| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41289 | πολεμώ | [πολεμῶ] πο-λε-μώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πολεμ-άς ..., -ώντας | πολέμ-ησε, -είται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί} & πολεμάω 1. κάνω πόλεμο ή συμμετέχω σε πόλεμο: ~ησαν (τους εισβολείς) μέχρις εσχάτων.|| ~ησε το '40. ~ησαν για την ελευθερία. Βλ. συμ~. 2. (μτφ.) πασχίζω, κοπιάζω, μοχθώ: ~ησε σκληρά, για να επιβιώσει. ~ούσε να σωθεί. 3. (μτφ.) αγωνίζομαι να εξαλείψω ένα πρόβλημα: ~ά το οργανωμένο έγκλημα/τη φτώχεια. Πβ. κατα~, μάχομαι, παλεύω. 4. (μτφ.) συγκρούομαι, αντιπαρατίθεμαι με κάποιον ή κάτι: Τον ~ούν (= του κάνουν πόλεμο) οι πολιτικοί του αντίπαλοι/τα συμφέροντα. Πβ. αντι-μάχομαι, -στρατεύομαι. ● ΦΡ.: κυνηγάει ανεμόμυλους βλ. ανεμόμυλος, χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του βλ. ρίζα [< 1,3,4: αρχ. πολεμῶ 2: μεσν. πολεμώ] | |
| 41290 | πολέντα | πο-λέ-ντα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. χυλός από βρασμένο καλαμποκίσιο σιμιγδάλι. [< ιταλ. polenta, γαλλ. ~] | |
| 41291 | πολεοδόμηση | πο-λε-ο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πολεοδομώ: ~ οικισμών/περιοχών. Μελέτη/όροι ~ης. Βλ. ρυμοτόμηση. [< αγγλ. urbanisation, γαλλ. ~, 1919] | |
| 41292 | πολεοδομία | πο-λε-ο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και τον ρυθμιστικό σχεδιασμό κατοικημένων περιοχών. 2. (κυρ. συνεκδ.) η αρμόδια δημόσια υπηρεσία: διεύθυνση ~ας. Άδεια από την ~. 3. (συνεκδ.) το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα. [< γαλλ. urbanisme, 1910] | |
| 41293 | πολεοδομικός | , ή, ό πο-λε-ο-δο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολεοδομία ή την πολεοδόμηση: ~ός: χάρτης. ~ή: άδεια/μελέτη/νομοθεσία/οργάνωση. ~ό: γραφείο/συγκρότημα/σύστημα. ~ές: αυθαιρεσίες/διατάξεις/παραβάσεις/ρυθμίσεις. Βλ. οικοδομ-, χωροταξ-ικός. ● επίρρ.: πολεοδομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο βλ. σχέδιο [< γαλλ. urbanistique, 1941] | |
| 41294 | πολεοδόμος | πο-λε-ο-δό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην πολεοδομία. Βλ. -δόμος, χωροτάκτης. [< γαλλ. urbaniste, 1911, αγγλ. urban planner, 1911] | |
| 41295 | πολεοδομώ | [πολεοδομῶ] πο-λε-ο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {πολεοδομ-εί ... | -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: εντάσσω μια έκταση στο σχέδιο πόλεως: Περιοχές που ~ούνται. ~ημένη: γη. [< γαλλ. urbaniser] | |
| 41296 | πόλη | πό-λη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} & (λόγ.) πόλις 1. οικιστική μονάδα με μεγάλο πληθυσμό (δηλ. πάνω από δέκα χιλιάδες κατοίκους στην Ελλάδα), η οποία περιλαμβάνει αστικό χώρο, κτίρια, δρόμους, δίκτυα επικοινωνίας και μεταφορών και στην οποία παρατηρείται συγκέντρωση δραστηριοτήτων: ανθρώπινη/αρχαία/βιομηχανική/βιώσιμη/γραφική/εμπορική/επαρχιακή/έρημη/ζωντανή/ιστορική/καθαρή/κοσμοπολίτικη/μεσαιωνική/παραθαλάσσια/πολυπολιτισμική (βλ. χοάνη)/πράσινη/πυκνοκατοικημένη (βλ. αστικοποίηση, αστυφιλία)/υδροκέφαλη (βλ. αποκέντρωση)/υπόγεια/φιλόξενη ~. Η ~ των Αθηνών/της Θεσσαλονίκης. ~ του μέλλοντος. ~-κόσμημα. Ολυμπιακή ~ (: που φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Το αεροδρόμιο/τα αξιοθέατα/ο δήμαρχος/οι επισκέπτες/ο πολιούχος/τα μνημεία/τα μουσεία/οι πλατείες/τα προάστια/οι συνοικίες μιας ~ης. Χάρτης της ~ης. Στην άκρη/στην καρδιά/στις παρυφές/στα περίχωρα της ~ης. Ίδρυση/καταστροφή μιας ~ης. Η μετακίνηση στην ~ (βλ. κυκλοφοριακό, συγκοινωνίες). Αδελφοποιημένες ~εις. ~εις και χωριά (βλ. επαρχία, περιφέρεια). Βλ. δήμος, κωμόπολη, μεγαλούπολη, μητρόπολη, πολίχνη, πρωτεύουσα.|| (περιοχή μέσα σε ~:) Άνω/Παλαιά/Πάνω Πόλη. ΣΥΝ. άστυ 2. (συνεκδ.) οι κάτοικοί της, το κέντρο της ή η ζωή σε αυτή: Η ~ γιορτάζει/ήταν ανάστατη/κοιμάται. Ξεσηκώθηκε όλη η ~.|| Κατεβαίνω στην ~ για δουλειές.|| Το άγχος/οι ανέσεις/ο θόρυβος/η κίνηση της ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: η αγία πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ιερουσαλήμ., η αιώνια πόλη (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Α, Π): η Ρώμη. [< γαλλ. la Ville éternelle ] , η πόλη του φωτός (κ. με κεφαλ. Π, Φ): το Παρίσι. [< γαλλ. la Ville lumière] , ιερή πόλη: που αποτελεί σημαντικό τόπο προσκυνήματος. || Η ~ ~ του Μεσολογγίου., παγκόσμια πόλη: αυτή που θεωρείται σημαντικός κόμβος στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. [< αγγλ. global city, 1991] , πόλη-κράτος & (λόγ.) πόλις-κράτος: ΑΡΧ. μορφή πολιτικής οργάνωσης στην αρχαία Ελλάδα· ειδικότ. κρατική οντότητα αποτελούμενη από το αστικό κέντρο (άστυ) και την αγροτική περιοχή (χώρα) που βρισκόταν γύρω από αυτό., ψηφιακή πόλη & ηλεκτρονική πόλη: στην οποία κυριαρχεί η ψηφιακή τεχνολογία στην εξυπηρέτηση των πολιτών. Βλ. τηλεματική., ανοχύρωτη πόλη βλ. ανοχύρωτος, η βασιλίδα των πόλεων βλ. βασιλίδα, κράτος/πόλη δορυφόρος βλ. δορυφόρος, σχέδιο πόλεως/πολεοδομικό σχέδιο βλ. σχέδιο ● ΦΡ.: κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, το χρυσό κλειδί της πόλης βλ. κλειδί [< αρχ. πόλις, γερμ. Polis, αγγλ. polis] | |
| 41297 | Πόλη | Πό-λη κύριο όν. (θηλ.): η Κωνσταντινούπολη: η άλωση της ~ης. ● ΦΡ.: από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα βλ. κανέλα, ρωτώντας πας στην Πόλη βλ. ρωτώ [< μεσν. Πόλη] | |
| 41298 | πολικός | , ή, ό πο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πόλους της Γης: ~ός: χειμώνας. ~ή: ζώνη/νύχτα. ~ό: σέλας (= βόρειο). ~οί: πάγοι. ~ές: περιοχές.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: ψύχος (= εξαιρετικά δριμύ). ~ές: θερμοκρασίες (= πολύ χαμηλές). ● ΣΥΜΠΛ.: πολικές συντεταγμένες: ΜΑΘ. αντιστοίχιση ενός διατεταγμένου ζεύγους ή μιας διατεταγμένης τριάδας αριθμών σε ένα σημείο επιπέδου ή χώρου αντίστοιχα, με σκοπό τον καθορισμό της θέσης του. Βλ. καρτεσιανός. [< γαλλ. coordonnées polaires] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, πολική αρκούδα βλ. αρκούδα, πολικός αστέρας βλ. αστέρας [< γαλλ. polaire, αγγλ. polar] | |
| 41299 | πολικότητα | πο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. χαρακτηριστικό που καθιστά δυνατή τη διαφοροποίηση των πόλων ηλεκτρικής πηγής: ανεστραμμένη ~. 2. ΦΥΣ. ιδιότητα μαγνήτη να προσανατολίζεται προς ορισμένη κατεύθυνση στο μαγνητικό πεδίο. Βλ. δι~, -ότητα. [< γαλλ. polarité, αγγλ. polarity] | |
| 41300 | πολιοεγκεφαλίτιδα | πο-λι-ο-ε-γκε-φα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδης μόλυνση του εγκεφάλου που προσβάλλει τη φαιά του ουσία. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. polioencéphalite, αγγλ. polioencephalitis] | |
| 41301 | πολιομυελίτιδα | πο-λι-ο-μυ-ε-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιογενές μολυσματικό νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος που μπορεί να προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη παράλυση. Πβ. παιδική παράλυση/παραλυσία. Βλ. -ίτιδα. [< γερμ. Poliomyelitis, αγγλ. poliomyelitis, γαλλ. poliomyélite < πολιός ‘γκρίζος’ + νεολατ. myelitis < μυελός] | |
| 41302 | πολιορκητής | πο-λι-ορ-κη-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που πολιορκεί: οι ~ές της πόλης/του φρουρίου. [< μτγν. πολιορκητής] | |
| 41303 | πολιορκητικός | , ή, ό πο-λι-ορ-κη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολιορκία: ~ός: κλοιός. ~οί: πύργοι. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιορκητική μηχανή βλ. μηχανή, πολιορκητικός κριός βλ. κριός [< μτγν. πολιορκητικός] | |
| 41304 | πολιορκία | πο-λι-ορ-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. περικύκλωση και αποκλεισμός οχυρωμένης περιοχής από εχθρικές στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς και διενέργεια εφόδων, ώστε να την εξαναγκάσουν σε παράδοση· συνεκδ. η αντίστοιχη αστυνομική επιχείρηση: ανελέητη/ασφυκτική/στενή ~. ~ του αρχηγείου/κάστρου. ~ από ξηρά και θάλασσα. Άρση/λήξη/λύση/τερματισμός της ~ας. Η ~ διήρκεσε/κράτησε ... μήνες/χρόνια. Έσπασαν/χαλάρωσαν την ~. Η πόλη έπεσε/κυριεύτηκε ύστερα από σύντομη ~. Βρίσκονται/τελούν υπό ~. Αντιστάθηκαν στην ~.|| (ΙΣΤ.) Η πρώτη/δεύτερη ~ του Μεσολογγίου. Η ~ της Κωνσταντινούπολης/του Λένινγκραντ (ή των 900 ημερών).|| Αστυνομική ~. 2. (μτφ.) άσκηση φορτικής πίεσης σε κάποιον για την επίτευξη ορισμένου σκοπού: Δεν μπορεί να ξεφύγει από την ~ του. Δεν ενέδωσε/υπέκυψε στην (ερωτική) ~ του (= φλερτ). Πβ. μαρκάρισμα. 3. (μτφ.) συνωστισμός γύρω από κάποιον ή κάτι: ~ της πρεσβείας από τους διαδηλωτές. ~ στα γκισέ για ένα εισιτήριο.|| Πύρινη ~ οικισμών. ● ΣΥΜΠΛ.: σε κατάσταση πολιορκίας: λήψη έκτακτων μέτρων ασφαλείας και αναστολή ορισμένων συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, σε περιπτώσεις άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας: Η χώρα κηρύχθηκε ~ ~. Πβ. κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Βλ. στρατιωτικός νόμος. [< γαλλ. en état de siège] [< 1: αρχ. πολιορκία] | |
| 23706 | Πολιορκία | κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η θέση στην οποία ή οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε δεδομένο χώρο και χρόνο: αδιέξοδη/άθλια/ακραία/ανησυχητική/αξιοθρήνητη/αρνητική/αφόρητη/δραματική/δυσάρεστη/δύσκολη/δυσχερής/έκτακτη/επείγουσα/επώδυνη/θλιβερή/κρίσιμη/μεταβατική/μόνιμη/παθολογική/πολύπλοκη/προβληματική/ρευστή/σταθερή/στάσιμη/σύνθετη/τραγική/υγιής/υποθετική/φυσιολογική/χαοτική ~. Η υφιστάμενη ~ είναι απαράδεκτη. (ειρων.) Η όλη ~ είναι για γέλια. Προσωπική ~ (π.χ. ηλικία, φύλο). Η διανοητική/ιατρική/πνευματική/συναισθηματική/σωματική/ψυχική/ψυχολογική (πβ. διάθεση) ~ κάποιου. Η ~ λειτουργίας ενός μηχανήματος. Η ~ της υγείας του ασθενούς δεν εμπνέει ανησυχία. Βελτιώθηκε/επιδεινώθηκε η ~. Είναι σε άριστη/κακή ~. Στην ~ή σου δεν επιτρέπεται να εκνευρίζεσαι. Βλ. στάτους. 2. το σύνολο των εξωτερικών συνθηκών, περιστάσεων: ασταθής/διεθνής/εμπόλεμη/κοινωνική/παρούσα/πολιτική/τρέχουσα/τωρινή ~. Ατμοσφαιρική/καιρική ~. Εικονικές/πραγματικές ~άσεις επικοινωνίας. Η ~ της αγοράς/των πραγμάτων. Είναι κύριος της ~ης. Επικρατεί ~ διάλυσης/πανικού (βλ. περιρρέουσα ατμόσφαιρα). Η ~ είναι υπό έλεγχο/έχει ξεφύγει. Τηρώ θετική στάση απέναντι σε κάθε ~ (πβ. περίπτωση). Αυτή είναι η ~ (: έτσι έχουν τα πράγματα) τώρα, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Επιτυχής αντιμετώπιση όλων των ~άσεων. Βλ. καθεστώς, συγκυρία.|| Βρίσκεται συνέχεια μπλεγμένος σε ~άσεις (= προβλήματα). Βλ. παλιο~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Εμπρόθετος προσδιορισμός της ~ης.|| (ΦΥΣ.) ~ ισορροπίας/πίεσης.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ της θάλασσας (: ύψος κύματος). 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. η μορφή με την οποία εμφανίζεται ένα σώμα στη φύση ως αποτέλεσμα του βαθμού συνοχής των μορίων του: αέρια/άμορφη/κρυσταλλική/στερεά/υγρή ~. Μεταβολή της ~ης (βλ. στερεο-, υγρο-ποίηση). 4. κατάλογος, πίνακας στοιχείων: λογιστική/μισθοδοτική/μισθολογική/περιουσιακή/συγκριτική ~. Ονομαστική ~ των μαθητών/μελών. Αναλυτική ~ τηλεφωνικού λογαριασμού. Ημερήσια ~ εσόδων-εξόδων. Συγκεντρωτικές ~άσεις. Πβ. λίστα. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάσταση έκτακτης ανάγκης & (λόγ.) εκτάκτου ανάγκης: που είναι πολύ κρίσιμη (π.χ. θεομηνία, πόλεμος, καταστροφή) και απαιτεί λήψη άμεσων μέτρων από το κράτος: Ο νομός/η χώρα έχει κηρυχθεί/τεθεί σε ~ ~ λόγω πυρκαγιών/σεισμού., οικογενειακή κατάσταση: δημογραφικά στοιχεία που αφορούν κάθε μέλος μιας οικογένειας (π.χ. άγαμος, έγγαμος, διαζευγμένος, αν έχει ή όχι παιδιά και πόσα): βεβαίωση/πιστοποιητικό ~ής ~ης., (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας βλ. άμυνα, έκρυθμη κατάσταση βλ. έκρυθμος, κατάσταση ανάγκης βλ. ανάγκη, κωμωδία καταστάσεων βλ. κωμωδία, οικονομικές καταστάσεις βλ. οικονομικός, σε κατάσταση πολιορκίας βλ. πολιορκία, φυσική κατάσταση βλ. φυσικός ● ΦΡ.: δημιουργώ καταστάσεις (προφ.): προκαλώ αρνητικό κλίμα, προστριβές: Μαλώνει συνεχώς με όλους και ~εί ~., είναι κατάσταση αυτή; & πού θα πάει αυτή η κατάσταση; & τι κατάσταση είναι αυτή; & δεν είναι κατάσταση αυτή! & ορίστε κατάσταση! (προφ.): για έκφραση έντονης δυσαρέσκειας, αγανάκτησης, οργής: ~ ~, να μαλώνουμε γι' ασήμαντα πράγματα κάθε φορά;, κάνω κατάσταση (αργκό) 1. δημιουργώ συνήθ. ερωτική σχέση με κάποιον. Πβ. τα φτιάχνω. 2. διαμορφώνω ευχάριστη ατμόσφαιρα., παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου (προφ.): αναλαμβάνω τον έλεγχό της: Αποφάσισε να πάρει ~ ~ του., σε κατάσταση (+ γεν.) 1. σε φάση, σε συνθήκες: ~ ~ αναμονής/εγρήγορσης/επιφυλακής/ετοιμότητας/ηρεμίας/μέθης/συναγερμού. Περιήλθε ~ ~ πανικού. 2. για τη θέση αξιωματικού ή δημοσίου υπαλλήλου (στον χώρο εργασίας του): ~ ~ υπηρεσίας. Τελεί/τέθηκε ~ ~ αποστρατείας/αργίας/διαθεσιμότητας., σε κατάσταση να ...: σε σημείο ώστε να μπορεί να γίνει κάτι: Δεν ήταν ~ ~ (= σε θέση να) μιλήσει. Έφτασε ~ ~ μην ελέγχει τον εαυτό του., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, είναι σε ενδιαφέρουσα (κατάσταση) βλ. ενδιαφέρων, εκτόνωση της κατάστασης βλ. εκτόνωση, σε κατάσταση ευθυμίας βλ. ευθυμία [< αρχ. κατάστασις, γαλλ. état, γαλλ.-αγγλ. situation] | |
| 58792 | πολιορκία | ||
| 41305 | πολιορκώ | [πολιορκῶ] πο-λι-ορ-κώ ρ. (μτβ.) {πολιορκ-εί ..., -ώντας | πολιόρκ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. επιχειρώ να καταλάβω οχυρωμένη περιοχή με πολιορκία: ~ησαν επί μήνες το οχυρό, χωρίς αποτέλεσμα (: έμεινε απόρθητο). Πολιορκητές και ~ούμενοι. Οι ~ημένοι αμύνθηκαν με επιτυχία.|| (μτφ.) (ΑΘΛ.) ~ούν την εστία των αντιπάλων. 2. (μτφ.) περιτριγυρίζω κάποιον φορτικά, του ασκώ πίεση, προκειμένου να επιτύχω κάτι: Τον ~εί στενά, για να αποσπάσει οφέλη (πβ. του έχει γίνει βδέλλα/βεντούζα/στενός κορσές/τσιμπούρι). Τους ~ησαν (= βομβάρδισαν) με ερωτήσεις.|| Την ~εί επίμονα/ερωτικά (= φλερτάρει). 3. (μτφ.) συγκεντρώνομαι, συνωστίζομαι γύρω από κάποιον ή κάτι: ~ούσαν τον ηθοποιό για αυτόγραφα. Tο δημαρχείο ~είται από τον κόσμο. [< 1: αρχ. πολιορκῶ] | |
| 41306 | πολιός | , ά, ό πο-λι-ός επίθ. (αρχαιοπρ.): ασπρομάλλης. [< αρχ. πολιός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ