| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41335 | πολιτικοποίηση | πο-λι-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πολιτικοποιώ: διαδικασία ~ης των φοιτητών. Βλ. κομματικοποίηση.|| ~ του αθλητισμού. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. αποπολιτικοποίηση. [< γαλλ. politisation, 1929, αγγλ. politicization, 1934] | |
| 41336 | πολιτικοποιώ | [πολιτικοποιῶ] πο-λι-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πολιτικοποι-είς ... | πολιτικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αποδίδω σε κάτι πολιτικό χαρακτήρα ή πολιτικές διαστάσεις: ~είται ο αγώνας. Βλ. ιδεολογικοποιώ, -ποιώ. ● Παθ.: πολιτικοποιούμαι: ασχολούμαι με πολιτικά θέματα· ειδικότ. αποκτώ πολιτική συνείδηση και δράση: Οι νέοι ~ούνται. Βλ. κομματικοποιώ. [< γαλλ. politiser, 1934, αγγλ. politicize] | |
| 41337 | πολιτικός | , ή, ό πο-λι-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πολιτική: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: ανάλυση/αντιπαράθεση/διαφήμιση/ενημέρωση/εξουσία/ζωή/θεωρία/κάλυψη/καριέρα/κίνηση/κρίση/ομιλία/παρέμβαση/πλατφόρμα/σκέψη/σκηνή/στήριξη/συνεργασία/ωριμότητα. ~ό: αδιέξοδο/άρθρο/θερμόμετρο/κλίμα/παρασκήνιο/ρεπορτάζ/συμβούλιο. ~ές: αποφάσεις/διασυνδέσεις/διαφορές/εξελίξεις/θέσεις/οργανώσεις (: κόμματα, νεολαίες, φοιτητικές παρατάξεις)/πιέσεις/συζητήσεις. Η ~ή ζωή/ηγεσία του τόπου. Αλλαγή του ~ού σκηνικού/τοπίου. Ανέλαβε την ~ή ευθύνη για το σκάνδαλο. Απαιτείται ~ή συναίνεση για αλλαγές. Θέμα που αποτελεί ~ή προτεραιότητα. Παραιτήθηκε για λόγους ~ής ευθιξίας. ~ά παιχνίδια σε βάρος των ...|| (με τη σημ. του ~ού κόμματος:) ~ές: δυνάμεις. ~ός σχηματισμός/~ό σχήμα.|| ~ό: θέατρο/τραγούδι (πβ. στρατευμένος).|| ~ός: αντίπαλος/συντάκτης. ~οί: αρχηγοί/κύκλοι. ~ά: πρόσωπα (= πολιτικοί). || ~ός: επιστήμονας (: ειδικός στις πολιτικές επιστήμες, πβ. πολιτειολόγος). Bλ. α~, αντι~, γεω~, ηθικο~, ιδεολογικο~, κοινωνικο~, μετα~, μικρο~, οικονομικο~, παρα~, βουλευτ-, κομματ-, κυβερνητ-ικός. 2. που υπάρχει ή γίνεται για λόγους πολιτικής: ~ός: κρατούμενος (βλ. ποινικός)/όμηρος/φυγάς. ~ή: δίκη. 3. που αναφέρεται στην Πολιτεία, σε αντιδιαστολή με στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς θεσμούς ή εξουσίες: ~ός: συνταξιούχος. ~ή: αεροπορία/υπηρεσία. ~ό: προσωπικό. ~οί: υπάλληλοι.|| ~ός: όρκος. ~ή: κηδεία/ονοματοδοσία. ΑΝΤ. θρησκευτικός. 4. που αφορά τον πολίτη: ~ός: δικαστής. Μέτρα που θίγουν τις ~ές ελευθερίες. Βλ. μητρο~. ● Ουσ.: πολιτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται με την πολιτική: επαγγελματίες ~οί. Βλ. βουλευτής. ● επίρρ.: πολιτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ σκεπτόμενος/υπεύθυνος. ~ ασταθή κράτη/ευαίσθητα ζητήματα. Δρω/ενεργώ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ώς ενάγων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικά δικαστήρια (κ. με κεφαλ. Π, Δ): στα οποία εκδικάζονται ιδιωτικές διαφορές και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (Ειρηνοδικείο, Μονομελές και Πολυμελές Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος). [< γερμ. Zivilgerichte] , πολιτικές επιστήμες: ΠΟΛΙΤ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των πολιτικών φαινομένων και των πολιτικών δομών στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Βλ. διεθνο-, κοινωνιο-λογία. [< γαλλ. sciences politiques, αγγλ. political sciences], πολιτική ανθρωπολογία: ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τις απαρχές, τις μορφές και την εξέλιξη της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών. [< αγγλ. political anthropology, 1970], πολιτική ανυπακοή: παθητική αντίσταση σε κυβερνητικά μέτρα, π.χ. άρνηση πληρωμής φόρων, καταβολής διοδίων σε επικίνδυνους αυτοκινητόδρομους. [< γαλλ. désobéissance civile], πολιτική γεωγραφία (κ. με κεφαλ. Π, Γ): ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση της πολιτικής δράσης και των πολιτικών αποφάσεων με τον γεωγραφικό χώρο. Βλ. γεωπολιτική. [< αγγλ. political geography], πολιτική δικαιοσύνη (κ. με κεφαλ. Π, Δ): ΝΟΜ. αυτή που κατοχυρώνει τα δικαιώματα των πολιτών, προστατεύει τα συμφέροντά τους και αποτρέπει την παρανομία στις ιδιωτικές σχέσεις. [< γερμ. Zivilgerichtsbarkeit], πολιτική κουλτούρα & (συχνότ.) πολιτικός πολιτισμός: αξίες, απόψεις και στάσεις (ήθος, διαφάνεια, καταπολέμηση της διαπλοκής, σεβασμός του πολίτη και του πολιτικού αντιπάλου, αρμονική σχέση του πολίτη με το κράτος και συμμετοχή του στα κοινά) σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα. [< αγγλ. civic culture, 1963, political culture], πολιτική οικονομία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Ο): ΟΙΚΟΝ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: αστική/διεθνής/ευρωπαϊκή/κλασική/μαρξιστική/σύγχρονη ~ ~. [< αγγλ. political economy], πολιτική φιλοσοφία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Φ): ΦΙΛΟΣ. τομέας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον και εξετάζει τη νομιμότητα των θεσμών· συνεκδ. το σχετικό μάθημα. [< αγγλ. political philosophy], πολιτικό σύστημα: πολίτευμα. [< γαλλ. système politique] , πολιτικός μηχανικός (κ. με κεφαλ. Π, Μ): απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών (του Πολυτεχνείου), ο οποίος ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση δομικών, συγκοινωνιακών, υδραυλικών και γεωτεχνικών έργων, καθώς και έργων προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. αρχιτέκτονας. [< γαλλ. ingénieur civil], πολιτικός στίχος: ΦΙΛΟΛ. ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος., πολιτικός χάρτης 1. τα σύνορα των γεωγραφικών περιοχών (σε αντιδιαστολή με τον γεωφυσικό). 2. (μτφ.) πολιτικό πλαίσιο, σκηνικό: διαμόρφωση ενός νέου ~ού ~η. Αλλαγές/ανακατατάξεις στον ~ό ~η. Κόμμα που κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον ~ό ~η (της χώρας). [< αγγλ. political map], αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, πολιτική αγωγή βλ. αγωγή, πολιτική άμυνα βλ. άμυνα, πολιτική βούληση βλ. βούληση, πολιτική επιστράτευση βλ. επιστράτευση, πολιτική ημέρα βλ. ημέρα, πολιτική οικολογία βλ. οικολογία, πολιτική ορθότητα βλ. ορθότητα, πολιτική προστασία βλ. προστασία, πολιτική στέγη βλ. στέγη, πολιτική συγγένεια βλ. συγγένεια, πολιτικό άσυλο βλ. άσυλο, πολιτικό έγκλημα/αδίκημα βλ. έγκλημα, πολιτικό κόστος βλ. κόστος, πολιτικό χρήμα βλ. χρήμα, πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο βλ. γραφείο, πολιτικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, πολιτικός αμοραλισμός βλ. αμοραλισμός, πολιτικός γάμος βλ. γάμος, πολιτικός επιστήμονας βλ. επιστήμονας ● ΦΡ.: πολιτικά ορθός βλ. ορθός [< 1: αρχ. πολιτικός 2: γαλλ. politique, αγγλ. political 3,4: γαλλ. civil] | |
| 41338 | πολίτικος | , η, ο πο-λί-τι-κος επίθ.: κωνσταντινουπολίτικος: ~ος: χαλβάς. ~η: κουζίνα/μουσική/παράδοση/συνταγή. ~ο: καϊμάκι/παγωτό. ~οι: μεζέδες. ~ες: γεύσεις. ~α: γλυκά (βλ. γλυκά ταψιού). Βλ. -ίτικος. [< μεσν. πολίτικος] | |
| 41339 | πολιτισμένος | , η, ο πο-λι-τι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. απολίτιστος, βάρβαρος 1. που διαθέτει προηγμένο πολιτισμό: ~ος: κόσμος/λαός. ~η: κοινωνία/χώρα. 2. ευγενικός, ευπρεπής, κόσμιος: ~ος: διάλογος. ~η: συμπεριφορά. ~οι: τρόποι. Πβ. καλλιεργημένος. ● επίρρ.: πολιτισμένα [< γαλλ. civilisé] | |
| 41340 | πολιτισμικός | , ή, ό πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πολιτισμό ως κουλτούρα, πνευματική καλλιέργεια: ~ή: ανάπτυξη/μνήμη/σύγκλιση/ταυτότητα. ~ό: επίπεδο/περιβάλλον/τεχνολογία/υπόβαθρο. ~ές: διαφορές/ιδιαιτερότητες/σπουδές. ~ά: γνωρίσματα (της χώρας). Βλ. δια~, εθνο~, πολυ~.|| (επιστ.) ~ή: Πληροφορική. ● επίρρ.: πολιτισμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτισμική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, πολιτισμική/πολιτιστική ηγεμονία βλ. ηγεμονία, πολιτισμικό σοκ βλ. σοκ, πολιτιστική κληρονομιά βλ. κληρονομιά [< αγγλ. cultural, γαλλ. culturel, 1907] | |
| 41341 | πολιτισμολογία | πο-λι-τι-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος των ανθρωπιστικών επιστημών που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των πολιτισμών: συγκριτική ~. Βλ. -λογία. [< γερμ. kulturologie, 1913, αγγλ. culturology, 1920] | |
| 41342 | πολιτισμολόγος | πο-λι-τι-σμο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενό του την πολιτισμολογία: ιστορικός-~. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. culturologist, 1943] | |
| 41343 | πολιτισμός | πο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των ηθικών, πνευματικών, υλικών και τεχνικών επιτευγμάτων μιας κοινωνίας ή ενός συνόλου κοινωνιών: ο αιγυπτιακός/βυζαντινός/δυτικός/ευρωπαϊκός/κυκλαδικός/μεσαιωνικός/μινωικός/μυκηναϊκός/νεοελληνικός/σύγχρονος ~. Άγνωστοι/ανατολικοί/αρχαίοι/πρωτόγονοι/χαμένοι ~οί. Οι ~οί του Αιγαίου/της Λατινικής Αμερικής. H (παρ)ακμή/ανάπτυξη/άνθηση/γέννηση/δημιουργία/εμφάνιση/εξαφάνιση/καταστροφή/κρίση/πρόοδος ενός ~ού. Ανάδειξη/προαγωγή/προβολή/προώθηση του ελληνικού ~ού. Πολιτική (του) ~ού. Μνημεία του παγκόσμιου ~ού (: ο ~ ως οικουμενικό αγαθό). Κοιτίδα/λίκνο/φως του ~ού. Σταυροδρόμι/συνάντηση ~ών.|| Αστικός και λαϊκός/παραδοσιακός/τοπικός ~ (βλ. λαογραφία).|| Βιομηχανικός/μουσικός/τεχνολογικός/υλικός ~. Βλ. δια~, εκ~, επι~, κοσμο~, πολυ~, προσ~, υπο~. 2. & πνευματικός πολιτισμός: (ειδικότ.) γλώσσα, επιστήμες και τέχνες, φιλοσοφία, παιδεία, ιδέες και αξίες, ήθη και έθιμα, κώδικες και θεσμοί: περιοδικό για τα γράμματα και τον ~ό. Τιμήθηκε για την προσφορά του στον ~ό. Πβ. κουλτούρα, πνευματική κληρονομιά. 3. (κατ' επέκτ.) βαθμός πολιτιστικής ανάπτυξης: προηγμένος ~. Ανεπτυγμένο/χαμηλό/υψηλό επίπεδο ~ού. Η διαχείριση των αποβλήτων είναι δείκτης/ένδειξη ~ού. Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί στίγμα για τον ~ό. 4. ο σύγχρονος τρόπος ζωής· τα τεχνολογικά αγαθά: οι ανέσεις του ~ού. Ζουν μακριά από τον ~ό (: απομονωμένοι). 5. (κατ' επέκτ.) τρόπος ζωής και συμπεριφοράς που είναι αποτέλεσμα μόρφωσης και παιδείας· ψυχική ευγένεια και εκλεπτυσμένοι τρόποι: διατροφικός/καταναλωτικός/κοινωνικός/τηλεοπτικός ~. Η αισθητική του κτιρίου προσβάλλει τον ~ό μας. Πβ. κουλτούρα.|| Ο σεβασμός προς τα ζώα είναι δείγμα ~ού (ΑΝΤ. βαρβαρότητα). 6. (κατ' επέκτ.) με αναφορά σε συγκεκριμένο τεχνολογικό επίτευγμα ή κοινωνικό ή παγκόσμιο φαινόμενο: ο ~ της αγοράς/του ανταγωνισμού/της εικόνας/του κυβερνοχώρου. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: νομικός πολιτισμός βλ. νομικός, οπτικός πολιτισμός βλ. οπτικός, πολιτική κουλτούρα βλ. πολιτικός, σύγκρουση των πολιτισμών βλ. σύγκρουση [< 1: μτγν. πολιτισμός 'ενασχόληση με τα κοινά', γαλλ. civilisation, 1808, 2-6: αγγλ.-γαλλ. culture, γερμ. Kultur] | |
| 41344 | πολιτιστικός | , ή, ό πο-λι-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πολιτισμό· ειδικότ. που αποσκοπεί ή συμβάλλει στην ανάπτυξή του: ~ός: οργανισμός/πλουραλισμός/τομέας/χάρτης/χώρος. ~ή: ακτινοβολία/ανάπτυξη/ατζέντα/δημιουργία/διάσταση/διαχείριση/δράση/ενημέρωση/κίνηση/πολιτική. ~ό: γεγονός/διήμερο/δίκτυο/ίδρυμα/κέντρο/περιοδικό/πρόγραμμα/σωματείο. ~ές: ανταλλαγές/δραστηριότητες/εκδηλώσεις. ~ές: ιδιαιτερότητες. ~ά: αγαθά/δρώμενα/θέματα/μνημεία/πάρκα/στοιχεία. ~οί: πόροι. Πβ. εκ~. Βλ. δια~, πολυ~.|| (ως ουσ.) Υπεύθυνος για τα ~ά (ενν. ζητήματα). ● επίρρ.: πολιτιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτισμική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, πολιτισμική/πολιτιστική ηγεμονία βλ. ηγεμονία, πολιτισμικό σοκ βλ. σοκ, πολιτιστική κληρονομιά βλ. κληρονομιά, Πολιτιστική Ολυμπιάδα βλ. Ολυμπιάδα, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης βλ. πρωτεύουσα, πολιτιστική/μορφωτική επανάσταση βλ. επανάσταση, πολιτιστικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, πολιτιστικός τουρισμός βλ. τουρισμός [< γερμ. kulturell, γαλλ. culturel, 1907, αγγλ. cultural] | |
| 41345 | πολιτογράφηση | πο-λι-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πολιτογραφώ: ~ ομογενών. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. naturalisation] | |
| 41346 | πολιτογραφώ | [πολιτογραφῶ] πο-λι-το-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {πολιτογραφ-είς ... | πολιτογράφ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, συνήθ. στην παθ. φωνή} 1. εγγράφω αλλοδαπό στα μητρώα του κράτους και του παρέχω υπηκοότητα: Μετανάστης που ~ήθηκε. Βλ. -γραφώ. 2. εντάσσω κάτι στον πολιτισμό ή ειδικότ. στη γλώσσα μου: ~ούνται ξένες λέξεις. Βλ. οικειοποιούμαι. [< μτγν. πολιτογραφῶ ‘εγγράφω στους καταλόγους των πολιτών’ 1: γαλλ. naturaliser] | |
| 41347 | πολιτοκεντρικός | , ή, ό πο-λι-το-κε-ντρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που έχει ως κέντρο τον πολίτη: ~ή: δημόσια διοίκηση. Βλ. ατομο-, κοινωνιο-, προσωπο-κεντρικός. | |
| 41348 | πολιτολογία | πο-λι-τι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): πολιτειολογία. | |
| 41349 | πολιτολόγος | πο-λι-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πολιτειολόγος. | |
| 41350 | πολιτότητα | βλ. πολιτειότητα | |
| 41351 | πολιτοφύλακας | πο-λι-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ανήκει στην πολιτοφυλακή. Βλ. -φύλακας. [< αρχ. πολιτοφύλαξ 'φρουρός των πολιτών'] | |
| 41352 | πολιτοφυλακή | πο-λι-το-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): δύναμη ενόπλων πολιτών με αποστολή τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και ασφάλειας κυρ. σε περιστάσεις έκτακτης ανάγκης: εθνική/λαϊκή ~. Σώμα ~ής. Πβ. εθνοφυλακή. Βλ. -φυλακή. [< ιταλ. guardia civica] | |
| 41353 | πολίχνη | πο-λί-χνη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μικρή πόλη: αρχαία/γραφική ~. Βλ. κώμη. ΣΥΝ. πόλισμα [< αρχ. πολίχνη] | |
| 41354 | πόλκα1 | πόλ-κα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): είδος ευρωπαϊκού χορού στον οποίο το ζευγάρι χορεύει κυκλικά σε έντονο ρυθμό· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό κομμάτι. Βλ. βαλς, πολωνέζα, τανγκό. [< γερμ. polka, περ. 1831, γαλλ. ~ < τσέχικο ~ ‘Πολωνή’, προς τιμή των καταπιεσμένων Πολωνών] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ