| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41315 | πολιτειοκρατικός | , ή, ό πο-λι-τει-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολιτειοκρατία. Βλ. θεοκρατικός. | |
| 41316 | πολιτειολογία | πο-λι-τει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πολιτολογία: ΠΟΛΙΤ. επιστήμη που εξετάζει τη φύση, τη μορφή και την εξέλιξη της Πολιτείας και των πολιτευμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: γενική/συγκριτική ~. Βλ. -λογία, πολιτικές επιστήμες. [< γερμ. Staatslehre, Politologie, γαλλ. politicologie, politologie, 1954] | |
| 41317 | πολιτειολογικός | , ή, ό πο-λι-τει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την πολιτειολογία: ~ή: θεώρηση. | |
| 41318 | πολιτειολόγος | πο-λι-τει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & πολιτολόγος: ειδικός στην πολιτειολογία, πολιτικός επιστήμονας. Βλ. δημοσιολόγος. [< γαλλ. politologue, 1959, politiste, 1985] | |
| 41319 | πολιτειότητα | πο-λι-τει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & πολιτότητα (επίσ.): ιδιότητα του πολίτη: ευρωπαϊκή ~.|| Ψηφιακή ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. citoyenneté, αγγλ. citizenship] | |
| 41320 | πολίτευμα | πο-λί-τευ-μα ουσ. (ουδ.) {πολιτεύμ-ατος | -ατα, -άτων}: ο συστηματικός τρόπος με τον οποίο συγκροτείται, οργανώνεται και ασκείται η κρατική εξουσία: απολυταρχικό/δημοκρατικό/κοινοβουλευτικό/μοναρχικό/ολιγαρχικό ~. Ανατροπή/αποκατάσταση/εγκαθίδρυση/κατάλυση/λειτουργία/μεταβολή του ~ατος. Αρχαιοελληνικά/σύγχρονα ~ατα. Μορφές/τύποι ~άτων (: απολυταρχία, αριστοκρατία, βασιλεία, δημοκρατία, δικτατορία, μοναρχία, ολιγαρχία, ολοκληρωτισμός, (πε)φωτισμένη δεσποτεία, τυραννίδα, φασισμός). ~ της Ελλάδας είναι η Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και θεμέλιό του η λαϊκή κυριαρχία. ΣΥΝ. πολιτικό σύστημα [< αρχ. πολίτευμα] | |
| 41321 | πολιτεύομαι | πο-λι-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {πολιτεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε} 1. αναλαμβάνω ενεργή πολιτική δράση, ασχολούμαι με τα κοινά, με στόχο την εκλογή μου σε κάποιο δημόσιο αξίωμα: ~τηκε νέος και μάλιστα εκλέχθηκε δήμαρχος. 2. συμπεριφέρομαι με συγκεκριμένο τρόπο: ~εται με σοφία και φρόνηση. ● Μτχ.: πολιτευόμενος , η, ο: που θέτει υποψηφιότητα, συνήθ. για βουλευτής. Πβ. πολιτευτής. [< αρχ. πολιτεύομαι ‘ζω ως ελεύθερος πολίτης, συμμετέχω στην πολιτική ζωή’] | |
| 41322 | πολιτευτής | πο-λι-τευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. πολιτεύτρια}: πρόσωπο που έχει ενεργή πολιτική δράση με στόχο το βουλευτικό αξίωμα: υποψήφιος ~. Δηλώσεις του ~ή. Πβ. πολιτευόμενος. [< μτγν. πολιτευτής ‘πολιτικός’] | |
| 41323 | πολίτης | πο-λί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πολιτών | (σπάν.-λόγ.) θηλ. πολίτις, πολίτιδ-ος, -α} 1. κάτοικος κράτους ή μέλος πολιτικής κοινότητας, που έχει πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις· υπήκοος: ανυποψίαστοι/ενημερωμένοι/ευυπόληπτοι/νομοταγείς/σκεπτόμενοι/συνειδητοποιημένοι/φιλήσυχοι/φορολογούμενοι ~ες. Άγγλοι/Αμερικανοί/Έλληνες ~ες. Αλλοδαποί ~ες. Η ιδιότητα του ~η (= πολιτειότητα). Σχέσεις κράτους-~η. Υπουργείο Προστασίας του ~η (2018). Υπηρεσίες προς τον ~η. Μέσος ~ης. ~ες βήτα/δεύτερης κατηγορίας. Χειραγώγηση των ~ών.|| Ακαδημαϊκός (= φοιτητής)/ένστολος (= στρατιώτης) ~.|| Ευρωπαίοι ~ες/~ες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ~ες μιας πόλης (: αστοί)/του Νομού/της Περιφέρειας. Βλ. κυβερνο~, συμ~. 2. (ειδικότ.) ιδιώτης: Συμμετείχαν αξιωματούχοι και (απλοί/κοινοί) ~ες. Βλ. -ίτης1. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργοί πολίτες: δραστήριοι, ενημερωμένοι, που ξέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνία: ενεργοί και ανενεργοί/παθητικοί πολίτες., ο πρώτος/η πρώτη πολίτης: χαρακτηρισμός ανώτατου άρχοντα: ~ ~ του Δήμου (= Δήμαρχος)/της χώρας (= Πρόεδρος της Δημοκρατίας)., πολίτης του κόσμου: κοσμοπολίτης, διεθνιστής. [< γαλλ. citoyen du monde] , αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών βλ. εξυπηρέτηση, κοινωνία (των) πολιτών βλ. κοινωνία, Οδηγός του Πολίτη βλ. οδηγός, Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, Συνήγορος του Πολίτη βλ. συνήγορος ● ΦΡ.: Καλός πολίτης!: ευχή σε στρατιώτη για την επικείμενη απόλυσή του από το στράτευμα. [< 1: αρχ. πολίτης ‘ελεύθερος πολίτης, συμπολίτης’ 2: γαλλ. citoyen] | |
| 41324 | Πολίτης, Πολίτισσα | Πο-λί-της επίθ./ουσ.: Κωνσταντινουπολίτης, Κωνσταντινουπολίτισσα. Βλ. -ίτης1. [< μεσν. Πολίτης, Πολίτισσα] | |
| 41325 | πολιτικά | πο-λι-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. (προφ.) θέματα που σχετίζονται με την πολιτική: ενδιαφέρον για τα ~. Ασχολούμαι με τα ~. Βλ. δημόσια πράγματα, κοινά. 2. η πολιτική περιβολή, σε αντιδιαστολή με τη στρατιωτική ή την αστυνομική: αστυφύλακες με ~. ΑΝΤ. στρατιωτικά (τα) [< 1: αρχ. πολιτικά] | |
| 41326 | πολιτικάντης | πο-λι-τι-κά-ντης ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) : πολιτικός που χαρακτηρίζεται από μικροπολιτική συμπεριφορά: αναξιόπιστος ~. Λαϊκιστής, ~ και καιροσκόπος. Ρουσφετολόγοι ~ηδες. [< ιταλ. politicante] | |
| 41327 | πολιτικάντικος | , η, ο πο-λι-τι-κά-ντι-κος επίθ. (μειωτ.): που σχετίζεται με τον πολιτικάντη: ~η: λογική/νοοτροπία/τακτική. ~ο: παιχνίδι. ~ες: σκοπιμότητες. Γλώσσα/φρασεολογία ξύλινη και ~η. Πβ. μικροπολιτικός. ● επίρρ.: πολιτικάντικα | |
| 41328 | πολιτικαντισμός | πο-λι-τι-κα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον πολιτικάντη. Πβ. μικροπολιτική. Βλ. δημαγωγία, κενολογία, λαϊκισμός, -ισμός. | |
| 41329 | πολιτική | πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. πεδίο δράσης που αφορά τη διαχείριση και την άσκηση εξουσίας σε ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο: Αποσύρθηκε από/ασχολείται με/ενδιαφέρεται για την ~. Αναμείχθηκε/κάνει καριέρα/μπήκε στην ~. Πβ. πολιτικά. Βλ. κοινά. 2. το σύνολο των μέτρων και των χειρισμών που ακολουθούνται από μια κυβέρνηση σε συγκεκριμένο τομέα: αμυντική/αναπτυξιακή/ ανεπίσημη/ βιομηχανική/δημόσια/διαρθρωτική/διεθνής/εκπαιδευτική/εμπορική/ενεργειακή/εξωτερική/επίσημη/επιστημονική/ερευνητική/μεταναστευτική/μεταρρυθμιστική/ναυτιλιακή/νομοθετική/οικογενειακή/περιβαλλοντική/περιφερειακή/τεχνολογική/φορολογική ~. Η εθνική/κρατική/κυβερνητική ~.|| Είναι αντίθετοι/διαφωνούν με την ~ των κομμάτων.|| Η ευρωπαϊκή/κοινοτική ~ για την απασχόληση. Βλ. υδρο~. 3. (γενικότ.) τρόπος διακυβέρνησης: αποτυχημένη/επιτυχημένη ~. ~ συνοχής. Διαμόρφωση/προώθηση/χάραξη ~ής λιτότητας/παροχών. Οι βασικοί άξονες μιας ~ής. Ασκείται αντιλαϊκή/αυταρχική/δημαγωγική/επεκτατική (βλ. ιμπεριαλισμός)/ήπια/μετριοπαθής/προοδευτική/ριζοσπαστική/ρυθμιστική/σκληρή/συναινετική/συντηρητική/φιλειρηνική/φιλελεύθερη ~. Βλ. μικρο~, παρα~. 4. τρόπος διαχείρισης ή αντιμετώπισης ορισμένης κατάστασης: αποτελεσματική/επιθετική/εποικοδομητική/σταθερή/συνεπής/συνετή ~. Ενίσχυση μιας ~ής. Ακολουθείται/εφαρμόζεται ~ ανοχής/αντιποίνων/απορρήτου/αυξήσεων (των τιμολογίων)/προστασίας προσωπικών δεδομένων/στήριξης (της ανάπτυξης)/συμβιβασμού/συμφιλίωσης. Αναθεωρώ/εισηγούμαι/εγκαταλείπω/προωθώ/συνεχίζω/υιοθετώ μια ~. Δεν θα περάσει η ~ του εκφοβισμού. Πβ. γραμμή, τακτική. Βλ. μεθόδευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτική/τιμολογιακή ~. Η ~ ανταγωνισμού/τιμών της εταιρείας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική πολιτική: που σχετίζεται με την αντιμετώπιση βασικών κοινωνικών προβλημάτων, κυρ. των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων ως προς το επίπεδο διαβίωσης, σε τομείς όπως η υγεία, η πρόνοια, οι ασφαλίσεις, οι αμοιβές, ώστε να εξασφαλίζεται η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και η κοινωνική ισορροπία., αγροτική πολιτική βλ. αγροτικός, δημοσιονομική πολιτική βλ. δημοσιονομικός, εισοδηματική πολιτική βλ. εισοδηματικός, νομισματική πολιτική βλ. νομισματικός, οικονομική πολιτική βλ. οικονομικός, πολιτική ανοιχτών θυρών βλ. θύρα, πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων βλ. κανονιοφόρος, πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας βλ. επικοινωνία, υψηλή πολιτική βλ. υψηλός, χαμηλή πολιτική βλ. χαμηλός [< 1: αρχ. πολιτική, γαλλ. politique 2,3,4: γαλλ. politique, αγγλ. politics] | |
| 41330 | πολιτικο1- | : το επίθετο πολιτικός ως α' συνθετικό λέξεων: ~ϊδεολογικός/~κοινωνικός. | |
| 41331 | πολιτικο2- | : το ουσιαστικό πολιτική ως α' συνθετικό λέξεων: ~ποιημένος. ~λογία. | |
| 41332 | πολιτικολογία | πο-λι-τι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): εκτενής λόγος για πολιτικά θέματα: ακατάσχετη/ανούσια ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. politiquerie] | |
| 41333 | πολιτικολογώ | [πολιτικολογῶ] πο-λι-τι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {πολιτικολογ-είς ... | πολιτικολόγ-ησα, -ώντας} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μιλώ για πολιτικά θέματα. Βλ. -λογώ. [< γαλλ. politiquer] | |
| 41334 | πολιτικοποιημένος | , η, ο πο-λι-τι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει πολιτικοποιηθεί: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: γενιά/νεολαία. Βαθιά/έντονα ~.|| (συνεκδ.) ~ος: λόγος. ~ο: κίνημα/κλίμα. Βλ. κομματικοποιημένος. [< αγγλ. politicized] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ