| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41297 | Πόλη | Πό-λη κύριο όν. (θηλ.): η Κωνσταντινούπολη: η άλωση της ~ης. ● ΦΡ.: από την Πόλη έρχομαι και στην κορ(υ)φή κανέλα βλ. κανέλα, ρωτώντας πας στην Πόλη βλ. ρωτώ [< μεσν. Πόλη] | |
| 41298 | πολικός | , ή, ό πο-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους πόλους της Γης: ~ός: χειμώνας. ~ή: ζώνη/νύχτα. ~ό: σέλας (= βόρειο). ~οί: πάγοι. ~ές: περιοχές.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: ψύχος (= εξαιρετικά δριμύ). ~ές: θερμοκρασίες (= πολύ χαμηλές). ● ΣΥΜΠΛ.: πολικές συντεταγμένες: ΜΑΘ. αντιστοίχιση ενός διατεταγμένου ζεύγους ή μιας διατεταγμένης τριάδας αριθμών σε ένα σημείο επιπέδου ή χώρου αντίστοιχα, με σκοπό τον καθορισμό της θέσης του. Βλ. καρτεσιανός. [< γαλλ. coordonnées polaires] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, πολική αρκούδα βλ. αρκούδα, πολικός αστέρας βλ. αστέρας [< γαλλ. polaire, αγγλ. polar] | |
| 41299 | πολικότητα | πο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. χαρακτηριστικό που καθιστά δυνατή τη διαφοροποίηση των πόλων ηλεκτρικής πηγής: ανεστραμμένη ~. 2. ΦΥΣ. ιδιότητα μαγνήτη να προσανατολίζεται προς ορισμένη κατεύθυνση στο μαγνητικό πεδίο. Βλ. δι~, -ότητα. [< γαλλ. polarité, αγγλ. polarity] | |
| 41300 | πολιοεγκεφαλίτιδα | πο-λι-ο-ε-γκε-φα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδης μόλυνση του εγκεφάλου που προσβάλλει τη φαιά του ουσία. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. polioencéphalite, αγγλ. polioencephalitis] | |
| 41301 | πολιομυελίτιδα | πο-λι-ο-μυ-ε-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιογενές μολυσματικό νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος που μπορεί να προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη παράλυση. Πβ. παιδική παράλυση/παραλυσία. Βλ. -ίτιδα. [< γερμ. Poliomyelitis, αγγλ. poliomyelitis, γαλλ. poliomyélite < πολιός ‘γκρίζος’ + νεολατ. myelitis < μυελός] | |
| 41302 | πολιορκητής | πο-λι-ορ-κη-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που πολιορκεί: οι ~ές της πόλης/του φρουρίου. [< μτγν. πολιορκητής] | |
| 41303 | πολιορκητικός | , ή, ό πο-λι-ορ-κη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολιορκία: ~ός: κλοιός. ~οί: πύργοι. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιορκητική μηχανή βλ. μηχανή, πολιορκητικός κριός βλ. κριός [< μτγν. πολιορκητικός] | |
| 41304 | πολιορκία | πο-λι-ορ-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. περικύκλωση και αποκλεισμός οχυρωμένης περιοχής από εχθρικές στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς και διενέργεια εφόδων, ώστε να την εξαναγκάσουν σε παράδοση· συνεκδ. η αντίστοιχη αστυνομική επιχείρηση: ανελέητη/ασφυκτική/στενή ~. ~ του αρχηγείου/κάστρου. ~ από ξηρά και θάλασσα. Άρση/λήξη/λύση/τερματισμός της ~ας. Η ~ διήρκεσε/κράτησε ... μήνες/χρόνια. Έσπασαν/χαλάρωσαν την ~. Η πόλη έπεσε/κυριεύτηκε ύστερα από σύντομη ~. Βρίσκονται/τελούν υπό ~. Αντιστάθηκαν στην ~.|| (ΙΣΤ.) Η πρώτη/δεύτερη ~ του Μεσολογγίου. Η ~ της Κωνσταντινούπολης/του Λένινγκραντ (ή των 900 ημερών).|| Αστυνομική ~. 2. (μτφ.) άσκηση φορτικής πίεσης σε κάποιον για την επίτευξη ορισμένου σκοπού: Δεν μπορεί να ξεφύγει από την ~ του. Δεν ενέδωσε/υπέκυψε στην (ερωτική) ~ του (= φλερτ). Πβ. μαρκάρισμα. 3. (μτφ.) συνωστισμός γύρω από κάποιον ή κάτι: ~ της πρεσβείας από τους διαδηλωτές. ~ στα γκισέ για ένα εισιτήριο.|| Πύρινη ~ οικισμών. ● ΣΥΜΠΛ.: σε κατάσταση πολιορκίας: λήψη έκτακτων μέτρων ασφαλείας και αναστολή ορισμένων συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, σε περιπτώσεις άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας: Η χώρα κηρύχθηκε ~ ~. Πβ. κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Βλ. στρατιωτικός νόμος. [< γαλλ. en état de siège] [< 1: αρχ. πολιορκία] | |
| 23706 | Πολιορκία | κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. η θέση στην οποία ή οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρίσκεται κάποιος ή κάτι σε δεδομένο χώρο και χρόνο: αδιέξοδη/άθλια/ακραία/ανησυχητική/αξιοθρήνητη/αρνητική/αφόρητη/δραματική/δυσάρεστη/δύσκολη/δυσχερής/έκτακτη/επείγουσα/επώδυνη/θλιβερή/κρίσιμη/μεταβατική/μόνιμη/παθολογική/πολύπλοκη/προβληματική/ρευστή/σταθερή/στάσιμη/σύνθετη/τραγική/υγιής/υποθετική/φυσιολογική/χαοτική ~. Η υφιστάμενη ~ είναι απαράδεκτη. (ειρων.) Η όλη ~ είναι για γέλια. Προσωπική ~ (π.χ. ηλικία, φύλο). Η διανοητική/ιατρική/πνευματική/συναισθηματική/σωματική/ψυχική/ψυχολογική (πβ. διάθεση) ~ κάποιου. Η ~ λειτουργίας ενός μηχανήματος. Η ~ της υγείας του ασθενούς δεν εμπνέει ανησυχία. Βελτιώθηκε/επιδεινώθηκε η ~. Είναι σε άριστη/κακή ~. Στην ~ή σου δεν επιτρέπεται να εκνευρίζεσαι. Βλ. στάτους. 2. το σύνολο των εξωτερικών συνθηκών, περιστάσεων: ασταθής/διεθνής/εμπόλεμη/κοινωνική/παρούσα/πολιτική/τρέχουσα/τωρινή ~. Ατμοσφαιρική/καιρική ~. Εικονικές/πραγματικές ~άσεις επικοινωνίας. Η ~ της αγοράς/των πραγμάτων. Είναι κύριος της ~ης. Επικρατεί ~ διάλυσης/πανικού (βλ. περιρρέουσα ατμόσφαιρα). Η ~ είναι υπό έλεγχο/έχει ξεφύγει. Τηρώ θετική στάση απέναντι σε κάθε ~ (πβ. περίπτωση). Αυτή είναι η ~ (: έτσι έχουν τα πράγματα) τώρα, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Επιτυχής αντιμετώπιση όλων των ~άσεων. Βλ. καθεστώς, συγκυρία.|| Βρίσκεται συνέχεια μπλεγμένος σε ~άσεις (= προβλήματα). Βλ. παλιο~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Εμπρόθετος προσδιορισμός της ~ης.|| (ΦΥΣ.) ~ ισορροπίας/πίεσης.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ της θάλασσας (: ύψος κύματος). 3. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. η μορφή με την οποία εμφανίζεται ένα σώμα στη φύση ως αποτέλεσμα του βαθμού συνοχής των μορίων του: αέρια/άμορφη/κρυσταλλική/στερεά/υγρή ~. Μεταβολή της ~ης (βλ. στερεο-, υγρο-ποίηση). 4. κατάλογος, πίνακας στοιχείων: λογιστική/μισθοδοτική/μισθολογική/περιουσιακή/συγκριτική ~. Ονομαστική ~ των μαθητών/μελών. Αναλυτική ~ τηλεφωνικού λογαριασμού. Ημερήσια ~ εσόδων-εξόδων. Συγκεντρωτικές ~άσεις. Πβ. λίστα. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάσταση έκτακτης ανάγκης & (λόγ.) εκτάκτου ανάγκης: που είναι πολύ κρίσιμη (π.χ. θεομηνία, πόλεμος, καταστροφή) και απαιτεί λήψη άμεσων μέτρων από το κράτος: Ο νομός/η χώρα έχει κηρυχθεί/τεθεί σε ~ ~ λόγω πυρκαγιών/σεισμού., οικογενειακή κατάσταση: δημογραφικά στοιχεία που αφορούν κάθε μέλος μιας οικογένειας (π.χ. άγαμος, έγγαμος, διαζευγμένος, αν έχει ή όχι παιδιά και πόσα): βεβαίωση/πιστοποιητικό ~ής ~ης., (νόμιμη) άμυνα/κατάσταση (νόμιμης) άμυνας βλ. άμυνα, έκρυθμη κατάσταση βλ. έκρυθμος, κατάσταση ανάγκης βλ. ανάγκη, κωμωδία καταστάσεων βλ. κωμωδία, οικονομικές καταστάσεις βλ. οικονομικός, σε κατάσταση πολιορκίας βλ. πολιορκία, φυσική κατάσταση βλ. φυσικός ● ΦΡ.: δημιουργώ καταστάσεις (προφ.): προκαλώ αρνητικό κλίμα, προστριβές: Μαλώνει συνεχώς με όλους και ~εί ~., είναι κατάσταση αυτή; & πού θα πάει αυτή η κατάσταση; & τι κατάσταση είναι αυτή; & δεν είναι κατάσταση αυτή! & ορίστε κατάσταση! (προφ.): για έκφραση έντονης δυσαρέσκειας, αγανάκτησης, οργής: ~ ~, να μαλώνουμε γι' ασήμαντα πράγματα κάθε φορά;, κάνω κατάσταση (αργκό) 1. δημιουργώ συνήθ. ερωτική σχέση με κάποιον. Πβ. τα φτιάχνω. 2. διαμορφώνω ευχάριστη ατμόσφαιρα., παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου (προφ.): αναλαμβάνω τον έλεγχό της: Αποφάσισε να πάρει ~ ~ του., σε κατάσταση (+ γεν.) 1. σε φάση, σε συνθήκες: ~ ~ αναμονής/εγρήγορσης/επιφυλακής/ετοιμότητας/ηρεμίας/μέθης/συναγερμού. Περιήλθε ~ ~ πανικού. 2. για τη θέση αξιωματικού ή δημοσίου υπαλλήλου (στον χώρο εργασίας του): ~ ~ υπηρεσίας. Τελεί/τέθηκε ~ ~ αποστρατείας/αργίας/διαθεσιμότητας., σε κατάσταση να ...: σε σημείο ώστε να μπορεί να γίνει κάτι: Δεν ήταν ~ ~ (= σε θέση να) μιλήσει. Έφτασε ~ ~ μην ελέγχει τον εαυτό του., βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, είναι σε ενδιαφέρουσα (κατάσταση) βλ. ενδιαφέρων, εκτόνωση της κατάστασης βλ. εκτόνωση, σε κατάσταση ευθυμίας βλ. ευθυμία [< αρχ. κατάστασις, γαλλ. état, γαλλ.-αγγλ. situation] | |
| 58792 | πολιορκία | ||
| 41305 | πολιορκώ | [πολιορκῶ] πο-λι-ορ-κώ ρ. (μτβ.) {πολιορκ-εί ..., -ώντας | πολιόρκ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. επιχειρώ να καταλάβω οχυρωμένη περιοχή με πολιορκία: ~ησαν επί μήνες το οχυρό, χωρίς αποτέλεσμα (: έμεινε απόρθητο). Πολιορκητές και ~ούμενοι. Οι ~ημένοι αμύνθηκαν με επιτυχία.|| (μτφ.) (ΑΘΛ.) ~ούν την εστία των αντιπάλων. 2. (μτφ.) περιτριγυρίζω κάποιον φορτικά, του ασκώ πίεση, προκειμένου να επιτύχω κάτι: Τον ~εί στενά, για να αποσπάσει οφέλη (πβ. του έχει γίνει βδέλλα/βεντούζα/στενός κορσές/τσιμπούρι). Τους ~ησαν (= βομβάρδισαν) με ερωτήσεις.|| Την ~εί επίμονα/ερωτικά (= φλερτάρει). 3. (μτφ.) συγκεντρώνομαι, συνωστίζομαι γύρω από κάποιον ή κάτι: ~ούσαν τον ηθοποιό για αυτόγραφα. Tο δημαρχείο ~είται από τον κόσμο. [< 1: αρχ. πολιορκῶ] | |
| 41306 | πολιός | , ά, ό πο-λι-ός επίθ. (αρχαιοπρ.): ασπρομάλλης. [< αρχ. πολιός] | |
| 41307 | πολιούχος | [πολιοῦχος] πο-λι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): Άγιος ή Αγία που θεωρείται ότι προστατεύει συνήθ. μια πόλη: εκδηλώσεις για τον ~ο. Η πρωτεύουσα γιόρτασε τον ~ο της.|| (ως επίθ.) Η ~ θεά/θεότητα (: στην αρχαιότητα). Βλ. -ούχος. [< αρχ. πολιοῦχος ‘προστάτης της πόλης’] | |
| 41308 | πόλισμα | πό-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πολίχνη. [< αρχ. πόλισμα] | |
| 41309 | πόλισμαν | πό-λι-σμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & πόλιτσμαν & πολι(τ)σμάνος (λαϊκό-παλαιότ.): αστυφύλακας: Κύριε ~. [< αγγλ. policeman] | |
| 41310 | πολίστας | [πολίστας] πο-λί-στας ουσ. (αρσ.) , πολίστρια (η): ΑΘΛ. αθλητής του πόλο: διεθνής ~. Βλ. -ίστας. ΣΥΝ. υδατοσφαιριστής [< γαλλ. Poloïste, 1899] | |
| 41311 | πολίτ μπιρό | πο-λίτ μπι-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πολιτμπιρό: ΠΟΛΙΤ. πολιτικό γραφείο των κομμουνιστικών κυρ. κομμάτων, ιδ. της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. [< ρωσ. politbjuró < polit(íčeskoe) bjuró, γερμ. Politbüro, αγγλ. politburo, 1923] | |
| 41312 | πολιτεία | πο-λι-τεί-α ουσ. (θηλ.) {πολιτειών} (κ. με κεφαλ. Π) 1. κράτος· ειδικότ. Δημόσιο, κυβέρνηση: δημοκρατική/δίκαιη και ευνομούμενη/συντεταγμένη ~. Η Ελληνική ~. Οι αρμόδιες υπηρεσίες/τα θεσµικά όργανα/οι φορείς της ~ας. Δεσμεύσεις/ευθύνη/οργάνωση και λειτουργία/υποχρέωση της ~ας. Με πρωτοβουλία της ~ας. Ενέργειες που πρέπει να γίνουν από την πλευρά της ~ας. Προσπάθεια στηριζόμενη από την ~. Ζητούν από την ~ να ρυθμίσει το πρόβλημα. Σχέσεις Εκκλησίας και ~ας.|| (ΙΣΤ.) Κρητική ~. 2. (συνήθ. λογοτ.) πόλη, χώρα ή τόπος: αρχαία/μεσαιωνική/ναυτική ~. Η βυζαντινή ~ του Μυστρά. Η μοναστική ~ του Αγίου Όρους/των Μετεώρων.|| (λογοτ.) Γκρίζα/ξακουστή ~. Έφυγε για μακρινές/ξένες ~ες (= μέρη). 3. (ειδικότ.) κράτος-μέλος ομοσπονδίας: οι αμερικανικές ~ες. Κυβερνήτης ~ας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Μεξικού. Οι ~ες της Αυστραλίας/της Ινδίας/του Καναδά. Βλ. καντόνι, κοινο~, συμ~. 4. (μτφ.) ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος: Με την ~ του απέδειξε εμπράκτως ότι ... ΣΥΝ. βίος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: Ηνωμένες Πολιτείες (της Αμερικής) βλ. ηνωμένος ● ΦΡ.: βίος και πολιτεία βλ. βίος, σύνταξη της Πολιτείας βλ. σύνταξη [< 1,4: αρχ. πολιτεία 2: μεσν. ~ 3: αγγλ. state] | |
| 41313 | πολιτειακός | , ή, ό πο-λι-τει-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πολίτευμα ή την Πολιτεία: ~ός: θεσμός. ~ή: δομή/κρίση/οργάνωση. ~ό: αξίωμα/καθεστώς. Ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας (= ΠτΔ). Βλ. πολιτικός. 2. που αναφέρεται σε πολιτεία ομοσπονδιακού κράτους: ~ός: βουλευτής/γερουσιαστής/πρωθυπουργός. ~ή: κυβέρνηση. ~ό: πανεπιστήμιο. ● Ουσ.: πολιτειακό (το): ζήτημα που αφορά τη μορφή του πολιτεύματος μιας Πολιτείας: επίλυση του ~ού. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτειακά όργανα βλ. όργανο | |
| 41314 | πολιτειοκρατία | πο-λι-τει-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): πολιτικό σύστημα στο οποίο η Εκκλησία υπάγεται διοικητικά στην Πολιτεία. Βλ. κοσμικό/λαϊκό κράτος, -κρατία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ