Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [41900-41920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41327πολιτικάντικος, η, ο πο-λι-τι-κά-ντι-κος επίθ. (μειωτ.): που σχετίζεται με τον πολιτικάντη: ~η: λογική/νοοτροπία/τακτική. ~ο: παιχνίδι. ~ες: σκοπιμότητες. Γλώσσα/φρασεολογία ξύλινη και ~η. Πβ. μικροπολιτικός. ● επίρρ.: πολιτικάντικα
41328πολιτικαντισμόςπο-λι-τι-κα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον πολιτικάντη. Πβ. μικροπολιτική. Βλ. δημαγωγία, κενολογία, λαϊκισμός, -ισμός.
41329πολιτικήπο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. πεδίο δράσης που αφορά τη διαχείριση και την άσκηση εξουσίας σε ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο: Αποσύρθηκε από/ασχολείται με/ενδιαφέρεται για την ~. Αναμείχθηκε/κάνει καριέρα/μπήκε στην ~. Πβ. πολιτικά. Βλ. κοινά. 2. το σύνολο των μέτρων και των χειρισμών που ακολουθούνται από μια κυβέρνηση σε συγκεκριμένο τομέα: αμυντική/αναπτυξιακή/ ανεπίσημη/ βιομηχανική/δημόσια/διαρθρωτική/διεθνής/εκπαιδευτική/εμπορική/ενεργειακή/εξωτερική/επίσημη/επιστημονική/ερευνητική/μεταναστευτική/μεταρρυθμιστική/ναυτιλιακή/νομοθετική/οικογενειακή/περιβαλλοντική/περιφερειακή/τεχνολογική/φορολογική ~. Η εθνική/κρατική/κυβερνητική ~.|| Είναι αντίθετοι/διαφωνούν με την ~ των κομμάτων.|| Η ευρωπαϊκή/κοινοτική ~ για την απασχόληση. Βλ. υδρο~. 3. (γενικότ.) τρόπος διακυβέρνησης: αποτυχημένη/επιτυχημένη ~. ~ συνοχής. Διαμόρφωση/προώθηση/χάραξη ~ής λιτότητας/παροχών. Οι βασικοί άξονες μιας ~ής. Ασκείται αντιλαϊκή/αυταρχική/δημαγωγική/επεκτατική (βλ. ιμπεριαλισμός)/ήπια/μετριοπαθής/προοδευτική/ριζοσπαστική/ρυθμιστική/σκληρή/συναινετική/συντηρητική/φιλειρηνική/φιλελεύθερη ~. Βλ. μικρο~, παρα~. 4. τρόπος διαχείρισης ή αντιμετώπισης ορισμένης κατάστασης: αποτελεσματική/επιθετική/εποικοδομητική/σταθερή/συνεπής/συνετή ~. Ενίσχυση μιας ~ής. Ακολουθείται/εφαρμόζεται ~ ανοχής/αντιποίνων/απορρήτου/αυξήσεων (των τιμολογίων)/προστασίας προσωπικών δεδομένων/στήριξης (της ανάπτυξης)/συμβιβασμού/συμφιλίωσης. Αναθεωρώ/εισηγούμαι/εγκαταλείπω/προωθώ/συνεχίζω/υιοθετώ μια ~. Δεν θα περάσει η ~ του εκφοβισμού. Πβ. γραμμή, τακτική. Βλ. μεθόδευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Επενδυτική/τιμολογιακή ~. Η ~ ανταγωνισμού/τιμών της εταιρείας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική πολιτική: που σχετίζεται με την αντιμετώπιση βασικών κοινωνικών προβλημάτων, κυρ. των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων ως προς το επίπεδο διαβίωσης, σε τομείς όπως η υγεία, η πρόνοια, οι ασφαλίσεις, οι αμοιβές, ώστε να εξασφαλίζεται η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και η κοινωνική ισορροπία., αγροτική πολιτική βλ. αγροτικός, δημοσιονομική πολιτική βλ. δημοσιονομικός, εισοδηματική πολιτική βλ. εισοδηματικός, νομισματική πολιτική βλ. νομισματικός, οικονομική πολιτική βλ. οικονομικός, πολιτική ανοιχτών θυρών βλ. θύρα, πολιτική/διπλωματία των κανονιοφόρων βλ. κανονιοφόρος, πολιτική/στρατηγική επικοινωνίας βλ. επικοινωνία, υψηλή πολιτική βλ. υψηλός, χαμηλή πολιτική βλ. χαμηλός [< 1: αρχ. πολιτική, γαλλ. politique 2,3,4: γαλλ. politique, αγγλ. politics]
41330πολιτικο1-: το επίθετο πολιτικός ως α' συνθετικό λέξεων: ~ϊδεολογικός/~κοινωνικός.
41331πολιτικο2-: το ουσιαστικό πολιτική ως α' συνθετικό λέξεων: ~ποιημένος. ~λογία.
41332πολιτικολογίαπο-λι-τι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): εκτενής λόγος για πολιτικά θέματα: ακατάσχετη/ανούσια ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. politiquerie]
41333πολιτικολογώ[πολιτικολογῶ] πο-λι-τι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {πολιτικολογ-είς ... | πολιτικολόγ-ησα, -ώντας} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μιλώ για πολιτικά θέματα. Βλ. -λογώ. [< γαλλ. politiquer]
41334πολιτικοποιημένος, η, ο πο-λι-τι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που έχει πολιτικοποιηθεί: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: γενιά/νεολαία. Βαθιά/έντονα ~.|| (συνεκδ.) ~ος: λόγος. ~ο: κίνημα/κλίμα. Βλ. κομματικοποιημένος. [< αγγλ. politicized]
41335πολιτικοποίησηπο-λι-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πολιτικοποιώ: διαδικασία ~ης των φοιτητών. Βλ. κομματικοποίηση.|| ~ του αθλητισμού. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. αποπολιτικοποίηση. [< γαλλ. politisation, 1929, αγγλ. politicization, 1934]
41336πολιτικοποιώ[πολιτικοποιῶ] πο-λι-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πολιτικοποι-είς ... | πολιτικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αποδίδω σε κάτι πολιτικό χαρακτήρα ή πολιτικές διαστάσεις: ~είται ο αγώνας. Βλ. ιδεολογικοποιώ, -ποιώ. ● Παθ.: πολιτικοποιούμαι: ασχολούμαι με πολιτικά θέματα· ειδικότ. αποκτώ πολιτική συνείδηση και δράση: Οι νέοι ~ούνται. Βλ. κομματικοποιώ. [< γαλλ. politiser, 1934, αγγλ. politicize]
41337πολιτικός, ή, ό πο-λι-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πολιτική: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: ανάλυση/αντιπαράθεση/διαφήμιση/ενημέρωση/εξουσία/ζωή/θεωρία/κάλυψη/καριέρα/κίνηση/κρίση/ομιλία/παρέμβαση/πλατφόρμα/σκέψη/σκηνή/στήριξη/συνεργασία/ωριμότητα. ~ό: αδιέξοδο/άρθρο/θερμόμετρο/κλίμα/παρασκήνιο/ρεπορτάζ/συμβούλιο. ~ές: αποφάσεις/διασυνδέσεις/διαφορές/εξελίξεις/θέσεις/οργανώσεις (: κόμματα, νεολαίες, φοιτητικές παρατάξεις)/πιέσεις/συζητήσεις. Η ~ή ζωή/ηγεσία του τόπου. Αλλαγή του ~ού σκηνικού/τοπίου. Ανέλαβε την ~ή ευθύνη για το σκάνδαλο. Απαιτείται ~ή συναίνεση για αλλαγές. Θέμα που αποτελεί ~ή προτεραιότητα. Παραιτήθηκε για λόγους ~ής ευθιξίας. ~ά παιχνίδια σε βάρος των ...|| (με τη σημ. του ~ού κόμματος:) ~ές: δυνάμεις. ~ός σχηματισμός/~ό σχήμα.|| ~ό: θέατρο/τραγούδι (πβ. στρατευμένος).|| ~ός: αντίπαλος/συντάκτης. ~οί: αρχηγοί/κύκλοι. ~ά: πρόσωπα (= πολιτικοί). || ~ός: επιστήμονας (: ειδικός στις πολιτικές επιστήμες, πβ. πολιτειολόγος). Bλ. α~, αντι~, γεω~, ηθικο~, ιδεολογικο~, κοινωνικο~, μετα~, μικρο~, οικονομικο~, παρα~, βουλευτ-, κομματ-, κυβερνητ-ικός. 2. που υπάρχει ή γίνεται για λόγους πολιτικής: ~ός: κρατούμενος (βλ. ποινικός)/όμηρος/φυγάς. ~ή: δίκη. 3. που αναφέρεται στην Πολιτεία, σε αντιδιαστολή με στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς θεσμούς ή εξουσίες: ~ός: συνταξιούχος. ~ή: αεροπορία/υπηρεσία. ~ό: προσωπικό. ~οί: υπάλληλοι.|| ~ός: όρκος. ~ή: κηδεία/ονοματοδοσία. ΑΝΤ. θρησκευτικός. 4. που αφορά τον πολίτη: ~ός: δικαστής. Μέτρα που θίγουν τις ~ές ελευθερίες. Βλ. μητρο~. ● Ουσ.: πολιτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται με την πολιτική: επαγγελματίες ~οί. Βλ. βουλευτής. ● επίρρ.: πολιτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ σκεπτόμενος/υπεύθυνος. ~ ασταθή κράτη/ευαίσθητα ζητήματα. Δρω/ενεργώ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ώς ενάγων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικά δικαστήρια (κ. με κεφαλ. Π, Δ): στα οποία εκδικάζονται ιδιωτικές διαφορές και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (Ειρηνοδικείο, Μονομελές και Πολυμελές Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος). [< γερμ. Zivilgerichte] , πολιτικές επιστήμες: ΠΟΛΙΤ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των πολιτικών φαινομένων και των πολιτικών δομών στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Βλ. διεθνο-, κοινωνιο-λογία. [< γαλλ. sciences politiques, αγγλ. political sciences], πολιτική ανθρωπολογία: ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τις απαρχές, τις μορφές και την εξέλιξη της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών. [< αγγλ. political anthropology, 1970], πολιτική ανυπακοή: παθητική αντίσταση σε κυβερνητικά μέτρα, π.χ. άρνηση πληρωμής φόρων, καταβολής διοδίων σε επικίνδυνους αυτοκινητόδρομους. [< γαλλ. désobéissance civile], πολιτική γεωγραφία (κ. με κεφαλ. Π, Γ): ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση της πολιτικής δράσης και των πολιτικών αποφάσεων με τον γεωγραφικό χώρο. Βλ. γεωπολιτική. [< αγγλ. political geography], πολιτική δικαιοσύνη (κ. με κεφαλ. Π, Δ): ΝΟΜ. αυτή που κατοχυρώνει τα δικαιώματα των πολιτών, προστατεύει τα συμφέροντά τους και αποτρέπει την παρανομία στις ιδιωτικές σχέσεις. [< γερμ. Zivilgerichtsbarkeit], πολιτική κουλτούρα & (συχνότ.) πολιτικός πολιτισμός: αξίες, απόψεις και στάσεις (ήθος, διαφάνεια, καταπολέμηση της διαπλοκής, σεβασμός του πολίτη και του πολιτικού αντιπάλου, αρμονική σχέση του πολίτη με το κράτος και συμμετοχή του στα κοινά) σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα. [< αγγλ. civic culture, 1963, political culture], πολιτική οικονομία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Ο): ΟΙΚΟΝ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: αστική/διεθνής/ευρωπαϊκή/κλασική/μαρξιστική/σύγχρονη ~ ~. [< αγγλ. political economy], πολιτική φιλοσοφία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Φ): ΦΙΛΟΣ. τομέας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον και εξετάζει τη νομιμότητα των θεσμών· συνεκδ. το σχετικό μάθημα. [< αγγλ. political philosophy], πολιτικό σύστημα: πολίτευμα. [< γαλλ. système politique] , πολιτικός μηχανικός (κ. με κεφαλ. Π, Μ): απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών (του Πολυτεχνείου), ο οποίος ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση δομικών, συγκοινωνιακών, υδραυλικών και γεωτεχνικών έργων, καθώς και έργων προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. αρχιτέκτονας. [< γαλλ. ingénieur civil], πολιτικός στίχος: ΦΙΛΟΛ. ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος., πολιτικός χάρτης 1. τα σύνορα των γεωγραφικών περιοχών (σε αντιδιαστολή με τον γεωφυσικό). 2. (μτφ.) πολιτικό πλαίσιο, σκηνικό: διαμόρφωση ενός νέου ~ού ~η. Αλλαγές/ανακατατάξεις στον ~ό ~η. Κόμμα που κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον ~ό ~η (της χώρας). [< αγγλ. political map], αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, πολιτική αγωγή βλ. αγωγή, πολιτική άμυνα βλ. άμυνα, πολιτική βούληση βλ. βούληση, πολιτική επιστράτευση βλ. επιστράτευση, πολιτική ημέρα βλ. ημέρα, πολιτική οικολογία βλ. οικολογία, πολιτική ορθότητα βλ. ορθότητα, πολιτική προστασία βλ. προστασία, πολιτική στέγη βλ. στέγη, πολιτική συγγένεια βλ. συγγένεια, πολιτικό άσυλο βλ. άσυλο, πολιτικό έγκλημα/αδίκημα βλ. έγκλημα, πολιτικό κόστος βλ. κόστος, πολιτικό χρήμα βλ. χρήμα, πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο βλ. γραφείο, πολιτικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, πολιτικός αμοραλισμός βλ. αμοραλισμός, πολιτικός γάμος βλ. γάμος, πολιτικός επιστήμονας βλ. επιστήμονας ● ΦΡ.: πολιτικά ορθός βλ. ορθός [< 1: αρχ. πολιτικός 2: γαλλ. politique, αγγλ. political 3,4: γαλλ. civil]
41338πολίτικος, η, ο πο-λί-τι-κος επίθ.: κωνσταντινουπολίτικος: ~ος: χαλβάς. ~η: κουζίνα/μουσική/παράδοση/συνταγή. ~ο: καϊμάκι/παγωτό. ~οι: μεζέδες. ~ες: γεύσεις. ~α: γλυκά (βλ. γλυκά ταψιού). Βλ. -ίτικος. [< μεσν. πολίτικος]
41339πολιτισμένος, η, ο πο-λι-τι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. απολίτιστος, βάρβαρος 1. που διαθέτει προηγμένο πολιτισμό: ~ος: κόσμος/λαός. ~η: κοινωνία/χώρα. 2. ευγενικός, ευπρεπής, κόσμιος: ~ος: διάλογος. ~η: συμπεριφορά. ~οι: τρόποι. Πβ. καλλιεργημένος. ● επίρρ.: πολιτισμένα [< γαλλ. civilisé]
41340πολιτισμικός, ή, ό πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πολιτισμό ως κουλτούρα, πνευματική καλλιέργεια: ~ή: ανάπτυξη/μνήμη/σύγκλιση/ταυτότητα. ~ό: επίπεδο/περιβάλλον/τεχνολογία/υπόβαθρο. ~ές: διαφορές/ιδιαιτερότητες/σπουδές. ~ά: γνωρίσματα (της χώρας). Βλ. δια~, εθνο~, πολυ~.|| (επιστ.) ~ή: Πληροφορική. ● επίρρ.: πολιτισμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτισμική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, πολιτισμική/πολιτιστική ηγεμονία βλ. ηγεμονία, πολιτισμικό σοκ βλ. σοκ, πολιτιστική κληρονομιά βλ. κληρονομιά [< αγγλ. cultural, γαλλ. culturel, 1907]
41341πολιτισμολογίαπο-λι-τι-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος των ανθρωπιστικών επιστημών που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των πολιτισμών: συγκριτική ~. Βλ. -λογία. [< γερμ. kulturologie, 1913, αγγλ. culturology, 1920]
41342πολιτισμολόγοςπο-λι-τι-σμο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενό του την πολιτισμολογία: ιστορικός-~. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. culturologist, 1943]
6932πολιτισμός

, η, ο [ἀρχαιόφιλος] αρ-χαι-ό-φι-λος επίθ./ουσ. {γεν. αρσ. -ου (λόγ.) -ίλου}: θαυμαστής της αρχαιότητας, ιδ. του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πβ. αρχαιολάτρης, φιλάρχαιος, φιλέλληνας. Βλ. -φιλος.

41343πολιτισμόςπο-λι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των ηθικών, πνευματικών, υλικών και τεχνικών επιτευγμάτων μιας κοινωνίας ή ενός συνόλου κοινωνιών: ο αιγυπτιακός/βυζαντινός/δυτικός/ευρωπαϊκός/κυκλαδικός/μεσαιωνικός/μινωικός/μυκηναϊκός/νεοελληνικός/σύγχρονος ~. Άγνωστοι/ανατολικοί/αρχαίοι/πρωτόγονοι/χαμένοι ~οί. Οι ~οί του Αιγαίου/της Λατινικής Αμερικής. H (παρ)ακμή/ανάπτυξη/άνθηση/γέννηση/δημιουργία/εμφάνιση/εξαφάνιση/καταστροφή/κρίση/πρόοδος ενός ~ού. Ανάδειξη/προαγωγή/προβολή/προώθηση του ελληνικού ~ού. Πολιτική (του) ~ού. Μνημεία του παγκόσμιου ~ού (: ο ~ ως οικουμενικό αγαθό). Κοιτίδα/λίκνο/φως του ~ού. Σταυροδρόμι/συνάντηση ~ών.|| Αστικός και λαϊκός/παραδοσιακός/τοπικός ~ (βλ. λαογραφία).|| Βιομηχανικός/μουσικός/τεχνολογικός/υλικός ~. Βλ. δια~, εκ~, επι~, κοσμο~, πολυ~, προσ~, υπο~. 2. & πνευματικός πολιτισμός: (ειδικότ.) γλώσσα, επιστήμες και τέχνες, φιλοσοφία, παιδεία, ιδέες και αξίες, ήθη και έθιμα, κώδικες και θεσμοί: περιοδικό για τα γράμματα και τον ~ό. Τιμήθηκε για την προσφορά του στον ~ό. Πβ. κουλτούρα, πνευματική κληρονομιά. 3. (κατ' επέκτ.) βαθμός πολιτιστικής ανάπτυξης: προηγμένος ~. Ανεπτυγμένο/χαμηλό/υψηλό επίπεδο ~ού. Η διαχείριση των αποβλήτων είναι δείκτης/ένδειξη ~ού. Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί στίγμα για τον ~ό. 4. ο σύγχρονος τρόπος ζωής· τα τεχνολογικά αγαθά: οι ανέσεις του ~ού. Ζουν μακριά από τον ~ό (: απομονωμένοι). 5. (κατ' επέκτ.) τρόπος ζωής και συμπεριφοράς που είναι αποτέλεσμα μόρφωσης και παιδείας· ψυχική ευγένεια και εκλεπτυσμένοι τρόποι: διατροφικός/καταναλωτικός/κοινωνικός/τηλεοπτικός ~. Η αισθητική του κτιρίου προσβάλλει τον ~ό μας. Πβ. κουλτούρα.|| Ο σεβασμός προς τα ζώα είναι δείγμα ~ού (ΑΝΤ. βαρβαρότητα). 6. (κατ' επέκτ.) με αναφορά σε συγκεκριμένο τεχνολογικό επίτευγμα ή κοινωνικό ή παγκόσμιο φαινόμενο: ο ~ της αγοράς/του ανταγωνισμού/της εικόνας/του κυβερνοχώρου. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: νομικός πολιτισμός βλ. νομικός, οπτικός πολιτισμός βλ. οπτικός, πολιτική κουλτούρα βλ. πολιτικός, σύγκρουση των πολιτισμών βλ. σύγκρουση [< 1: μτγν. πολιτισμός 'ενασχόληση με τα κοινά', γαλλ. civilisation, 1808, 2-6: αγγλ.-γαλλ. culture, γερμ. Kultur]
41344πολιτιστικός

, ή, ό πο-λι-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πολιτισμό· ειδικότ. που αποσκοπεί ή συμβάλλει στην ανάπτυξή του: ~ός: οργανισμός/πλουραλισμός/τομέας/χάρτης/χώρος. ~ή: ακτινοβολία/ανάπτυξη/ατζέντα/δημιουργία/διάσταση/διαχείριση/δράση/ενημέρωση/κίνηση/πολιτική. ~ό: γεγονός/διήμερο/δίκτυο/ίδρυμα/κέντρο/περιοδικό/πρόγραμμα/σωματείο. ~ές: ανταλλαγές/δραστηριότητες/εκδηλώσεις. ~ές: ιδιαιτερότητες. ~ά: αγαθά/δρώμενα/θέματα/μνημεία/πάρκα/στοιχεία. ~οί: πόροι. Πβ. εκ~. Βλ. δια~, πολυ~.|| (ως ουσ.) Υπεύθυνος για τα ~ά (ενν. ζητήματα). ● επίρρ.: πολιτιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτισμική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, πολιτισμική/πολιτιστική ηγεμονία βλ. ηγεμονία, πολιτισμικό σοκ βλ. σοκ, πολιτιστική κληρονομιά βλ. κληρονομιά, Πολιτιστική Ολυμπιάδα βλ. Ολυμπιάδα, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης βλ. πρωτεύουσα, πολιτιστική/μορφωτική επανάσταση βλ. επανάσταση, πολιτιστικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, πολιτιστικός τουρισμός βλ. τουρισμός [< γερμ. kulturell, γαλλ. culturel, 1907, αγγλ. cultural]

41345πολιτογράφησηπο-λι-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πολιτογραφώ: ~ ομογενών. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. naturalisation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.