| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41167 | ποδόλουτρο | πο-δό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): λουτρό ποδιών, κυρ. για θεραπευτικούς λόγους: ζεστό/χαλαρωτικό ~. Βλ. -λουτρο. [< γαλλ. pédiluve] | |
| 41168 | ποδόμακτρο(ν) | πο-δό-μα-κτρο(ν) ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πατάκι, χαλάκι για τα πόδια. [< μτγν. ποδόμακτρον ‘πετσέτα ποδιών’] | |
| 41169 | ποδονάρια | πο-δο-νά-ρια ουσ. (ουδ.) (τα): (στην ιατρική τεχνολογία) πλαστικά συνήθ. καλύμματα υποδημάτων, για ατομική προστασία γιατρών και νοσηλευτών από πιθανές επιμολύνσεις: ~ χειρουργείου. | |
| 41170 | ποδοπάτημα | πο-δο-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λόγ.) ποδοπάτηση (η): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποδοπατώ. ΣΥΝ. τσαλαπάτημα (1) | |
| 41171 | ποδοπατώ | [ποδοπατῶ] πο-δο-πα-τώ ρ. (μτβ.) {ποδοπατ-άς κ. -είς ..., -ώντας | ποδοπάτ-ησε, -ήσει, -είται κ. -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος} & (σπάν.) ποδοπατάω 1. πατώ βίαια με τα πόδια: ~ήθηκαν από το πλήθος. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (1) 2. (μτφ.) ταπεινώνω: ~ήθηκε η αξιοπρέπειά του. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (2) 3. (μτφ.) καταπατώ, παραβιάζω αρχές: ~ούν τους άγραφους νόμους. Βλ. περιφρονώ, υπονομεύω. [< μεσν. ποδοπατώ] | |
| 41172 | ποδόπληκτρο | πο-δό-πλη-κτρο ουσ. (ουδ.) {-ου (σπάν. λόγ.) -ήκτρου} (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. πεντάλ: ~ επιταχυντή/πέδησης/συμπλέκτη. Βλ. ποδοδιακόπτης. | |
| 41173 | ποδοπτέριση | πο-δο-πτέ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. άθλημα ασιατικής προέλευσης που παίζεται με μπαλάκι φτερού, το οποίο οι παίκτες χτυπούν με τα πόδια. Βλ. μπάντμιντον. [< αγγλ. shuttlecock] | |
| 41175 | ποδόσταμο | πο-δό-στα-μο ουσ. (ουδ.) & ποδόσταμα & ποδόστημα: ΝΑΥΤ. κοράκι της πρύμνης. [< μεσν. ποδόσταμο, ποδόσταμα 'η βάση του κίονα'] | |
| 41176 | ποδοσφαιράκι | πο-δο-σφαι-ρά-κι ουσ. (ουδ.): επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο ή τέσσερις παίκτες, οι οποίοι χειρίζονται ομοιώματα ποδοσφαιριστών με τη χρήση μοχλών, επιδιώκοντας να ωθήσουν ένα μπαλάκι στην εστία του αντιπάλου· κατ' επέκτ. οποιοδήποτε παιχνίδι προσομοίωσης ποδοσφαίρου: επιτραπέζιο/ηλεκτρονικό/ξύλινο ~. ● ποδοσφαιράκια (τα): σφαιριστήρια. | |
| 41177 | ποδοσφαιρικός | , ή, ό πο-δο-σφαι-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το ποδόσφαιρο: ~ός: όμιλος/παράγοντας/σύλλογος. ~ή: αργκό/ομάδα. ~ό: γήπεδο/θέαμα/παιχνίδι/στοίχημα. ~οί: αγώνες. ~ά: παπούτσια. ● επίρρ.: ποδοσφαιρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 41178 | ποδοσφαιριστής | πο-δο-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ποδοσφαιρίστρια}: ΑΘΛ. αθλητής του ποδοσφαίρου: άτεχνος/βετεράνος/διάσημος/κοινοτικός/παλαίμαχος ~. Μεταγραφές ~ών. Βλ. μπασκετμπολίστας. ● ΣΥΜΠΛ.: γηγενής ποδοσφαιριστής βλ. γηγενής [< αγγλ. footballer] | |
| 41179 | ποδόσφαιρο | πο-δό-σφαι-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίρου}: ΑΘΛ. άθλημα στο οποίο συμμετέχουν δύο αντίπαλες ομάδες έντεκα παικτών και νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που θα πετύχει τα περισσότερα γκολ: γυναικείο/ερασιτεχνικό ~. Αγώνες/γήπεδο/πρωτάθλημα ~αίρου. Η ομορφιά του ~αίρου. ~ σάλας (: παίζεται με πέντε παίκτες από κάθε ομάδα). Τουρνουά μίνι ~αίρου (= μουντιαλίτο).|| Επιτραπέζιο ~ (= ποδοσφαιράκι). Βλ. ΟΠΑΠ.|| (μέθοδος ή τρόπος παιξίματος) Αμυντικό/επιθετικό/θεαματικό ~. Παίζει καλό ~. Πβ. Ο βασιλιάς των σπορ, η στρογγυλή θεά. ΣΥΝ. μπάλα (2), φούτμπολ ● ΣΥΜΠΛ.: ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο: σύστημα στο οποίο όλοι οι παίκτες μπορούν να παίξουν ως αμυντικοί, μέσοι ή επιθετικοί, αλλάζοντας θέσεις ανάλογα με την εξέλιξη του αγώνα. [< αγγλ. total football, 1978] ● ΦΡ.: πέντε επί πέντε βλ. πέντε [< αγγλ. football, γαλλ. ~, 1888] | |
| 41180 | ποδοσφαιρομάνα | πο-δο-σφαι-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): για πόλη (σπάν. χώρα) που παραδοσιακά βγάζει ποδοσφαιριστές ταλέντα και έχει σπουδαίες ομάδες ποδοσφαίρου. Βλ. -μάνα, μπασκετομάνα. | |
| 41181 | ποδοσφαιροπατέρας | πο-δο-σφαι-ρο-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): παράγοντας που πατρονάρει τον χώρο του ποδοσφαίρου. Βλ. -πατέρας. | |
| 41182 | ποδοσφαιροποίηση | πο-δο-σφαι-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ποδοσφαιροποιώ: ~ της πολιτικής ζωής. Βλ. χουλιγκανισμός, -ποίηση. | |
| 41183 | ποδοσφαιροποιώ | [ποδοσφαιροποιῶ] πο-δο-σφαι-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ποδοσφαιροποι-εί, -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (μειωτ.): μεταφέρω σε μια κατάσταση τις συνθήκες και τις συμπεριφορές που επικρατούν σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Βλ. -ποιώ. | |
| 41184 | ποδοσφαιρόφιλος | , η, ο πο-δο-σφαι-ρό-φι-λος επίθ.: που του αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο: ~ο: κοινό.|| (ως ουσ.) Φανατικός ~. Βλ. ποδοσφαιρόπληκτος, φίλαθλος, -φιλος. | |
| 41185 | ποδόφρενο | πο-δό-φρε-νο ουσ. (ουδ.): φρένο που λειτουργεί με πάτημα του ποδιού: αυτοκίνητο με ~. ΣΥΝ. ποδοκίνητη πέδη. Βλ. χειρόφρενο. [< αγγλ. foot brake, 1908] | |
| 41186 | ΠΟΕ | 1. (ο) Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. 2. (η) Ποδηλατική Ομοσπονδία Ελλάδας. 3. (το) Τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών (της Νομικής Σχολής). | |
| 41189 | ΠΟΕ-ΔΟΥ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ