| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41178 | ποδοσφαιριστής | πο-δο-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ποδοσφαιρίστρια}: ΑΘΛ. αθλητής του ποδοσφαίρου: άτεχνος/βετεράνος/διάσημος/κοινοτικός/παλαίμαχος ~. Μεταγραφές ~ών. Βλ. μπασκετμπολίστας. ● ΣΥΜΠΛ.: γηγενής ποδοσφαιριστής βλ. γηγενής [< αγγλ. footballer] | |
| 41179 | ποδόσφαιρο | πο-δό-σφαι-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίρου}: ΑΘΛ. άθλημα στο οποίο συμμετέχουν δύο αντίπαλες ομάδες έντεκα παικτών και νικήτρια ανακηρύσσεται η ομάδα που θα πετύχει τα περισσότερα γκολ: γυναικείο/ερασιτεχνικό ~. Αγώνες/γήπεδο/πρωτάθλημα ~αίρου. Η ομορφιά του ~αίρου. ~ σάλας (: παίζεται με πέντε παίκτες από κάθε ομάδα). Τουρνουά μίνι ~αίρου (= μουντιαλίτο).|| Επιτραπέζιο ~ (= ποδοσφαιράκι). Βλ. ΟΠΑΠ.|| (μέθοδος ή τρόπος παιξίματος) Αμυντικό/επιθετικό/θεαματικό ~. Παίζει καλό ~. Πβ. Ο βασιλιάς των σπορ, η στρογγυλή θεά. ΣΥΝ. μπάλα (2), φούτμπολ ● ΣΥΜΠΛ.: ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο: σύστημα στο οποίο όλοι οι παίκτες μπορούν να παίξουν ως αμυντικοί, μέσοι ή επιθετικοί, αλλάζοντας θέσεις ανάλογα με την εξέλιξη του αγώνα. [< αγγλ. total football, 1978] ● ΦΡ.: πέντε επί πέντε βλ. πέντε [< αγγλ. football, γαλλ. ~, 1888] | |
| 41180 | ποδοσφαιρομάνα | πο-δο-σφαι-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): για πόλη (σπάν. χώρα) που παραδοσιακά βγάζει ποδοσφαιριστές ταλέντα και έχει σπουδαίες ομάδες ποδοσφαίρου. Βλ. -μάνα, μπασκετομάνα. | |
| 41181 | ποδοσφαιροπατέρας | πο-δο-σφαι-ρο-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): παράγοντας που πατρονάρει τον χώρο του ποδοσφαίρου. Βλ. -πατέρας. | |
| 41182 | ποδοσφαιροποίηση | πο-δο-σφαι-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ποδοσφαιροποιώ: ~ της πολιτικής ζωής. Βλ. χουλιγκανισμός, -ποίηση. | |
| 41183 | ποδοσφαιροποιώ | [ποδοσφαιροποιῶ] πο-δο-σφαι-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ποδοσφαιροποι-εί, -ώντας | -ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (μειωτ.): μεταφέρω σε μια κατάσταση τις συνθήκες και τις συμπεριφορές που επικρατούν σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Βλ. -ποιώ. | |
| 41184 | ποδοσφαιρόφιλος | , η, ο πο-δο-σφαι-ρό-φι-λος επίθ.: που του αρέσει πολύ το ποδόσφαιρο: ~ο: κοινό.|| (ως ουσ.) Φανατικός ~. Βλ. ποδοσφαιρόπληκτος, φίλαθλος, -φιλος. | |
| 41185 | ποδόφρενο | πο-δό-φρε-νο ουσ. (ουδ.): φρένο που λειτουργεί με πάτημα του ποδιού: αυτοκίνητο με ~. ΣΥΝ. ποδοκίνητη πέδη. Βλ. χειρόφρενο. [< αγγλ. foot brake, 1908] | |
| 41186 | ΠΟΕ | 1. (ο) Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. 2. (η) Ποδηλατική Ομοσπονδία Ελλάδας. 3. (το) Τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών (της Νομικής Σχολής). | |
| 41189 | ΠΟΕ-ΔΟΥ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. | |
| 41190 | ΠΟΕ-ΟΤΑ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. | |
| 41187 | ΠΟΕΒ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών (ή Βιβλιοχαρτοπωλών). | |
| 41192 | ΠΟΕΤ | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Επιχειρήσεων Τουρισμού. | |
| 41193 | πόζα | πό-ζα ουσ. (θηλ.) 1. θέση του σώματος που παίρνει κάποιος, συνήθ. για να φωτογραφηθεί: αυθόρμητη/καλλιτεχνική/στημένη/φυσική/χαλαρή ~. Είχε/πήρε μία αστεία ~ (: γκριμάτσα). Πβ. στάση, στήσιμο. 2. (συνεκδ.) φωτογραφία: οικογενειακή ~. 3. (μτφ.) προσποιητή, υπεροπτική συμπεριφορά: Είχε (μια) θεατρική ~. Πβ. βεντετισμός, τουπέ, ύφος. [< ιταλ. posa, γαλλ. pose] | |
| 41194 | ποζάρισμα | πο-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποζάρω: αμήχανο/αυτάρεσκο ~ στον φωτογραφικό φακό. Βλ. -ισμα. | |
| 41195 | ποζάρω | πο-ζά-ρω ρ. (αμτβ.) {πόζαρ-ε (σπανιότ.) ποζάρ-ισε, -οντας} (προφ.) 1. παίρνω πόζα: ~ει περιχαρής/προκλητικά/στον τηλεοπτικό φακό/για φωτογραφία. ~ε για το εξώφυλλο του περιοδικού ... 2. (μτφ.) έχω επιτηδευμένη, προσποιητή συμπεριφορά: ~ει για ωραίος και πετυχημένος. [< ιταλ. posare] | |
| 41196 | ποζάτος | , η, ο [ποζᾶτος] πο-ζά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): στημένος. Βλ. -άτος. [< ιταλ. posato] | |
| 41197 | ποζέρι | πο-ζέ-ρι ουσ. (ουδ.) & ποζεράς (ο) (νεαν. αργκό): πρόσωπο που αυτοπροβάλλεται και προσποιείται για λόγους εντυπωσιασμού. [< γαλλ.-αγγλ. poseur] | |
| 41198 | ποζεριά | πο-ζε-ριά ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): συμπεριφορά που χαρακτηρίζει το ποζέρι. | |
| 41199 | ποζιτρονικός | , ή, ό πο-ζι-τρο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το ποζιτρόνιο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ