Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41840-41860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41276πολεμικότηταπο-λε-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολεμική διάθεση, επιθετικότητα. Βλ. μαχητικότητα.
41277πολέμιοςπο-λέ-μι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ίου | σπανιότ. θηλ. πολέμια} (λόγ.): εχθρός: σκληρός ~ του κομμουνισμού/του ολοκληρωτισμού/του χριστιανισμού. Σφοδρός ~ της δικτατορίας. Πβ. αντίπαλος. ΑΝΤ. φίλος (3) [< αρχ. πολέμιος]
41278πολεμιστήριος, α, ο πο-λε-μι-στή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): πολεμικός: ~ο: σάλπισμα. Βλ. -τήριος. [< αρχ. πολεμιστήριος]
41279πολεμιστής[πολεμιστής] πο-λε-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πολεμίστρια}: πρόσωπο που συμμετέχει ή έχει συμμετάσχει σε πολεμική μάχη: ατρόμητος/γενναίος/θρυλικός/παλιός (= βετεράνος, παλαίμαχος) ~. Αποδόθηκαν τιμές στους ~ές.|| Στολή του ~ή. Οι αρχαίοι ~ές έφεραν ασπίδα και δόρυ. Πβ. αγωνιστής, μαχητής, στρατιώτης. Βλ. συμ~. [< αρχ. πολεμιστής]
41280πολεμίστραπο-λε-μί-στρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.): άνοιγμα σε τείχος ή φρούριο από όπου πολεμούσαν οι πολιορκούμενοι εναντίον των πολιορκητών: οι ~ες του κάστρου. Πύργος οχυρωμένος με ~ες. Βλ. έπαλξη. [< μεσν. πολεμίστρα]
41281πολεμο-& πολεμό-: το ουσιαστικό πόλεμος ως α' συνθετικό λέξεων: πολεμο-φόδια.|| Πολεμο-καπηλία.
41282πολεμοκαπηλίαπο-λε-μο-κα-πη-λί-α ουσ. (θηλ.): εκμετάλλευση πολεμικής σύγκρουσης για προσωπικό όφελος. Βλ. κερδοσκοπία.
41283πολεμοκάπηλος, η, ο πο-λε-μο-κά-πη-λος επίθ./ουσ.: που αποκομίζει όφελος, συνήθ. οικονομικό ή πολιτικό, από την εκμετάλλευση εμπόλεμης κατάστασης: ~ος: πολιτικός. (ως ουσ.) Στα δίχτυα των ~ων. Βλ. -κάπηλος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: προπαγάνδα. ~ες: δηλώσεις. ~α: σχέδια.
41284πόλεμοςπό-λε-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -έμου | -έμων, -έμους} 1. ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα σε κράτη ή ομάδες, που θεωρούν ότι είναι κυρίαρχα/ες: αιματηρός/αμυντικός/εθνικοαπελευθερωτικός/εμφύλιος/επιθετικός/θερμός/κατακτητικός/μακροχρόνιος/νικηφόρος/προληπτικός/συμβατικός ~. ~ για την ανεξαρτησία/το πετρέλαιο. ~ μέχρις εσχάτων. Αιχμάλωτοι/απόμαχοι/βετεράνοι/θύματα/τραυματίες ~έμου. Η αφορμή/η αρχή/το τέλος (βλ. ανακωχή, εκεχειρία) του ~έμου. Oι ηττημένοι/νικητές του ~έμου. Επί ποδός/σε καιρό (λόγ. εν καιρώ)/στα πρόθυρα ~έμου. Διεξάγεται/ξέσπασε ~. Αποτράπηκε/εντείνεται/κλιμακώνεται/μαίνεται/συνεχίζεται ο ~. Κάνουν ~ο (= πολεμούν). Έχασαν/κέρδισαν τον ~ο. Χώρα που βρίσκεται/έχει εμπλακεί σε ~ο. Αντιτάχθηκαν/συμμετείχαν στον ~ο. Γύρισε από τον/πήγε στον/σκοτώθηκε στον ~ο.|| ~ συμμοριών.|| (ΙΣΤ.) Ο Ελληνοτουρκικός/Πελοποννησιακός ~. Ο Πρώτος/Δεύτερος Παγκόσμιος ~. Οι Βαλκανικοί/Ναπολεόντειοι/Περσικοί ~οι. Ο ~ του Κόλπου/των Έξι Ημερών. Πβ. μάχη, σύρραξη. Βλ. επίθεση, επιχείρηση, εχθροπραξία, πολιορκία. ΑΝΤ. ειρήνη (1) 2. (μτφ.) σκληρός αγώνας επικράτησης, ανταγωνισμός· αντιπαράθεση, διένεξη: ανηλεής/ανοιχτός/βρόμικος/υπόγειος ~ (για την τηλεθέαση). Εμπορικός/ιδεολογικός/κοινωνικός/οικονομικός ~. ~ φατριών. ~ προσφορών/συμφερόντων/τιμών. ~ λάσπης (= λασπο~). Πβ. λασπομαχία. Έχουν αποδυθεί/επιδοθεί σε ~ο ανακοινώσεων/δηλώσεων/εντυπώσεων.|| Μην ανοίγεις ~ο μαζί του! ΣΥΝ. σύγκρουση (2) 3. (μτφ.) έντονη προσπάθεια για την αντιμετώπιση και εξάλειψη προβλήματος: Ξεκίνησαν ~ο κατά της διαπλοκής/του καρκίνου/των μονοπωλίων/των ναρκωτικών/της τρομοκρατίας. Ο ~ εναντίον (= η καταπολέμηση) της διαφθοράς. Πβ. εκστρατεία, σταυροφορία. ΣΥΝ. αγώνας (1), μάχη (3), πάλη (2) ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος: στον οποίο γίνεται χρήση βιολογικών, πυρηνικών ή χημικών όπλων, αντίστοιχα. [< αγγλ. biological/nuclear/chemical war] , εγκληματίας πολέμου: άτομο που έχει διαπράξει εγκλήματα πολέμου: Η δίκη των ~ών ~., ηλεκτρονικός πόλεμος: χρήση σύγχρονου ηλεκτρονικού εξοπλισμού, με σκοπό τις παρεμβολές στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία των εχθρικών συστημάτων (πλοήγησης, όρασης, ρίψης βομβών, ραντάρ) και την παρεμπόδιση της λειτουργίας τους. [< αγγλ. electronic warfare] , ψυχολογικός πόλεμος 1. συστηματική χρήση της προπαγάνδας από κάποιο κράτος, με σκοπό να καμφθεί το ηθικό του αντιπάλου. 2. πόλεμος νεύρων: Του ασκούν ~ό ~ο, για να παραιτηθεί. [< αγγλ. psychological warfare, 1940] , αιτία πολέμου βλ. αιτία, ακήρυχτος πόλεμος βλ. ακήρυχτος & ακήρυκτος, ανάπηρος πολέμου βλ. ανάπηρος, ανθρωπιστική επέμβαση βλ. επέμβαση, εγκλήματα πολέμου βλ. έγκλημα, ιερός/θρησκευτικός πόλεμος βλ. ιερός, ολοκληρωτικός πόλεμος βλ. ολοκληρωτικός, πόλεμος νεύρων βλ. νεύρα, πόλεμος των άστρων βλ. άστρο, πόλεμος/μάχη χαρακωμάτων βλ. χαράκωμα2, το τσεκούρι του πολέμου βλ. τσεκούρι, Τρωικός Πόλεμος βλ. τρωικός, Ψυχρός Πόλεμος βλ. ψυχρός ● ΦΡ.: κάνω πόλεμο σε κάποιον: συγκρούομαι ανοιχτά μαζί του: Της ~ουν ~ (= την πολεμούν), για να τη διώξουν., πόλεμος πατήρ πάντων: ΦΙΛΟΣ. η σύγκρουση μεταξύ των αντίθετων δυνάμεων που ενυπάρχουν στα πράγματα, είναι η γενεσιουργός δύναμη των όντων, η πηγή της ζωής., θέρος, τρύγος, πόλεμος βλ. θέρος1, κηρύσσω (τον) πόλεμο βλ. κηρύσσω & κηρύττω, τα τύμπανα του πολέμου βλ. τύμπανο [< 1: αρχ. πόλεμος 2,3: αγγλ. war, γαλλ. guerre]
15983Πόλεμος

, ή, ό [ἐμφυλιοπολεμικός] εμ-φυ-λι-ο-πο-λε-μι-κός επίθ.: που έχει σχέση με τον εμφύλιο πόλεμο, ειδικότ. τον ελληνικό: ~ή: περίοδος.

41287πολεμοφόδιαπο-λε-μο-φό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πολεμοφόδιο} (περιληπτ.): στρατιωτικός εξοπλισμός, κυρ. πυρομαχικά: αγορά/αποθήκες ~ίων. Απέστειλαν/μετέφεραν όπλα, φάρμακα και ~. Ρίψεις ~ίων με αλεξίπτωτο.|| (μτφ.) Ιδεολογικά ~. [< γαλλ. munitions]
41288πολεμοχαρής, ής, ές πο-λε-μο-χα-ρής επίθ. (λόγ.) & (λογοτ.) πολεμόχαρος, η, ο: φιλοπόλεμος: ~ής: λαός.|| ~ής: στάση. ~ές: κλίμα. ~ή: σχέδια. Βλ. -χαρής. ΑΝΤ. ειρηνόφιλος, φιλειρηνικός [< μεσν. πολεμοχαρής]
41289πολεμώ[πολεμῶ] πο-λε-μώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πολεμ-άς ..., -ώντας | πολέμ-ησε, -είται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί} & πολεμάω 1. κάνω πόλεμο ή συμμετέχω σε πόλεμο: ~ησαν (τους εισβολείς) μέχρις εσχάτων.|| ~ησε το '40. ~ησαν για την ελευθερία. Βλ. συμ~. 2. (μτφ.) πασχίζω, κοπιάζω, μοχθώ: ~ησε σκληρά, για να επιβιώσει. ~ούσε να σωθεί. 3. (μτφ.) αγωνίζομαι να εξαλείψω ένα πρόβλημα: ~ά το οργανωμένο έγκλημα/τη φτώχεια. Πβ. κατα~, μάχομαι, παλεύω. 4. (μτφ.) συγκρούομαι, αντιπαρατίθεμαι με κάποιον ή κάτι: Τον ~ούν (= του κάνουν πόλεμο) οι πολιτικοί του αντίπαλοι/τα συμφέροντα. Πβ. αντι-μάχομαι, -στρατεύομαι. ● ΦΡ.: κυνηγάει ανεμόμυλους βλ. ανεμόμυλος, χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του βλ. ρίζα [< 1,3,4: αρχ. πολεμῶ 2: μεσν. πολεμώ]
41290πολένταπο-λέ-ντα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. χυλός από βρασμένο καλαμποκίσιο σιμιγδάλι. [< ιταλ. polenta, γαλλ. ~]
41291πολεοδόμησηπο-λε-ο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πολεοδομώ: ~ οικισμών/περιοχών. Μελέτη/όροι ~ης. Βλ. ρυμοτόμηση. [< αγγλ. urbanisation, γαλλ. ~, 1919]
41292πολεοδομίαπο-λε-ο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και τον ρυθμιστικό σχεδιασμό κατοικημένων περιοχών. 2. (κυρ. συνεκδ.) η αρμόδια δημόσια υπηρεσία: διεύθυνση ~ας. Άδεια από την ~. 3. (συνεκδ.) το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα. [< γαλλ. urbanisme, 1910]
41293πολεοδομικός, ή, ό πο-λε-ο-δο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολεοδομία ή την πολεοδόμηση: ~ός: χάρτης. ~ή: άδεια/μελέτη/νομοθεσία/οργάνωση. ~ό: γραφείο/συγκρότημα/σύστημα. ~ές: αυθαιρεσίες/διατάξεις/παραβάσεις/ρυθμίσεις. Βλ. οικοδομ-, χωροταξ-ικός. ● επίρρ.: πολεοδομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο βλ. σχέδιο [< γαλλ. urbanistique, 1941]
41294πολεοδόμοςπο-λε-ο-δό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην πολεοδομία. Βλ. -δόμος, χωροτάκτης. [< γαλλ. urbaniste, 1911, αγγλ. urban planner, 1911]
41295πολεοδομώ[πολεοδομῶ] πο-λε-ο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {πολεοδομ-εί ... | -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: εντάσσω μια έκταση στο σχέδιο πόλεως: Περιοχές που ~ούνται. ~ημένη: γη. [< γαλλ. urbaniser]
41296πόληπό-λη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} & (λόγ.) πόλις 1. οικιστική μονάδα με μεγάλο πληθυσμό (δηλ. πάνω από δέκα χιλιάδες κατοίκους στην Ελλάδα), η οποία περιλαμβάνει αστικό χώρο, κτίρια, δρόμους, δίκτυα επικοινωνίας και μεταφορών και στην οποία παρατηρείται συγκέντρωση δραστηριοτήτων: ανθρώπινη/αρχαία/βιομηχανική/βιώσιμη/γραφική/εμπορική/επαρχιακή/έρημη/ζωντανή/ιστορική/καθαρή/κοσμοπολίτικη/μεσαιωνική/παραθαλάσσια/πολυπολιτισμική (βλ. χοάνη)/πράσινη/πυκνοκατοικημένη (βλ. αστικοποίηση, αστυφιλία)/υδροκέφαλη (βλ. αποκέντρωση)/υπόγεια/φιλόξενη ~. Η ~ των Αθηνών/της Θεσσαλονίκης. ~ του μέλλοντος. ~-κόσμημα. Ολυμπιακή ~ (: που φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Το αεροδρόμιο/τα αξιοθέατα/ο δήμαρχος/οι επισκέπτες/ο πολιούχος/τα μνημεία/τα μουσεία/οι πλατείες/τα προάστια/οι συνοικίες μιας ~ης. Χάρτης της ~ης. Στην άκρη/στην καρδιά/στις παρυφές/στα περίχωρα της ~ης. Ίδρυση/καταστροφή μιας ~ης. Η μετακίνηση στην ~ (βλ. κυκλοφοριακό, συγκοινωνίες). Αδελφοποιημένες ~εις. ~εις και χωριά (βλ. επαρχία, περιφέρεια). Βλ. δήμος, κωμόπολη, μεγαλούπολη, μητρόπολη, πολίχνη, πρωτεύουσα.|| (περιοχή μέσα σε ~:) Άνω/Παλαιά/Πάνω Πόλη. ΣΥΝ. άστυ 2. (συνεκδ.) οι κάτοικοί της, το κέντρο της ή η ζωή σε αυτή: Η ~ γιορτάζει/ήταν ανάστατη/κοιμάται. Ξεσηκώθηκε όλη η ~.|| Κατεβαίνω στην ~ για δουλειές.|| Το άγχος/οι ανέσεις/ο θόρυβος/η κίνηση της ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: η αγία πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ιερουσαλήμ., η αιώνια πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ρώμη. [< γαλλ. la Ville éternelle ] , η πόλη του φωτός (κ. με κεφαλ. Π, Φ): το Παρίσι. [< γαλλ. la Ville lumière] , ιερή πόλη: που αποτελεί σημαντικό τόπο προσκυνήματος. || Η ~ ~ του Μεσολογγίου., παγκόσμια πόλη: αυτή που θεωρείται σημαντικός κόμβος στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. [< αγγλ. global city, 1991] , πόλη-κράτος & (λόγ.) πόλις-κράτος: ΑΡΧ. μορφή πολιτικής οργάνωσης στην αρχαία Ελλάδα· ειδικότ. κρατική οντότητα αποτελούμενη από το αστικό κέντρο (άστυ) και την αγροτική περιοχή (χώρα) που βρισκόταν γύρω από αυτό., ψηφιακή πόλη & ηλεκτρονική πόλη: στην οποία κυριαρχεί η ψηφιακή τεχνολογία στην εξυπηρέτηση των πολιτών. Βλ. τηλεματική., ανοχύρωτη πόλη βλ. ανοχύρωτος, η βασιλίδα των πόλεων βλ. βασιλίδα, κράτος/πόλη δορυφόρος βλ. δορυφόρος, σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο βλ. σχέδιο ● ΦΡ.: κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, το χρυσό κλειδί της πόλης βλ. κλειδί [< αρχ. πόλις, γερμ. Polis, αγγλ. polis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.