Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41760-41780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41190ΠΟΕ-ΟΤΑ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
41187ΠΟΕΒ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών (ή Βιβλιοχαρτοπωλών).
41192ΠΟΕΤ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Επιχειρήσεων Τουρισμού.
41193πόζαπό-ζα ουσ. (θηλ.) 1. θέση του σώματος που παίρνει κάποιος, συνήθ. για να φωτογραφηθεί: αυθόρμητη/καλλιτεχνική/στημένη/φυσική/χαλαρή ~. Είχε/πήρε μία αστεία ~ (: γκριμάτσα). Πβ. στάση, στήσιμο. 2. (συνεκδ.) φωτογραφία: οικογενειακή ~. 3. (μτφ.) προσποιητή, υπεροπτική συμπεριφορά: Είχε (μια) θεατρική ~. Πβ. βεντετισμός, τουπέ, ύφος. [< ιταλ. posa, γαλλ. pose]
41194ποζάρισμαπο-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ποζάρω: αμήχανο/αυτάρεσκο ~ στον φωτογραφικό φακό. Βλ. -ισμα.
41195ποζάρωπο-ζά-ρω ρ. (αμτβ.) {πόζαρ-ε (σπανιότ.) ποζάρ-ισε, -οντας} (προφ.) 1. παίρνω πόζα: ~ει περιχαρής/προκλητικά/στον τηλεοπτικό φακό/για φωτογραφία. ~ε για το εξώφυλλο του περιοδικού ... 2. (μτφ.) έχω επιτηδευμένη, προσποιητή συμπεριφορά: ~ει για ωραίος και πετυχημένος. [< ιταλ. posare]
41196ποζάτος, η, ο [ποζᾶτος] πο-ζά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): στημένος. Βλ. -άτος. [< ιταλ. posato]
41197ποζέριπο-ζέ-ρι ουσ. (ουδ.) & ποζεράς (ο) (νεαν. αργκό): πρόσωπο που αυτοπροβάλλεται και προσποιείται για λόγους εντυπωσιασμού. [< γαλλ.-αγγλ. poseur]
41198ποζεριάπο-ζε-ριά ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): συμπεριφορά που χαρακτηρίζει το ποζέρι.
41199ποζιτρονικός, ή, ό πο-ζι-τρο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το ποζιτρόνιο.
41200ποζιτρόνιοπο-ζι-τρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΦΥΣ. αντισωματίδιο ηλεκτρονίου. ● ΣΥΜΠΛ.: τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΙΑΤΡ.: εξέταση κατά την οποία χρησιμοποιείται πηγή ακτινοβολίας ποζιτρονίων, με σκοπό την απεικόνιση έντονων βιοχημικών αλλαγών στο σώμα και την έγκαιρη διάγνωση ασθενειών (π.χ. καρκίνου, νευρολογικών ανωμαλιών και καρδιολογικών νοσημάτων). [< αγγλ. P(ositron)-E(mission) T(omography), 1976] [< αμερικ. positron, 1933 < posi(tive) + (elec)tron, γαλλ. ~, 1934]
41201ποζολάνηπο-ζο-λά-νη ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. ηφαιστειογενές πέτρωμα πυριτικής σύστασης, με ιδιότητες ανάλογες του τσιμέντου, το οποίο παράγεται και από τεχνητές πηγές. Πβ. θηραϊκή γη. [< ιταλ. pozz(u)olana, γαλλ. pouzzolane]
41202ΠΟΘΑ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος και Ακροάματος.
41203ποθεινός, ή, ό πο-θει-νός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): ποθητός: ~ή: πατρίδα. [< αρχ. ποθεινός]
41209ποθειτε

[ποθῶ] πο-θώ ρ. (μτβ.) {ποθ-είς ..., -ώντας | πόθ-ησα, -ήσει, -ούμενος}: αισθάνομαι πόθο για κάτι ή κάποιον: ~εί διακαώς την ελευθερία. Βρίσκεις ό,τι ~είς (= και του πουλιού το γάλα). Πβ. λαχταρώ.|| Παντρεύτηκε τον άντρα/τη γυναίκα που ~ούσε (= επιθυμούσε, ήθελε). Βλ. ποθούμενος. ● ΦΡ.: ό,τι ποθείς/ποθείτε! (ευχετ.): να εκπληρωθεί κάθε σου/σας επιθυμία: Με το καλό/πολλές ευχές/χρόνια πολλά κι ~ ~! [< αρχ. ποθῶ]

41204πόθενπό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από πού· συνήθ. στη ● ΦΡ.: πόθεν έσχες: ΝΟΜ. απαίτηση του Κράτους να δικαιολογούν οι πολίτες με συνήθ. μεγάλα εισοδήματα την πηγή απόκτησής τους: έλεγχος του ~ ~. Γνωστοποιήθηκαν οι δηλώσεις του ~ ~ βουλευτών/υπουργών. Βλ. τεκμαρτό εισόδημα. [< αρχ. πόθεν κ. ἔσχες, β’ εν. αορ. του ρ. ἔχω ‘αποκτώ’]
41205ποθητός, ή, ό πο-θη-τός επίθ.: που αποτελεί αντικείμενο πόθου: ~ός: στόχος. ~ή: στιγμή/ώρα. ~ό: αποτέλεσμα. Πβ. ποθούμενος.|| (ως ουσ.) Η ~ή της καρδιάς (: η αγαπημένη) του. Πβ. επιθυμητός. Βλ. περι-, πολυ-πόθητος. ΣΥΝ. ποθεινός [< μτγν. ποθητός]
41206πόθος1πό-θος ουσ. (αρσ.) 1. έντονη τάση και λαχτάρα για κάτι: ανεκπλήρωτος/φανερός ~. ~ της ψυχής. ~ για ζωή (= δίψα). Ο ~ για επιστροφή στην πατρίδα (= νόστος). Αντικείμενο/εκπλήρωση/φλόγα του ~ου. 2. (ειδικότ.) ερωτική επιθυμία: ακόρεστος/ανομολόγητος/κρυφός/μύχιος/σαρκικός ~. Βλ. πάθος. ● ΣΥΜΠΛ.: διακαής πόθος βλ. διακαής, ευσεβής πόθος βλ. ευσεβής [< αρχ. πόθος]
41207πόθος2πό-θος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικό αναρριχητικό φυτό (οικογ. Araceae ή Orontiaceae) εσωτερικού χώρου με καρδιόσχημα φύλλα. Βλ. κισσός. [< μτγν. πόθος 'ασφόδελος', αγγλ. pothos]
41208ποθούμενος, η, ο πο-θού-με-νος επίθ.: ποθητός, επιθυμητός: ~η: αλλαγή. ~ο: αποτέλεσμα.|| (ως ουσ.) Το ζητούμενο και το ~ο της δημοκρατίας. Αποφέρει/επιδιώκει το ~ο (= προσδοκώμενο). [< αρχ. ποθούμενος, γαλλ. désiré]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.