Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41820-41840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41253ποινικοποιώ[ποινικοποιῶ] ποι-νι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ποινικοποι-εί, -ώντας | ποινικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΝΟΜ. καθιστώ μια πράξη αξιόποινη: Σχέδιο νόμου που ~εί την ... Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. αποποινικοποιώ [< γαλλ. criminaliser]
41254ποινικός, ή, ό ποι-νι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την ποινή: ~ός: κρατούμενος (βλ. πολιτικός)/σωφρονισμός. ~ή: διαδικασία/δικαιοδοσία/δικαιοσύνη/δίκη/έρευνα/ευθύνη/καταστολή/νομοθεσία/προστασία (του περιβάλλοντος). ~ό: Δικαστήριο (: που δικάζει ~ές υποθέσεις)/σύστημα. ~ές: αποφάσεις/διατάξεις/καταδίκες/κυρώσεις. ~ά: ζητήματα/μέτρα. Τομέας ~ών Επιστημών. Πράξη που αποτελεί/συνιστά ~ό αδίκημα (= ~ή πράξη). ● επίρρ.: ποινικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Ο παραβάτης διώκεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ειδικοί ποινικοί νόμοι: κώδικες προγενέστεροι ή μεταγενέστεροι του Ποινικού Κώδικα ή του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας., Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο: το σύνολο των κανόνων δικαίου που καθορίζουν ποιες πράξεις συνιστούν εγκλήματα, καθώς και τα μέτρα που πρέπει να επιβληθούν στους δράστες των πράξεων αυτών., Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο/Ποινική Δικονομία: το σύνολο των κανόνων δικαίου που αναφέρονται στις αρμοδιότητες των οργάνων και τη διαδικασία δράσης τους για την εφαρμογή του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου: Κύρια πηγή του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου είναι ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. [< γερμ. Strafverfahren, Strafprozessrecht] , Ποινικός Κώδικας (ακρ. ΠΚ): ΝΟΜ. κώδικας με διατάξεις που ορίζουν τις αξιόποινες πράξεις και τις αντίστοιχες ποινές., ποινική δίωξη βλ. δίωξη, ποινική ρήτρα βλ. ρήτρα, Ποινικό Δίκαιο βλ. δίκαιο, ποινικό μητρώο βλ. μητρώο [< γαλλ. pénal]
41255ποινολογίαβλ. ποινικολογία
41256ποινολόγιοποι-νο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): βιβλίο καταγραφής ποινών και παραπτωμάτων: φορολογικό ~. To ~ της ΟΥΕΦΑ. Βλ. -λόγιο.
41257ποϊνσέτιαπο-ϊν-σέ-τι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αλεξανδρινό. [< αγγλ.-γαλλ. poinsettia, αμερικ. ανθρ. J. R. Poinsett]
41258πόιντβλ. σύστεμ
41259πόιντ γκαρντπό-ι-ντ γκαρντ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ. | σπανιότ. θηλ., στο γυναικείο μπάσκετ}: ΑΘΛ. περιφερειακός παίκτης, συνήθ. με ευχέρεια στο σκοράρισμα. Βλ. πλέι μέικερ. [< αμερικ. point guard, 1969]
41260πόιντερπό-ι-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μεγάλο σε μέγεθος κυνηγετικό σκυλί ράτσας με κοντό, στιλπνό και πυκνό τρίχωμα συνήθ. λευκού χρώματος, με μαύρες, καστανές ή πορτοκαλί βούλες, πεσμένα αυτιά και μυτερή ουρά: αγγλικό/καθαρόαιμο ~. Βλ. μπρακ. [< αγγλ. pointer]
41261ποιόνποι-όν ουσ. (ουδ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) ήθος, προσωπικότητα: Γνωρίζουμε το ~ αυτού του ανθρώπου. Έδειξε το ~ του. Σε είχα προειδοποιήσει για το ~ του. Πβ. πάστα, στόφα. 2. ποιότητα: το ~ της εκπαίδευσης/μιας εκπομπής.|| (ειρων.) Δεν αμφέβαλα για το ~ του χαρακτήρα του. Πβ. είδος. ● ΣΥΜΠΛ.: ποιόν ενεργείας: ΓΡΑΜΜ. ο τρόπος που παρουσιάζεται η ρηματική ενέργεια ως διαρκής, στιγμιαία ή ολοκληρωμένη: ατελές (συνεχές ή επαναλαμβανόμενο)/μη συνοπτικό ~ ~ (π.χ. γράφω, έγραφα, θα γράφω). Συνοπτικό/τέλειο ~ ~ (π.χ. θα γράψω, έγραψα). Συντελεσμένο ~ ~ (π.χ. θα έχω γράψει). Βλ. τροπικότητα. ΣΥΝ. άποψη (4), όψη (7), τρόπος (5) [< γερμ. Aktionsart] [< αρχ. ποιόν]
41262ποιος, α, ο ερωτημ. αντων. {γεν. ποιου (προφ.) ποιανού | ποιων (προφ.) ποιανών} [πρόφ. pxios] 1. σε ερωτήσεις μερικής άγνοιας, όταν αυτός που ρωτά, ζητά να μάθει την ταυτότητα προσώπου ή πράγματος: ~ είναι/το έκανε; Ποιανού είναι αυτή η ζακέτα; ~ους βαραίνει η ευθύνη; Δεν μου είπε από ~ον (= πού) το έμαθε.|| ~α είναι η αλήθεια; Σε ~α σελίδα να κοιτάξω; ~α (= τι είδους) βιβλία προτιμάτε;|| Πες μου ~ είναι ο φίλος σου να σου πω ~ είσαι. 2. επιτατ. σε ερωτηματικές ή επιφωνηματικές προτάσεις: ~ είναι τόσο αφελής, ώστε να τον πιστέψει; (: κανείς δεν είναι). (Και) ~ δεν κάνει λάθη/δεν θέλει την ευτυχία (: ο καθένας, όλοι)! (έκπληξη:) Δες ~ ήρθε! ● ΦΡ.: ποιος είναι ποιος 1. δηλωτικό σύγχυσης ή/και απορίας σχετικά με την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου: Δεν μπορώ να καταλάβω/ξεχωρίσω ~ ~/ποιο είναι ποιο (: είναι όμοιοι/α). 2. βιβλίο με βιογραφίες εξεχουσών προσωπικοτήτων. [< 2: αγγλ. Who is Who] , ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος; βλ. όφελος, ποιος (θα/να) το περίμενε/έλεγε/φανταζόταν βλ. περιμένω, ποιος δεν θα ήθελε βλ. θέλω, ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε βλ. βλέπω, ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; βλ. άνεμος, ποιος λίγο, ποιος πολύ βλ. λίγο, ποιος μου λέει (εμένα) βλ. λέω, ποιος ξέρει; βλ. ξέρω, ποιος ο λόγος να ...; βλ. λόγος, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; βλ. φως, ποιος τη χάρη σου/του! βλ. χάρη, ποιος το είπε/λέει (αυτό); βλ. λέω, ποιος τον πιάνει/φτάνει βλ. πιάνω, ποιος/τι έχει σειρά; βλ. σειρά [< μεσν. ποιος < αρχ. ποῖος]
41264ποιότητα

ποι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν κάποιον ή κάτι: αναγνωρισμένη/ανώτερη/απαράδεκτη/άριστη/άψογη/επαγγελματική/κάκιστη/καλλιτεχνική/κατώτερη/κορυφαία/σταθερή/τεχνική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ εικόνας/εκτύπωσης/ήχου/κατασκευής/νερού/παραγωγής/χρωμάτων. Η ~ του εξαρτήματος/των παρεχόμενων υπηρεσιών/των τροφίμων/των υλικών/του υφάσματος/των φαρμάκων. Η αισθητική ~ μιας κατασκευής. Βελτίωση/δείκτες/εγγύηση/έλλειψη ~ας. Κρασιά/προϊόντα διαφορετικής/εκλεκτής/εξαιρετικής ~ας. Αναβαθμίζεται/βελτιώνεται/μειώνεται/υποβαθμίζεται η ~. Το έργο υπολείπεται/δεν υστερεί σε ~. Ταινία που ξεπερνά σε ~ όλες τις άλλες. Υπάρχουν διαφορές στην ~. Πβ. ποιόν.|| Πιστοποίηση/πρότυπο ~ας. Σύστημα διαχείρισης ~ας. Βλ. ISO.|| ~ AA. Πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~. ~ες ελαιολάδου/χαρτιού. Το προϊόν διατίθεται σε τρεις ~ες. Βλ. ποσότητα.|| Έδειξε τι ~ας (= είδους, σόι) άνθρωπος είναι. 2. υψηλό επίπεδο: ~ λόγου/σκέψης. ~ στο περιεχόµενο. Βιβλίο ~ας (: κλάσης). Άλλης ~ας άνθρωπος/υλικό. 3. ΦΙΛΟΣ. ιδιότητα, χαρακτηριστικό: πρωτεύουσες/δευτερεύουσες ~ες. 4. ΓΛΩΣΣ. χαρακτηριστική αντήχηση ή χροιά φθόγγου. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: διοίκηση ολικής ποιότητας/ολική ποιότητα & (σπάν.) σύστημα ολικής ποιότητας: ΟΙΚΟΝ. οργανωμένη προσπάθεια διασφάλισης της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών οικονομικής μονάδας, μέσω της υιοθέτησης στρατηγικών, συστημάτων, διαδικασιών και διοικητικών εργαλείων που θέτουν την ποιότητα ως προτεραιότητα και ευθύνη όλων των εργαζομένων από τα ανώτερα στελέχη έως τους απλούς εργάτες. [< αγγλ. total quality management (TQM), 1993] , διασφάλιση (της) ποιότητας βλ. διασφάλιση, κύκλος ποιότητας βλ. κύκλος, ποιότητα ζωής βλ. ζωή, ποιοτικός έλεγχος/έλεγχος ποιότητας βλ. έλεγχος [< 1: αρχ. ποιότης, γαλλ. qualité, αγγλ. quality]

41265ποιοτικός, ή, ό ποι-ο-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την ποιότητα: ~ή: αναβάθμιση/ανάλυση/εκπαίδευση/έρευνα. ~ό: άλμα (πβ. άλμα προόδου). ~οί: δείκτες. ~ά: χαρακτηριστικά. Προϊόντα εκλεκτά και υψηλής ~ής αξίας. ΑΝΤ. ποσοτικός 2. υψηλής ποιότητας, εξαιρετικός, αξιόλογος: ~ός: τουρισμός. ~ή: εκπομπή. ~ό: αποτέλεσμα/πρότυπο/τραγούδι. ● επίρρ.: ποιοτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ποιοτικό παρακράτημα βλ. παρακράτημα, ποιοτικός έλεγχος/έλεγχος ποιότητας βλ. έλεγχος [< μεσν. ποιοτικός, γαλλ. qualitatif, qualificatif]
41267ποιώ[ποιῶ] ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ποι-εί ... | (ε)ποί-ησε, ποι-είται. -ώντας} (λόγ.): κάνω, δημιουργώ: φρονίμως ποιών/ποιούντες. ● ΦΡ.: ου γαρ οίδασι τι ποιούσι [οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι] (ΚΔ): (δεν γνωρίζουν τι κάνουν) για άτομα που ενεργούν χωρίς επίγνωση των πράξεών τους., δεν γνωρίζει/δεν ξέρει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά βλ. αριστερός, ποιεί τη(ν) νήσσα(ν) βλ. νήσσα, τα πάντα εν σοφία εποίησε βλ. σοφία [< αρχ. ποιῶ]
41268πόκαπό-κα ουσ. (θηλ.): παιχνίδι της τράπουλας που μοιάζει με το πόκερ. [< αγγλ. poker]
41269ποκάριπο-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το μαλλί που μαζεύεται μετά το κούρεμα προβάτου. [< μτγν. ποκάριον ‘τολύπη μαλλιού ή βαμβακιού’]
41270πόκερπό-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παιχνίδι της τράπουλας που παίζεται με τριάντα δύο ή πενήντα δύο φύλλα και από δύο έως επτά παίκτες και στο οποίο αναδεικνύεται νικητής όποιος έχει τον καλύτερο συνδυασμό πέντε φύλλων από τα επτά που έχει διαθέσιμα. Πβ. πόκα. Βλ. αβλεπτί, κέντα, ρελάνς. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό πόκερ/παζάρι βλ. σκληρός [< αμερικ.-γαλλ. poker]
41271πολαρόιντπο-λα-ρό-ιντ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΦΩΤΟΓΡ. φωτογραφική μηχανή που επιτρέπει άμεση εμφάνιση φωτογραφιών, χωρίς τη μεσολάβηση αρνητικού· συνεκδ. οι αντίστοιχες φωτογραφίες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διαφανές συνθετικό υλικό που έχει την ιδιότητα της πόλωσης του φωτός και παράγεται σε λεπτά πλαστικά φύλλα. [< 1: αμερικ. εμπορ. ονομασ. Polaroid, 1961, 2: αγγλ. polaroid, 1936]
41272πολέμαρχοςπο-λέ-μαρ-χος ουσ. (αρσ.) & πολεμάρχος 1. αρχηγός συνήθ. παραστρατιωτικών ομάδων: βετεράνος ~. Βλ. επαναστάτης. 2. (λογοτ.) γενναίος στρατιωτικός ηγέτης: ανελέητος/ατρόμητος/άφοβος/δυνατός/ισχυρός/τρομερός ~. Βλ. -αρχος. [< αρχ. πολέμαρχος ‘στρατηγός’, γαλλ. polémarque, αγγλ. polemarch]
41273πολεμάωβλ. πολεμώ
41274πολεμικήπο-λε-μι-κή ουσ. (θηλ.): οξεία αρνητική κριτική, σφοδρή λεκτική επίθεση: Ο αρθρογράφος ασκεί σκληρότατη ~ εναντίον/κατά του ... Δέχτηκε δριμεία/έντονη ~. [< αρχ. πολεμική 'η τέχνη του πολέμου', γαλλ. polémique, αγγλ. polemic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.