώων: ~ αλόγων. Βλ. -ητό. | |
| 41160 | ποδόγυρος | πο-δό-γυ-ρος ουσ. (αρσ.): στρίφωμα· συνεκδ. το γυναικείο φύλο. Πβ. τελείωμα. Βλ. γύρος.|| Κυνηγός/λάτρης του ~ου. Βλ. φουστάνι. [< μεσν. ποδόγυρος 'κάλτσα'] | |
| 41161 | ποδοδιακόπτης | πο-δο-δια-κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. διακόπτης συσκευής, που λειτουργεί με πάτημα του ποδιού: διπλός/πενταπλός ~ για ενισχυτές. Βλ. πεταλιέρα, ποδόπληκτρο. [< αγγλ. footswitch] | |
| 41162 | ποδοκίνητος | , η, ο πο-δο-κί-νη-τος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί με τα πόδια: ~ος: τροχός. ~η: αντλία/ραπτομηχανή/τρόμπα. Βλ. μηχανο-, χειρο-κίνητος. | |
| 41163 | ποδοκνημικός | , ή, ό πο-δο-κνη-μι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ποδοκνημική. ● Ουσ.: ποδοκνημική (η): ΑΝΑΤ. άρθρωση που βρίσκεται στο σημείο που συναντώνται η κνήμη με το άκρο πόδι: αρθροπλαστική/διάστρεμμα/κακώσεις ~ής. Βλ. αστράγαλος. | |
| 41164 | ποδοκρότημα | πο-δο-κρό-τη-μα ουσ. (ουδ.): επαναλαμβανόμενο και συνήθ. ρυθμικό χτύπημα των ποδιών σε ένδειξη κυρ. αποδοκιμασίας. Βλ. γιουχάισμα, χειροκρότημα. | |
| 41165 | ποδολογία | πο-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραϊατρικός κλάδος που ασχολείται με τις παθήσεις των ποδιών: αισθητικός ~ας. Πβ. ποδιατρική. Βλ. -λογία, ρεφλεξολογία. [< αγγλ. podology, γαλλ. podologie] | |
| 41166 | ποδολόγος | πο-δο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ειδικός στην ποδολογία. [< γαλλ. podologue, 1979] | |
| 41167 | ποδόλουτρο | πο-δό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό ποδιών, κυρ. για θεραπευτικούς λόγους: ζεστό/χαλαρωτικό ~. Βλ. -λουτρο. [< γαλλ. pédiluve] | |
| 41168 | ποδόμακτρο(ν) | πο-δό-μα-κτρο(ν) ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πατάκι, χαλάκι για τα πόδια. [< μτγν. ποδόμακτρον ‘πετσέτα ποδιών’] | |
| 41169 | ποδονάρια | πο-δο-νά-ρια ουσ. (ουδ.) (τα): (στην ιατρική τεχνολογία) πλαστικά συνήθ. καλύμματα υποδημάτων, για ατομική προστασία γιατρών και νοσηλευτών από πιθανές επιμολύνσεις: ~ χειρουργείου. | |
| 41170 | ποδοπάτημα | πο-δο-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λόγ.) ποδοπάτηση (η): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποδοπατώ. ΣΥΝ. τσαλαπάτημα (1) | |
| 41171 | ποδοπατώ | [ποδοπατῶ] πο-δο-πα-τώ ρ. (μτβ.) {ποδοπατ-άς κ. -είς ..., -ώντας | ποδοπάτ-ησε, -ήσει, -είται κ. -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος} & (σπάν.) ποδοπατάω 1. πατώ βίαια με τα πόδια: ~ήθηκαν από το πλήθος. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (1) 2. (μτφ.) ταπεινώνω: ~ήθηκε η αξιοπρέπειά του. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (2) 3. (μτφ.) καταπατώ, παραβιάζω αρχές: ~ούν τους άγραφους νόμους. Βλ. περιφρονώ, υπονομεύω. [< μεσν. ποδοπατώ] | |
| 41172 | ποδόπληκτρο | πο-δό-πλη-κτρο ουσ. (ουδ.) {-ου (σπάν. λόγ.) -ήκτρου} (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. πεντάλ: ~ επιταχυντή/πέδησης/συμπλέκτη. Βλ. ποδοδιακόπτης. | |
| 41173 | ποδοπτέριση | πο-δο-πτέ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. άθλημα ασιατικής προέλευσης που παίζεται με μπαλάκι φτερού, το οποίο οι παίκτες χτυπούν με τα πόδια. Βλ. μπάντμιντον. [< αγγλ. shuttlecock] | |
| 41175 | ποδόσταμο | πο-δό-στα-μο ουσ. (ουδ.) & ποδόσταμα & ποδόστημα: ΝΑΥΤ. κοράκι της πρύμνης. [< μεσν. ποδόσταμο, ποδόσταμα 'η βάση του κίονα'] | |
| 41176 | ποδοσφαιράκι | πο-δο-σφαι-ρά-κι ουσ. (ουδ.): επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο ή τέσσερις παίκτες, οι οποίοι χειρίζονται ομοιώματα ποδοσφαιριστών με τη χρήση μοχλών, επιδιώκοντας να ωθήσουν ένα μπαλάκι στην εστία του αντιπάλου· κατ' επέκτ. οποιοδήποτε παιχνίδι προσομοίωσης ποδοσφαίρου: επιτραπέζιο/ηλεκτρονικό/ξύλινο ~. ● ποδοσφαιράκια (τα): σφαιριστήρια. | |
| 41177 | ποδοσφαιρικός | , ή, ό πο-δο-σφαι-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το ποδόσφαιρο: ~ός: όμιλος/παράγοντας/σύλλογος. ~ή: αργκό/ομάδα. ~ό: γήπεδο/θέαμα/παιχνίδι/στοίχημα. ~οί: αγώνες. ~ά: παπούτσια. ● επίρρ.: ποδοσφαιρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ