| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41233 | ποικιλοχρωμία | ποι-κι-λο-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολυχρωμία. Βλ. -χρωμία. | |
| 41234 | ποικιλόχρωμος | , η, ο ποι-κι-λό-χρω-μος επίθ.: πολύχρωμος. Βλ. -χρωμος. ΣΥΝ. ποικιλόχρους [< μτγν. ποικιλόχρωμος] | |
| 41235 | ποικιλώνυμος | , η, ο ποι-κι-λώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): που έχει ποικίλα ονόματα ή μορφές: ~ες: οργανώσεις. ~α: συμφέροντα. Βλ. -ώνυμος. | |
| 41236 | ποιμαίνω | ποι-μαί-νω ρ. (μτβ.) {ποίμανε} (λόγ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (μτφ.) καθοδηγώ πνευματικά τους πιστούς. 2. Βόσκω (κοπάδι). [< 2: αρχ. ποιμαίνω] | |
| 41237 | ποίμανση | ποί-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. πνευματική καθοδήγηση. [< μεσν. ποίμανσις] | |
| 41238 | ποιμαντικός | , ή, ό ποι-μα-ντι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την ποίμανση ή την ποιμαντική: ~ή: διακονία/μέριμνα/ψυχολογία. ~ό: έργο. Πβ. ποιμαντορικός. ● Ουσ.: ποιμαντική (η): ΘΕΟΛ. κλάδος που πραγματεύεται τις αρμοδιότητες των κληρικών κυρ. ως προς την πνευματική καθοδήγηση των πιστών· συνεκδ. το ομώνυμο μάθημα: Τμήμα ~ής και κοινωνικής θεολογίας. Συμβουλευτική ~ και εξομολογητική. ~ γάμου και οικογένειας. [< μτγν. ποιμαντικός ‘ποιμενικός’] | |
| 41239 | ποιμαντορία | ποι-μα-ντο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθοδήγηση των πιστών από ποιμενάρχη· συνεκδ. το αντίστοιχο λειτούργημα ή η περίοδος κατά την οποία αυτό ασκείται. | |
| 41240 | ποιμαντορικός | , ή, ό ποι-μα-ντο-ρι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με την ποιμαντορία: ~ή: εγκύκλιος/ράβδος. ~ό: έργο. Πβ. ποιμαντικός. [< μεσν. ουσ. ποιμαντορική] | |
| 41241 | ποιμενάρχης | ποι-με-νάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. θρησκευτικός και πνευματικός καθοδηγητής: άξιος/Σεβασμιότατος/Σεπτός ~. Βλ. -άρχης. ΣΥΝ. ποιμένας (2) [< μεσν. ποιμενάρχης] | |
| 41242 | ποιμένας | ποι-μέ-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ποιμήν 1. βοσκός, κυρ. προβάτων. Πβ. τσοπάνης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ποιμενάρχης: ~ ψυχών. ● ΦΡ.: ο καλός ποιμήν (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. απεικόνιση, στη χριστιανική τέχνη, του Ιησού Χριστού ως βοσκού που επιστρέφει με το χαμένο πρόβατο στους ώμους· (κατ' επέκτ., συνήθ. για ιεράρχη) πνευματικός ηγέτης που φροντίζει το ποίμνίο του. [< 1: αρχ. ποιμήν 2: μτγν. ~] | |
| 41243 | ποιμενικός | , ή, ό ποι-με-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ποιμένα, τον βοσκό: ~ός: αυλός (βλ. σουραύλι, φλογέρα)/βίος. ~ή: ζωή/ράβδος. ~ό: δράμα/ειδύλλιο/όργανο/τραγούδι. ΣΥΝ. βουκολικός ● Ουσ.: ποιμενικό (το): ΦΙΛΟΛ. -ΜΟΥΣ. βουκολική ποίηση ή είδος μουσικής σύνθεσης αντίστοιχου θέματος. [< μτγν. ποιμενικός] | |
| 41244 | ποιμενικός | ποι-με-νι-κός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. τσοπανόσκυλο: βελγικός/ελληνικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γερμανικός ποιμενικός: λυκόσκυλο, συνήθ. μαύρου χρώματος, με καστανόξανθες κηλίδες, κοντό τρίχωμα και μυτερή μουσούδα. [< γερμ. deutscher Schäferhund, αγγλ. german shepherd] | |
| 41245 | ποιμήν | βλ. ποιμένας | |
| 41246 | ποίμνη | ποί-μνη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ποίμνιο. [< αρχ. ποίμνη] | |
| 41247 | ποίμνιο | ποί-μνι-ο ουσ. (ουδ.) {ποιμνί-ου | -ων} ΣΥΝ. ποίμνη 1. ΕΚΚΛΗΣ. σύνολο πιστών που ανήκουν σε χριστιανικό δόγμα: ορθόδοξο/καθολικό ~. 2. (λόγ.) κοπάδι, κυρ. προβάτων. [< 1: μτγν. ποίμνιον 2: αρχ.] | |
| 41248 | ποιμνιοστάσιο | ποι-μνι-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μαντρί. Βλ. -στάσιο. ΣΥΝ. μάντρα1 (3), στάνη | |
| 41249 | ποινή | ποι-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. τιμωρία που επιβάλλεται από τη δικαστική εξουσία σε παραβάτες του Νόμου: άδικη/αυστηρή/βαριά/δίκαιη/ελαφριά/εξαγοράσιμη (βλ. εγγύηση)/επιεικής/μειωμένη ~. Χρηματική ~ (: ~ προστίμου). Εναλλακτική ~ (π.χ. κοινωφελής εργασία). ~ κράτησης/στερητική της ελευθερίας. Αναστολή εκτέλεσης/παραγραφή της ~ής. Αδίκημα που επισύρει ~. Καταδικάστηκε σε ~ κάθειρξης/φυλάκισης δέκα ετών. Του επιβλήθηκε η ανωτάτη/μεγίστη των ~ών. Εκτίει την ~ του. Πβ. κολασμός. 2. (κατ' επέκτ.) τιμωρία: διοικητική ~. Η ~ της αποβολής/απόταξης (από το Σώμα)/αργίας/στέρησης ενός δικαιώματος. Σωματικές ~ές. ~ές στον στρατό (: κράτηση, στέρηση εξόδου, φυλάκιση). (για αθλητή:) Τιμωρήθηκε με ~ αποκλεισμού μιας αγωνιστικής. Πβ. καμπάνα, κύρωση, πέναλτι. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτιση ποινής βλ. έκτιση, επιμέτρηση ποινής βλ. επιμέτρηση, θανατική ποινή βλ. θανατικός, κεφαλική ποινή βλ. κεφαλικός, πειθαρχική ποινή βλ. πειθαρχικός, τεχνική ποινή βλ. τεχνικός ● ΦΡ.: επί ποινή [ἐπί ποινῇ] (+ γεν.): ΝΟΜ. με ποινή: Απαγορεύεται ~ ~ αποκλεισμού/απόρριψης/διαγραφής η ..., η εσχάτη των ποινών βλ. έσχατος [< αρχ. ποινή] | |
| 41250 | ποινικολογία | ποι-νι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & ποινολογία: ΝΟΜ. κλάδος που μελετά την ποινή και την πρόληψη του εγκλήματος. [< γερμ. Strafrecht, γαλλ. pénologie, αγγλ. penology] | |
| 41251 | ποινικολόγος | ποι-νι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): νομικός ειδικευμένος στο Ποινικό Δίκαιο. Δικηγόρος-~. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Strafverteidiger, αγγλ. penologist, γαλλ. pénaliste, περ. 1975] | |
| 41252 | ποινικοποίηση | ποι-νι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ποινικοποιώ: ~ της φοροδιαφυγής. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. αποποινικοποίηση [< γαλλ. criminalisation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ