Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41840-41860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41267ποιώ[ποιῶ] ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ποι-εί ... | (ε)ποί-ησε, ποι-είται. -ώντας} (λόγ.): κάνω, δημιουργώ: φρονίμως ποιών/ποιούντες. ● ΦΡ.: ου γαρ οίδασι τι ποιούσι [οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι] (ΚΔ): (δεν γνωρίζουν τι κάνουν) για άτομα που ενεργούν χωρίς επίγνωση των πράξεών τους., δεν γνωρίζει/δεν ξέρει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά βλ. αριστερός, ποιεί τη(ν) νήσσα(ν) βλ. νήσσα, τα πάντα εν σοφία εποίησε βλ. σοφία [< αρχ. ποιῶ]
41268πόκαπό-κα ουσ. (θηλ.): παιχνίδι της τράπουλας που μοιάζει με το πόκερ. [< αγγλ. poker]
41269ποκάριπο-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το μαλλί που μαζεύεται μετά το κούρεμα προβάτου. [< μτγν. ποκάριον ‘τολύπη μαλλιού ή βαμβακιού’]
41270πόκερπό-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παιχνίδι της τράπουλας που παίζεται με τριάντα δύο ή πενήντα δύο φύλλα και από δύο έως επτά παίκτες και στο οποίο αναδεικνύεται νικητής όποιος έχει τον καλύτερο συνδυασμό πέντε φύλλων από τα επτά που έχει διαθέσιμα. Πβ. πόκα. Βλ. αβλεπτί, κέντα, ρελάνς. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό πόκερ/παζάρι βλ. σκληρός [< αμερικ.-γαλλ. poker]
41271πολαρόιντπο-λα-ρό-ιντ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΦΩΤΟΓΡ. φωτογραφική μηχανή που επιτρέπει άμεση εμφάνιση φωτογραφιών, χωρίς τη μεσολάβηση αρνητικού· συνεκδ. οι αντίστοιχες φωτογραφίες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διαφανές συνθετικό υλικό που έχει την ιδιότητα της πόλωσης του φωτός και παράγεται σε λεπτά πλαστικά φύλλα. [< 1: αμερικ. εμπορ. ονομασ. Polaroid, 1961, 2: αγγλ. polaroid, 1936]
41272πολέμαρχοςπο-λέ-μαρ-χος ουσ. (αρσ.) & πολεμάρχος 1. αρχηγός συνήθ. παραστρατιωτικών ομάδων: βετεράνος ~. Βλ. επαναστάτης. 2. (λογοτ.) γενναίος στρατιωτικός ηγέτης: ανελέητος/ατρόμητος/άφοβος/δυνατός/ισχυρός/τρομερός ~. Βλ. -αρχος. [< αρχ. πολέμαρχος ‘στρατηγός’, γαλλ. polémarque, αγγλ. polemarch]
41273πολεμάωβλ. πολεμώ
41274πολεμικήπο-λε-μι-κή ουσ. (θηλ.): οξεία αρνητική κριτική, σφοδρή λεκτική επίθεση: Ο αρθρογράφος ασκεί σκληρότατη ~ εναντίον/κατά του ... Δέχτηκε δριμεία/έντονη ~. [< αρχ. πολεμική 'η τέχνη του πολέμου', γαλλ. polémique, αγγλ. polemic]
41276πολεμικότηταπο-λε-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολεμική διάθεση, επιθετικότητα. Βλ. μαχητικότητα.
41277πολέμιοςπο-λέ-μι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ίου | σπανιότ. θηλ. πολέμια} (λόγ.): εχθρός: σκληρός ~ του κομμουνισμού/του ολοκληρωτισμού/του χριστιανισμού. Σφοδρός ~ της δικτατορίας. Πβ. αντίπαλος. ΑΝΤ. φίλος (3) [< αρχ. πολέμιος]
41278πολεμιστήριος, α, ο πο-λε-μι-στή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): πολεμικός: ~ο: σάλπισμα. Βλ. -τήριος. [< αρχ. πολεμιστήριος]
41279πολεμιστής[πολεμιστής] πο-λε-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πολεμίστρια}: πρόσωπο που συμμετέχει ή έχει συμμετάσχει σε πολεμική μάχη: ατρόμητος/γενναίος/θρυλικός/παλιός (= βετεράνος, παλαίμαχος) ~. Αποδόθηκαν τιμές στους ~ές.|| Στολή του ~ή. Οι αρχαίοι ~ές έφεραν ασπίδα και δόρυ. Πβ. αγωνιστής, μαχητής, στρατιώτης. Βλ. συμ~. [< αρχ. πολεμιστής]
41280πολεμίστραπο-λε-μί-στρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.): άνοιγμα σε τείχος ή φρούριο από όπου πολεμούσαν οι πολιορκούμενοι εναντίον των πολιορκητών: οι ~ες του κάστρου. Πύργος οχυρωμένος με ~ες. Βλ. έπαλξη. [< μεσν. πολεμίστρα]
41281πολεμο-& πολεμό-: το ουσιαστικό πόλεμος ως α' συνθετικό λέξεων: πολεμο-φόδια.|| Πολεμο-καπηλία.
41282πολεμοκαπηλίαπο-λε-μο-κα-πη-λί-α ουσ. (θηλ.): εκμετάλλευση πολεμικής σύγκρουσης για προσωπικό όφελος. Βλ. κερδοσκοπία.
41283πολεμοκάπηλος, η, ο πο-λε-μο-κά-πη-λος επίθ./ουσ.: που αποκομίζει όφελος, συνήθ. οικονομικό ή πολιτικό, από την εκμετάλλευση εμπόλεμης κατάστασης: ~ος: πολιτικός. (ως ουσ.) Στα δίχτυα των ~ων. Βλ. -κάπηλος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: προπαγάνδα. ~ες: δηλώσεις. ~α: σχέδια.
41284πόλεμοςπό-λε-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -έμου | -έμων, -έμους} 1. ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα σε κράτη ή ομάδες, που θεωρούν ότι είναι κυρίαρχα/ες: αιματηρός/αμυντικός/εθνικοαπελευθερωτικός/εμφύλιος/επιθετικός/θερμός/κατακτητικός/μακροχρόνιος/νικηφόρος/προληπτικός/συμβατικός ~. ~ για την ανεξαρτησία/το πετρέλαιο. ~ μέχρις εσχάτων. Αιχμάλωτοι/απόμαχοι/βετεράνοι/θύματα/τραυματίες ~έμου. Η αφορμή/η αρχή/το τέλος (βλ. ανακωχή, εκεχειρία) του ~έμου. Oι ηττημένοι/νικητές του ~έμου. Επί ποδός/σε καιρό (λόγ. εν καιρώ)/στα πρόθυρα ~έμου. Διεξάγεται/ξέσπασε ~. Αποτράπηκε/εντείνεται/κλιμακώνεται/μαίνεται/συνεχίζεται ο ~. Κάνουν ~ο (= πολεμούν). Έχασαν/κέρδισαν τον ~ο. Χώρα που βρίσκεται/έχει εμπλακεί σε ~ο. Αντιτάχθηκαν/συμμετείχαν στον ~ο. Γύρισε από τον/πήγε στον/σκοτώθηκε στον ~ο.|| ~ συμμοριών.|| (ΙΣΤ.) Ο Ελληνοτουρκικός/Πελοποννησιακός ~. Ο Πρώτος/Δεύτερος Παγκόσμιος ~. Οι Βαλκανικοί/Ναπολεόντειοι/Περσικοί ~οι. Ο ~ του Κόλπου/των Έξι Ημερών. Πβ. μάχη, σύρραξη. Βλ. επίθεση, επιχείρηση, εχθροπραξία, πολιορκία. ΑΝΤ. ειρήνη (1) 2. (μτφ.) σκληρός αγώνας επικράτησης, ανταγωνισμός· αντιπαράθεση, διένεξη: ανηλεής/ανοιχτός/βρόμικος/υπόγειος ~ (για την τηλεθέαση). Εμπορικός/ιδεολογικός/κοινωνικός/οικονομικός ~. ~ φατριών. ~ προσφορών/συμφερόντων/τιμών. ~ λάσπης (= λασπο~). Πβ. λασπομαχία. Έχουν αποδυθεί/επιδοθεί σε ~ο ανακοινώσεων/δηλώσεων/εντυπώσεων.|| Μην ανοίγεις ~ο μαζί του! ΣΥΝ. σύγκρουση (2) 3. (μτφ.) έντονη προσπάθεια για την αντιμετώπιση και εξάλειψη προβλήματος: Ξεκίνησαν ~ο κατά της διαπλοκής/του καρκίνου/των μονοπωλίων/των ναρκωτικών/της τρομοκρατίας. Ο ~ εναντίον (= η καταπολέμηση) της διαφθοράς. Πβ. εκστρατεία, σταυροφορία. ΣΥΝ. αγώνας (1), μάχη (3), πάλη (2) ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος: στον οποίο γίνεται χρήση βιολογικών, πυρηνικών ή χημικών όπλων, αντίστοιχα. [< αγγλ. biological/nuclear/chemical war] , εγκληματίας πολέμου: άτομο που έχει διαπράξει εγκλήματα πολέμου: Η δίκη των ~ών ~., ηλεκτρονικός πόλεμος: χρήση σύγχρονου ηλεκτρονικού εξοπλισμού, με σκοπό τις παρεμβολές στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία των εχθρικών συστημάτων (πλοήγησης, όρασης, ρίψης βομβών, ραντάρ) και την παρεμπόδιση της λειτουργίας τους. [< αγγλ. electronic warfare] , ψυχολογικός πόλεμος 1. συστηματική χρήση της προπαγάνδας από κάποιο κράτος, με σκοπό να καμφθεί το ηθικό του αντιπάλου. 2. πόλεμος νεύρων: Του ασκούν ~ό ~ο, για να παραιτηθεί. [< αγγλ. psychological warfare, 1940] , αιτία πολέμου βλ. αιτία, ακήρυχτος πόλεμος βλ. ακήρυχτος & ακήρυκτος, ανάπηρος πολέμου βλ. ανάπηρος, ανθρωπιστική επέμβαση βλ. επέμβαση, εγκλήματα πολέμου βλ. έγκλημα, ιερός/θρησκευτικός πόλεμος βλ. ιερός, ολοκληρωτικός πόλεμος βλ. ολοκληρωτικός, πόλεμος νεύρων βλ. νεύρα, πόλεμος των άστρων βλ. άστρο, πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων βλ. χαράκωμα2, το τσεκούρι του πολέμου βλ. τσεκούρι, Τρωικός Πόλεμος βλ. τρωικός, Ψυχρός Πόλεμος βλ. ψυχρός ● ΦΡ.: κάνω πόλεμο σε κάποιον: συγκρούομαι ανοιχτά μαζί του: Της ~ουν ~ (= την πολεμούν), για να τη διώξουν., πόλεμος πατήρ πάντων: ΦΙΛΟΣ. η σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων δυνάμεων που ενυπάρχουν στα πράγματα, είναι η γενεσιουργός δύναμη των όντων, η πηγή της ζωής., θέρος, τρύγος, πόλεμος βλ. θέρος1, κηρύσσω (τον) πόλεμο βλ. κηρύσσω & κηρύττω, τα τύμπανα του πολέμου βλ. τύμπανο [< 1: αρχ. πόλεμος 2,3: αγγλ. war, γαλλ. guerre]
15983Πόλεμος

, ή, ό [ἐμφυλιοπολεμικός] εμ-φυ-λι-ο-πο-λε-μι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τον εμφύλιο πόλεμο, ειδικότ. τον ελληνικό: ~ή: περίοδος.

41287πολεμοφόδιαπο-λε-μο-φό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πολεμοφόδιο} (περιληπτ.): στρατιωτικός εξοπλισμός, κυρ. πυρομαχικά: αγορά/αποθήκες ~ίων. Απέστειλαν/μετέφεραν όπλα, φάρμακα και ~. Ρίψεις ~ίων με αλεξίπτωτο.|| (μτφ.) Ιδεολογικά ~. [< γαλλ. munitions]
41288πολεμοχαρής, ής, ές πο-λε-μο-χα-ρής επίθ. (λόγ.) & (λογοτ.) πολεμόχαρος, η, ο: φιλοπόλεμος: ~ής: λαός.|| ~ής: στάση. ~ές: κλίμα. ~ή: σχέδια. Βλ. -χαρής. ΑΝΤ. ειρηνόφιλος, φιλειρηνικός [< μεσν. πολεμοχαρής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.