Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41800-41820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
12285ποικίλλως

δι-ά-γω ρ. (μτβ.) {παρατ. διήγε, αόρ. διήγαγε (σπάν. διαγάγει), διάγ-οντας} (λόγ.): περνώ τη ζωή μου, ζω με συγκεκριμένο τρόπο: ~ει άσωτο/έκλυτο/ενάρετο βίο. ~ει περίοδο ευτυχίας. Πβ. διαβιώνω. [< αρχ. διάγω]

41225ποίκιλμαποί-κιλ-μα ουσ. (ουδ.) {ποικίλμ-ατα | συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. διακοσμητικό στοιχείο, στολίδι: κέντημα με όμορφα ~ατα (= πλουμίδια).|| (μτφ.) Φωνητικά ~ατα (= διανθίσματα, φιοριτούρες). 2. ΜΟΥΣ. μουσικό στοιχείο που εμπλουτίζει τη βασική μελωδία. Πβ. καλλωπισμός, μέλισμα. [< 1: αρχ. ποίκιλμα]
41226ποικιλόθερμος, η, ο ποι-κι-λό-θερ-μος επίθ.: ΒΙΟΛ. που η θερμοκρασία του σώματός του αλλάζει ανάλογα με τις μεταβολές της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος: ~ος: οργανισμός. ~α: είδη/ζώα. ΣΥΝ. εξώθερμος (2), ψυχρόαιμος ΑΝΤ. ενδόθερμος (2), θερμόαιμος (2), ομοιόθερμος [< γαλλ. poïkilotherme ή pœcilotherme, 1905, αγγλ. poikilothermic, poikilothermal]
41227ποικιλομορφίαποι-κι-λο-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ποικιλόμορφου, διαφορετικότητα: βιολογική/γλωσσική/πολιτιστική (βλ. αφομοίωση) ~. Σεβασμός στην ~ των απόψεων (πβ. πλουραλισμός). ~ στη χλωρίδα και την πανίδα (πβ. παραλλακτικότητα, βλ. βιοποικιλότητα). Πβ. ανομοιογένεια, ποικιλία, πολυμορφία. Βλ. -μορφία. ΑΝΤ. ομοιομορφία ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική ποικιλότητα/ποικιλομορφία βλ. γενετικός [< μτγν. ποικιλομορφία, γαλλ. diversité]
41228ποικιλόμορφος, η, ο ποι-κι-λό-μορ-φος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ποικιλία· κατ' επέκτ. ποικίλος: ~ο: τοπίο. ~ες: εκδηλώσεις. Πβ. ετερογενής, παντοειδής, πολυποίκιλος. Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. πολύμορφος (1) ● επίρρ.: ποικιλόμορφα [< αρχ. ποικιλόμορφος]
41230ποικιλότηταποι-κι-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ποικιλία: (ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ.) βιολογική ~ (= βιο~). ~ ειδών/οικοτόπων/χλωρίδας. Πβ. παραλλακτικότητα, πολυτυπία.|| Γλωσσική/πολιτιστική ~. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική ποικιλότητα/ποικιλομορφία βλ. γενετικός [< μτγν. ποικιλότης, γαλλ. variabilité]
41231ποικιλότροπος, η, ο ποι-κι-λό-τρο-πος επίθ. (λόγ.): που γίνεται με ποικίλους τρόπους: ~η: στήριξη. Πβ. πολύτροπος. ● επίρρ.: ποικιλοτρόπως & ποικιλότροπα: Πβ. παντοιοτρόπως. ΣΥΝ. διαφοροτρόπως [< μτγν. ποικιλότροπος ‘πολλαπλός’]
41232ποικιλόχρους, ους, ουν ποι-κι-λό-χρους επίθ. (λόγ.): ποικιλόχρωμος· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ποικιλόχρους πιτυρίαση: ΙΑΤΡ. δερματοπάθεια που προκαλείται από μύκητα και χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση κηλίδων ποικίλου χρώματος και από ελαφριά απολέπιση. [< αγγλ. pityriasis versicolor] [< μτγν. ποικιλόχρους]
41233ποικιλοχρωμίαποι-κι-λο-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολυχρωμία. Βλ. -χρωμία.
41234ποικιλόχρωμος, η, ο ποι-κι-λό-χρω-μος επίθ.: πολύχρωμος. Βλ. -χρωμος. ΣΥΝ. ποικιλόχρους [< μτγν. ποικιλόχρωμος]
41235ποικιλώνυμος, η, ο ποι-κι-λώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): που έχει ποικίλα ονόματα ή μορφές: ~ες: οργανώσεις. ~α: συμφέροντα. Βλ. -ώνυμος.
41236ποιμαίνωποι-μαί-νω ρ. (μτβ.) {ποίμανε} (λόγ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (μτφ.) καθοδηγώ πνευματικά τους πιστούς. 2. Βόσκω (κοπάδι). [< 2: αρχ. ποιμαίνω]
41237ποίμανσηποί-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. πνευματική καθοδήγηση. [< μεσν. ποίμανσις]
41238ποιμαντικός, ή, ό ποι-μα-ντι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την ποίμανση ή την ποιμαντική: ~ή: διακονία/μέριμνα/ψυχολογία. ~ό: έργο. Πβ. ποιμαντορικός. ● Ουσ.: ποιμαντική (η): ΘΕΟΛ. κλάδος που πραγματεύεται τις αρμοδιότητες των κληρικών κυρ. ως προς την πνευματική καθοδήγηση των πιστών· συνεκδ. το ομώνυμο μάθημα: Τμήμα ~ής και κοινωνικής θεολογίας. Συμβουλευτική ~ και εξομολογητική. ~ γάμου και οικογένειας. [< μτγν. ποιμαντικός ‘ποιμενικός’]
41239ποιμαντορίαποι-μα-ντο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθοδήγηση των πιστών από ποιμενάρχη· συνεκδ. το αντίστοιχο λειτούργημα ή η περίοδος κατά την οποία αυτό ασκείται.
41240ποιμαντορικός, ή, ό ποι-μα-ντο-ρι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την ποιμαντορία: ~ή: εγκύκλιος/ράβδος. ~ό: έργο. Πβ. ποιμαντικός. [< μεσν. ουσ. ποιμαντορική]
41241ποιμενάρχηςποι-με-νάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. θρησκευτικός και πνευματικός καθοδηγητής: άξιος/Σεβασμιότατος/Σεπτός ~. Βλ. -άρχης. ΣΥΝ. ποιμένας (2) [< μεσν. ποιμενάρχης]
41242ποιμέναςποι-μέ-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ποιμήν 1. βοσκός, κυρ. προβάτων. Πβ. τσοπάνης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ποιμενάρχης: ~ ψυχών. ● ΦΡ.: ο καλός ποιμήν (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. απεικόνιση, στη χριστιανική τέχνη, του Ιησού Χριστού ως βοσκού που επιστρέφει με το χαμένο πρόβατο στους ώμους· (κατ' επέκτ., συνήθ. για ιεράρχη) πνευματικός ηγέτης που φροντίζει το ποίμνίο του. [< 1: αρχ. ποιμήν 2: μτγν. ~]
41243ποιμενικός, ή, ό ποι-με-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ποιμένα, τον βοσκό: ~ός: αυλός (βλ. σουραύλι, φλογέρα)/βίος. ~ή: ζωή/ράβδος. ~ό: δράμα/ειδύλλιο/όργανο/τραγούδι. ΣΥΝ. βουκολικός ● Ουσ.: ποιμενικό (το): ΦΙΛΟΛ. -ΜΟΥΣ. βουκολική ποίηση ή είδος μουσικής σύνθεσης αντίστοιχου θέματος. [< μτγν. ποιμενικός]
41244ποιμενικόςποι-με-νι-κός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. τσοπανόσκυλο: βελγικός/ελληνικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γερμανικός ποιμενικός: λυκόσκυλο, συνήθ. μαύρου χρώματος, με καστανόξανθες κηλίδες, κοντό τρίχωμα και μυτερή μουσούδα. [< γερμ. deutscher Schäferhund, αγγλ. german shepherd]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.