| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41307 | πολιούχος | [πολιοῦχος] πο-λι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): Άγιος ή Αγία που θεωρείται ότι προστατεύει συνήθ. μια πόλη: εκδηλώσεις για τον ~ο. Η πρωτεύουσα γιόρτασε τον ~ο της.|| (ως επίθ.) Η ~ θεά/θεότητα (: στην αρχαιότητα). Βλ. -ούχος. [< αρχ. πολιοῦχος ‘προστάτης της πόλης’] | |
| 41308 | πόλισμα | πό-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πολίχνη. [< αρχ. πόλισμα] | |
| 41309 | πόλισμαν | πό-λι-σμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & πόλιτσμαν & πολι(τ)σμάνος (λαϊκό-παλαιότ.): αστυφύλακας: Κύριε ~. [< αγγλ. policeman] | |
| 41310 | πολίστας | [πολίστας] πο-λί-στας ουσ. (αρσ.) , πολίστρια (η): ΑΘΛ. αθλητής του πόλο: διεθνής ~. Βλ. -ίστας. ΣΥΝ. υδατοσφαιριστής [< γαλλ. Poloïste, 1899] | |
| 41311 | πολίτ μπιρό | πο-λίτ μπι-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πολιτμπιρό: ΠΟΛΙΤ. πολιτικό γραφείο των κομμουνιστικών κυρ. κομμάτων, ιδ. της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. [< ρωσ. politbjuró < polit(íčeskoe) bjuró, γερμ. Politbüro, αγγλ. politburo, 1923] | |
| 41312 | πολιτεία | πο-λι-τεί-α ουσ. (θηλ.) {πολιτειών} (κ. με κεφαλ. Π) 1. κράτος· ειδικότ. Δημόσιο, κυβέρνηση: δημοκρατική/δίκαιη και ευνομούμενη/συντεταγμένη ~. Η Ελληνική ~. Οι αρμόδιες υπηρεσίες/τα θεσµικά όργανα/οι φορείς της ~ας. Δεσμεύσεις/ευθύνη/οργάνωση και λειτουργία/υποχρέωση της ~ας. Με πρωτοβουλία της ~ας. Ενέργειες που πρέπει να γίνουν από την πλευρά της ~ας. Προσπάθεια στηριζόμενη από την ~. Ζητούν από την ~ να ρυθμίσει το πρόβλημα. Σχέσεις Εκκλησίας και ~ας.|| (ΙΣΤ.) Κρητική ~. 2. (συνήθ. λογοτ.) πόλη, χώρα ή τόπος: αρχαία/μεσαιωνική/ναυτική ~. Η βυζαντινή ~ του Μυστρά. Η μοναστική ~ του Αγίου Όρους/των Μετεώρων.|| (λογοτ.) Γκρίζα/ξακουστή ~. Έφυγε για μακρινές/ξένες ~ες (= μέρη). 3. (ειδικότ.) κράτος-μέλος ομοσπονδίας: οι αμερικανικές ~ες. Κυβερνήτης ~ας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Μεξικού. Οι ~ες της Αυστραλίας/της Ινδίας/του Καναδά. Βλ. καντόνι, κοινο~, συμ~. 4. (μτφ.) ο τρόπος με τον οποίο ζει κάποιος: Με την ~ του απέδειξε εμπράκτως ότι ... ΣΥΝ. βίος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: Ηνωμένες Πολιτείες (της Αμερικής) βλ. ηνωμένος ● ΦΡ.: βίος και πολιτεία βλ. βίος, σύνταξη της Πολιτείας βλ. σύνταξη [< 1,4: αρχ. πολιτεία 2: μεσν. ~ 3: αγγλ. state] | |
| 41313 | πολιτειακός | , ή, ό πο-λι-τει-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το πολίτευμα ή την Πολιτεία: ~ός: θεσμός. ~ή: δομή/κρίση/οργάνωση. ~ό: αξίωμα/καθεστώς. Ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας (= ΠτΔ). Βλ. πολιτικός. 2. που αναφέρεται σε πολιτεία ομοσπονδιακού κράτους: ~ός: βουλευτής/γερουσιαστής/πρωθυπουργός. ~ή: κυβέρνηση. ~ό: πανεπιστήμιο. ● Ουσ.: πολιτειακό (το): ζήτημα που αφορά τη μορφή του πολιτεύματος μιας Πολιτείας: επίλυση του ~ού. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτειακά όργανα βλ. όργανο | |
| 41314 | πολιτειοκρατία | πο-λι-τει-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): πολιτικό σύστημα στο οποίο η Εκκλησία υπάγεται διοικητικά στην Πολιτεία. Βλ. κοσμικό/λαϊκό κράτος, -κρατία. | |
| 41315 | πολιτειοκρατικός | , ή, ό πο-λι-τει-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολιτειοκρατία. Βλ. θεοκρατικός. | |
| 41316 | πολιτειολογία | πο-λι-τει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πολιτολογία: ΠΟΛΙΤ. επιστήμη που εξετάζει τη φύση, τη μορφή και την εξέλιξη της Πολιτείας και των πολιτευμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: γενική/συγκριτική ~. Βλ. -λογία, πολιτικές επιστήμες. [< γερμ. Staatslehre, Politologie, γαλλ. politicologie, politologie, 1954] | |
| 41317 | πολιτειολογικός | , ή, ό πο-λι-τει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την πολιτειολογία: ~ή: θεώρηση. | |
| 41318 | πολιτειολόγος | πο-λι-τει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & πολιτολόγος: ειδικός στην πολιτειολογία, πολιτικός επιστήμονας. Βλ. δημοσιολόγος. [< γαλλ. politologue, 1959, politiste, 1985] | |
| 41319 | πολιτειότητα | πο-λι-τει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & πολιτότητα (επίσ.): ιδιότητα του πολίτη: ευρωπαϊκή ~.|| Ψηφιακή ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. citoyenneté, αγγλ. citizenship] | |
| 41320 | πολίτευμα | πο-λί-τευ-μα ουσ. (ουδ.) {πολιτεύμ-ατος | -ατα, -άτων}: ο συστηματικός τρόπος με τον οποίο συγκροτείται, οργανώνεται και ασκείται η κρατική εξουσία: απολυταρχικό/δημοκρατικό/κοινοβουλευτικό/μοναρχικό/ολιγαρχικό ~. Ανατροπή/αποκατάσταση/εγκαθίδρυση/κατάλυση/λειτουργία/μεταβολή του ~ατος. Αρχαιοελληνικά/σύγχρονα ~ατα. Μορφές/τύποι ~άτων (: απολυταρχία, αριστοκρατία, βασιλεία, δημοκρατία, δικτατορία, μοναρχία, ολιγαρχία, ολοκληρωτισμός, (πε)φωτισμένη δεσποτεία, τυραννίδα, φασισμός). ~ της Ελλάδας είναι η Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και θεμέλιό του η λαϊκή κυριαρχία. ΣΥΝ. πολιτικό σύστημα [< αρχ. πολίτευμα] | |
| 41321 | πολιτεύομαι | πο-λι-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {πολιτεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε} 1. αναλαμβάνω ενεργή πολιτική δράση, ασχολούμαι με τα κοινά, με στόχο την εκλογή μου σε κάποιο δημόσιο αξίωμα: ~τηκε νέος και μάλιστα εκλέχθηκε δήμαρχος. 2. συμπεριφέρομαι με συγκεκριμένο τρόπο: ~εται με σοφία και φρόνηση. ● Μτχ.: πολιτευόμενος , η, ο: που θέτει υποψηφιότητα, συνήθ. για βουλευτής. Πβ. πολιτευτής. [< αρχ. πολιτεύομαι ‘ζω ως ελεύθερος πολίτης, συμμετέχω στην πολιτική ζωή’] | |
| 41322 | πολιτευτής | πο-λι-τευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. πολιτεύτρια}: πρόσωπο που έχει ενεργή πολιτική δράση με στόχο το βουλευτικό αξίωμα: υποψήφιος ~. Δηλώσεις του ~ή. Πβ. πολιτευόμενος. [< μτγν. πολιτευτής ‘πολιτικός’] | |
| 41323 | πολίτης | πο-λί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πολιτών | (σπάν.-λόγ.) θηλ. πολίτις, πολίτιδ-ος, -α} 1. κάτοικος κράτους ή μέλος πολιτικής κοινότητας, που έχει πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις· υπήκοος: ανυποψίαστοι/ενημερωμένοι/ευυπόληπτοι/νομοταγείς/σκεπτόμενοι/συνειδητοποιημένοι/φιλήσυχοι/φορολογούμενοι ~ες. Άγγλοι/Αμερικανοί/Έλληνες ~ες. Αλλοδαποί ~ες. Η ιδιότητα του ~η (= πολιτειότητα). Σχέσεις κράτους-~η. Υπουργείο Προστασίας του ~η (2018). Υπηρεσίες προς τον ~η. Μέσος ~ης. ~ες βήτα/δεύτερης κατηγορίας. Χειραγώγηση των ~ών.|| Ακαδημαϊκός (= φοιτητής)/ένστολος (= στρατιώτης) ~.|| Ευρωπαίοι ~ες/~ες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ~ες μιας πόλης (: αστοί)/του Νομού/της Περιφέρειας. Βλ. κυβερνο~, συμ~. 2. (ειδικότ.) ιδιώτης: Συμμετείχαν αξιωματούχοι και (απλοί/κοινοί) ~ες. Βλ. -ίτης1. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργοί πολίτες: δραστήριοι, ενημερωμένοι, που ξέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνία: ενεργοί και ανενεργοί/παθητικοί πολίτες., ο πρώτος/η πρώτη πολίτης: χαρακτηρισμός ανώτατου άρχοντα: ~ ~ του Δήμου (= Δήμαρχος)/της χώρας (= Πρόεδρος της Δημοκρατίας)., πολίτης του κόσμου: κοσμοπολίτης, διεθνιστής. [< γαλλ. citoyen du monde] , αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών βλ. εξυπηρέτηση, κοινωνία (των) πολιτών βλ. κοινωνία, Οδηγός του Πολίτη βλ. οδηγός, Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης βλ. συμπαραστάτης, Συνήγορος του Πολίτη βλ. συνήγορος ● ΦΡ.: Καλός πολίτης!: ευχή σε στρατιώτη για την επικείμενη απόλυσή του από το στράτευμα. [< 1: αρχ. πολίτης ‘ελεύθερος πολίτης, συμπολίτης’ 2: γαλλ. citoyen] | |
| 41324 | Πολίτης, Πολίτισσα | Πο-λί-της επίθ./ουσ.: Κωνσταντινουπολίτης, Κωνσταντινουπολίτισσα. Βλ. -ίτης1. [< μεσν. Πολίτης, Πολίτισσα] | |
| 41325 | πολιτικά | πο-λι-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. (προφ.) θέματα που σχετίζονται με την πολιτική: ενδιαφέρον για τα ~. Ασχολούμαι με τα ~. Βλ. δημόσια πράγματα, κοινά. 2. η πολιτική περιβολή, σε αντιδιαστολή με τη στρατιωτική ή την αστυνομική: αστυφύλακες με ~. ΑΝΤ. στρατιωτικά (τα) [< 1: αρχ. πολιτικά] | |
| 41326 | πολιτικάντης | πο-λι-τι-κά-ντης ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) : πολιτικός που χαρακτηρίζεται από μικροπολιτική συμπεριφορά: αναξιόπιστος ~. Λαϊκιστής, ~ και καιροσκόπος. Ρουσφετολόγοι ~ηδες. [< ιταλ. politicante] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ