Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41780-41800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41200ποζιτρόνιοπο-ζι-τρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΦΥΣ. αντισωματίδιο ηλεκτρονίου. ● ΣΥΜΠΛ.: τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΙΑΤΡ.: εξέταση κατά την οποία χρησιμοποιείται πηγή ακτινοβολίας ποζιτρονίων, με σκοπό την απεικόνιση έντονων βιοχημικών αλλαγών στο σώμα και την έγκαιρη διάγνωση ασθενειών (π.χ. καρκίνου, νευρολογικών ανωμαλιών και καρδιολογικών νοσημάτων). [< αγγλ. P(ositron)-E(mission) T(omography), 1976] [< αμερικ. positron, 1933 < posi(tive) + (elec)tron, γαλλ. ~, 1934]
41201ποζολάνηπο-ζο-λά-νη ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. ηφαιστειογενές πέτρωμα πυριτικής σύστασης, με ιδιότητες ανάλογες του τσιμέντου, το οποίο παράγεται και από τεχνητές πηγές. Πβ. θηραϊκή γη. [< ιταλ. pozz(u)olana, γαλλ. pouzzolane]
41202ΠΟΘΑ(η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος και Ακροάματος.
41203ποθεινός, ή, ό πο-θει-νός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): ποθητός: ~ή: πατρίδα. [< αρχ. ποθεινός]
41209ποθειτε

[ποθῶ] πο-θώ ρ. (μτβ.) {ποθ-είς ..., -ώντας | πόθ-ησα, -ήσει, -ούμενος}: αισθάνομαι πόθο για κάτι ή κάποιον: ~εί διακαώς την ελευθερία. Βρίσκεις ό,τι ~είς (= και του πουλιού το γάλα). Πβ. λαχταρώ.|| Παντρεύτηκε τον άντρα/τη γυναίκα που ~ούσε (= επιθυμούσε, ήθελε). Βλ. ποθούμενος. ● ΦΡ.: ό,τι ποθείς/ποθείτε! (ευχετ.): να εκπληρωθεί κάθε σου/σας επιθυμία: Με το καλό/πολλές ευχές/χρόνια πολλά κι ~ ~! [< αρχ. ποθῶ]

41204πόθενπό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από πού· συνήθ. στη ● ΦΡ.: πόθεν έσχες: ΝΟΜ. απαίτηση του Κράτους να δικαιολογούν οι πολίτες με συνήθ. μεγάλα εισοδήματα την πηγή απόκτησής τους: έλεγχος του ~ ~. Γνωστοποιήθηκαν οι δηλώσεις του ~ ~ βουλευτών/υπουργών. Βλ. τεκμαρτό εισόδημα. [< αρχ. πόθεν κ. ἔσχες, β’ εν. αορ. του ρ. ἔχω ‘αποκτώ’]
41205ποθητός, ή, ό πο-θη-τός επίθ.: που αποτελεί αντικείμενο πόθου: ~ός: στόχος. ~ή: στιγμή/ώρα. ~ό: αποτέλεσμα. Πβ. ποθούμενος.|| (ως ουσ.) Η ~ή της καρδιάς (: η αγαπημένη) του. Πβ. επιθυμητός. Βλ. περι-, πολυ-πόθητος. ΣΥΝ. ποθεινός [< μτγν. ποθητός]
41206πόθος1πό-θος ουσ. (αρσ.) 1. έντονη τάση και λαχτάρα για κάτι: ανεκπλήρωτος/φανερός ~. ~ της ψυχής. ~ για ζωή (= δίψα). Ο ~ για επιστροφή στην πατρίδα (= νόστος). Αντικείμενο/εκπλήρωση/φλόγα του ~ου. 2. (ειδικότ.) ερωτική επιθυμία: ακόρεστος/ανομολόγητος/κρυφός/μύχιος/σαρκικός ~. Βλ. πάθος. ● ΣΥΜΠΛ.: διακαής πόθος βλ. διακαής, ευσεβής πόθος βλ. ευσεβής [< αρχ. πόθος]
41207πόθος2πό-θος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικό αναρριχητικό φυτό (οικογ. Araceae ή Orontiaceae) εσωτερικού χώρου με καρδιόσχημα φύλλα. Βλ. κισσός. [< μτγν. πόθος 'ασφόδελος', αγγλ. pothos]
41208ποθούμενος, η, ο πο-θού-με-νος επίθ.: ποθητός, επιθυμητός: ~η: αλλαγή. ~ο: αποτέλεσμα.|| (ως ουσ.) Το ζητούμενο και το ~ο της δημοκρατίας. Αποφέρει/επιδιώκει το ~ο (= προσδοκώμενο). [< αρχ. ποθούμενος, γαλλ. désiré]
41210ΠΟΙΑΘ(ο): Πανελλήνιος Όμιλος Ιστιοπλοΐας Ανοικτής Θαλάσσης.
41212ποίημα

ποί-η-μα ουσ. (ουδ.) {ποιήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΛΟΓΟΤ. σύνθεση που έχει τα χαρακτηριστικά της ποίησης: ανώνυμο/αφηγηματικό/εκτενές/επικό/ερωτικό/λυρικό/πεζό/πολύστιχο/ρομαντικό/σατιρικό/συνθετικό ~. Ανέκδοτα/μελοποιημένα ~ατα. ~ σε ελεύθερο στίχο. Το μέτρο/η ομοιοκαταληξία/οι στροφές/ο τίτλος/το ύφος ενός ~ατος. Απαγγελία/έκδοση ~άτων. Ανθολογία/συλλογή ~άτων. Γράφω/συνθέτω ένα ~. Έμαθε απέξω το ~. 2. (μτφ.) για κάτι ιδιαίτερα ωραίο· θαύμα, αριστούργημα: Κήπος σαν ~! Μια ταινία σκέτο ~! (ως παραθετικό σύνθ.) Γκολ-~. Πβ. μαγεία, όνειρο. ● Υποκ.: ποιηματάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνικό ποίημα: ΜΟΥΣ. εκτενής ορχηστρική σύνθεση που αναφέρεται σε μια ιστορία ή ένα γεγονός., οπτικό ποίημα βλ. οπτικός ● ΦΡ.: (λέω κάτι) σαν ποίημα/ποιηματάκι: απέξω και γρήγορα: Είπε το μάθημα ~ ~., (το) είπε το ποίημα (αργκό) 1. στημένα, τυποποιημένα λόγια που επαναλαμβάνονται μηχανικά: ~ ~ά του κι έφυγε. 2. (για συσκευή) χάλασε, σταμάτησε να λειτουργεί· (για πρόσ.) πέθανε. [< 1: αρχ. ποίημα 2: γαλλ. poème, αγγλ. poem]

41213ποίησηποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. έντεχνος λόγος που αξιοποιεί στο μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή λειτουργία της γλώσσας και χαρακτηρίζεται, κατά κανόνα, από πυκνότητα, ευρηματική εικονοποιία και εσωτερικό ρυθμό· συνεκδ. ποιήματα, ποιητικά έργα: αφηγηματική (βλ. έπος, μπαλάντα)/δραματική (βλ. κωμ-, τραγ-ωδία)/έμμεση/λυρική (βλ. ελεγεία, ωδή)/χορική ~. Βουκολική/διδακτική/εκκλησιαστική/ερωτική/ηρωική ή επική/θρησκευτικήμελική/παιδική/περιστασιακή/πολιτική/στρατευμένη/φιλοσοφική/χριστιανική ~. Δημοτική/δημώδης/λαϊκή/λόγια ~. Μεταπολεμική/μοντέρνα/(υπερ)ρεαλιστική/ρομαντική/σύγχρονη ~. ~ και πεζογραφία. (Μαθητικοί) αγώνες/ανθολογία/βιβλίο/βραβείο/διαγωνισμός/σεμινάρια/συμπόσιο/φεστιβάλ ~ης. Παγκόσμια Ημέρα ~ης. Το μεγαλείο/η σπουδαιότητα της ~ης. || Μελοποιημένη ~. H ~ του 20ού αι. Απαγγέλλω/γράφω ~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε προσφέρει αισθητική ή γευστική απόλαυση: ηλιοβασίλεμα/θέα/πίνακας/τοπίο σκέτη ~ (= μαγεία, ομορφιά)! || Το κέικ/το κρασί ήταν (σκέτη) ~. Πβ. όνειρο. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική ποίηση: ποιητικά κείμενα που γράφονται και διαβάζονται σε διαδραστικό περιβάλλον. [< αγγλ. electronic/e-poetry] , οπτική ποίηση: (κυρ. στις δεκαετίες 1960 και 1970) στην οποία η διάταξη του κειμένου, οι εικόνες και τα σύμβολα παίζουν ρόλο στην ερμηνεία των ποιημάτων: ηχητική και ~ ~. Βλ. λετρισμός. [< αγγλ. visual poetry] , συγκεκριμένη ποίηση: (τη δεκαετία του 1950) η οποία χρησιμοποιεί τα γράμματα με τέτοιο τρόπο στη σελίδα ώστε να δημιουργείται μια υποβλητική εικόνα. [< αγγλ. concrete poetry, 1958] [< 1: αρχ. ποίησις 2: γαλλ. poésie]
41215ποιητάρηςποι-η-τά-ρης ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): λαϊκός συνθέτης αυτοσχέδιων στίχων που σχετίζονται με την επικαιρότητα: οι ~ηδες της Κύπρου. Πβ. ριμαδόρος. Βλ. -άρης.
41216ποιητής, ποιήτρια

ποι-η-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. λογοτέχνης που συνθέτει ποιήματα: γνήσιος/εθνικός/κορυφαίος/κωμικός/μεγάλος/νομπελίστας/σπουδαίος ~. Βλ. πεζογράφος, συγγραφέας. 2. δημιουργός: ο ~ του κόσμου (= ο Θεός). Πβ. Πλάστης.|| (μτφ.) ~ της φωτογραφικής τέχνης (: για ταλαντούχο φωτογράφο). ● ΣΥΜΠΛ.: τραγικός ποιητής βλ. τραγικός ● ΦΡ.: τι θέλει να πει/τι εννοεί ο ποιητής; (ειρων.): για κάτι δυσνόητο: Διάβασα τον νόμο, αλλά ειλικρινά δεν καταλαβαίνω ~ ~. [< 1: μτγν. ποιητής, ποιήτρια 2: αρχ. ποιητής]

41217ποιητικήποι-η-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΟΤ. θεωρία που επιχειρεί να διατυπώσει τους νόμους οι οποίοι διέπουν τη σύνθεση και την παραγωγή των λογοτεχνικών έργων και ειδικότ. των ποιημάτων: η ~ της αρχαίας τραγωδίας. 2. το ιδιαίτερο ύφος και η τεχνική ενός δημιουργού ή ενός συνόλου δημιουργών: η ~ του Ομήρου.|| Η ταινία αποτελεί καμπή στην ~ του σκηνοθέτη. Πβ. τεχνοτροπία. Βλ. αισθητική. [< αρχ. ποιητική, γαλλ. poétique, αγγλ. poetic]
41218ποιητικός, ή, ό ποι-η-τι-κός επίθ. 1. ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με την ποίηση: ~ός: διαγωνισμός/λόγος. ~ή: ανθολογία/βραδιά/γλώσσα/γραφή/δημιουργία/έκφραση/έμπνευση/παραγωγή/συλλογή/σύνθεση/τέχνη. ~ό: ταλέντο/ύφος. ~ά: είδη/έργα/κείμενα/ρεύματα. ~ό: θέατρο. Βλ. λογοτεχνικός, μουσικο~, πεζός.|| (μτφ.) ~ός: οίστρος. ~ή: ευαισθησία/ματιά/φαντασία/φλέβα. ΑΝΤ. αντιποιητικός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ρομαντισμό, λυρισμό και υψηλή αισθητική: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/εικόνα/στιγμή. Ακούγεται πολύ ~ (= ρομαντικό). Πβ. ονειρικός.|| ~ός: κινηματογράφος. ● επίρρ.: ποιητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ποιητικός ρεαλισμός: ΚΙΝΗΜ. ρεύμα του γαλλικού κινηματογράφου (κυρ. τη δεκαετία του 1930), το οποίο υποστήριζε έναν τρόπο αναπαράστασης που δανειζόταν στοιχεία από την πραγματικότητα (ιδ. από το ζοφερό και εξαχρειωμένο αστικό περιβάλλον), για να απομακρυνθεί εντελώς από αυτή κατά την εξέλιξη της ταινίας. Βλ. νατουραλισμός. [< γαλλ. réalisme poétique] , ποιητική αδεία βλ. άδεια, ποιητικό αίτιο βλ. αίτιο [< 1: αρχ. ποιητικός 2: γαλλ. poétique]
41220ποιητικότηταποι-η-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ποιητικού: η ~ της αφήγησης/των εικόνων/του έργου/του κειμένου/του λόγου/της φράσης. Στοιχεία που προσδίδουν ~ στο ύφος. Βλ. λυρικ-, μουσικ-ότητα.
41223ποικιλίαποι-κι-λί-α ουσ. (θηλ.) {ποικιλιών} 1. παρουσία διαφορετικών στοιχείων σε ένα σύνολο, η οποία προσφέρει μεγάλη δυνατότητα επιλογών: ~ γεύσεων/θεμάτων/υλικών. Το κατάστημα προσφέρει μεγάλη ~ σε κοσμήματα. Υπάρχει µια τεράστια ~ από προϊόντα. Πβ. γκάμα, πλούτος, ποικιλο-, πολυ-μορφία.|| Για ~/χάριν ~ας (: για αποφυγή της ομοιομορφίας).|| (ΓΛΩΣΣ.) Γεωγραφική/γλωσσική/διαλεκτική/κοινωνική/υφολογική ~. ΑΝΤ. μονοτονία (1) 2. ΒΙΟΛ. υποδιαίρεση ενός είδους με διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους υπόλοιπους οργανισμούς: γενετικά τροποποιημένη/όψιμη/πρώιμη/φυτική ~. Ερυθρή/λευκή/οινοποιήσιμη ~ αμπέλου/σταφυλιού. Ανθεκτικές/ντόπιες/ξενικές ~ες φυτών. ~ ελιάς/τσαγιού. ~ες ζώων/λαχανικών/σιτηρών/σπόρων/φρούτων. 3. ΜΑΓΕΙΡ. κρύο συνήθ. πιάτο με διάφορους μεζέδες, που συνοδεύει οινοπνευματώδες ποτό: μικρή ~. ~ αλλαντικών/θαλασσινών/ορεκτικών/τυριών. ~ για δύο άτομα. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική ποικιλία ΒΙΟΛ. 1. μεταβολή σε ένα ή περισσότερα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά. 2. γενετική ποικιλότητα. Πβ. βιοποικιλότητα. [< 1: αγγλ. genetic variation] , καλλιεργούμενη ποικιλία: ΓΕΩΠ. κάθε είδος φυτού που αποτελεί προϊόν επιλογής, μετάλλαξης ή υβριδισμού και έχει διετή βιολογικό κύκλο: ~ες ~ες αμπέλου. [< αρχ. ποικιλία 2: γαλλ. variété]
41224ποικίλλωποι-κίλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αόρ. ποίκιλ-ε, -μένος} (λόγ.) 1. μεταβάλλω κάτι: ~ει τη ζωή του, κάνοντας διάφορες δουλειές. 2. διακοσμώ, στολίζω· διανθίζω: Φόρεμα ~μένο με πολλά χρώματα.|| ~ την έκφρασή μου με επίθετα.ποικίλλει: παρουσιάζει ποικιλία, διαφορές ή διακυμάνσεις: Το κόστος ~ ανά χώρα. Οι αντιδράσεις ~ουν. Οι τιμές των προϊόντων ~ουν από περιοχή σε περιοχή. [< αρχ. ποικίλλω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.