| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41346 | πολιτογραφώ | [πολιτογραφῶ] πο-λι-το-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {πολιτογραφ-είς ... | πολιτογράφ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, συνήθ. στην παθ. φωνή} 1. εγγράφω αλλοδαπό στα μητρώα του κράτους και του παρέχω υπηκοότητα: Μετανάστης που ~ήθηκε. Βλ. -γραφώ. 2. εντάσσω κάτι στον πολιτισμό ή ειδικότ. στη γλώσσα μου: ~ούνται ξένες λέξεις. Βλ. οικειοποιούμαι. [< μτγν. πολιτογραφῶ ‘εγγράφω στους καταλόγους των πολιτών’ 1: γαλλ. naturaliser] | |
| 41347 | πολιτοκεντρικός | , ή, ό πο-λι-το-κε-ντρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που έχει ως κέντρο τον πολίτη: ~ή: δημόσια διοίκηση. Βλ. ατομο-, κοινωνιο-, προσωπο-κεντρικός. | |
| 41348 | πολιτολογία | πο-λι-τι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): πολιτειολογία. | |
| 41349 | πολιτολόγος | πο-λι-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πολιτειολόγος. | |
| 41350 | πολιτότητα | βλ. πολιτειότητα | |
| 41351 | πολιτοφύλακας | πο-λι-το-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ανήκει στην πολιτοφυλακή. Βλ. -φύλακας. [< αρχ. πολιτοφύλαξ 'φρουρός των πολιτών'] | |
| 41352 | πολιτοφυλακή | πο-λι-το-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.): δύναμη ενόπλων πολιτών με αποστολή τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και ασφάλειας κυρ. σε περιστάσεις έκτακτης ανάγκης: εθνική/λαϊκή ~. Σώμα ~ής. Πβ. εθνοφυλακή. Βλ. -φυλακή. [< ιταλ. guardia civica] | |
| 41353 | πολίχνη | πο-λί-χνη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μικρή πόλη: αρχαία/γραφική ~. Βλ. κώμη. ΣΥΝ. πόλισμα [< αρχ. πολίχνη] | |
| 41354 | πόλκα1 | πόλ-κα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): είδος ευρωπαϊκού χορού στον οποίο το ζευγάρι χορεύει κυκλικά σε έντονο ρυθμό· συνεκδ. το αντίστοιχο μουσικό κομμάτι. Βλ. βαλς, πολωνέζα, τανγκό. [< γερμ. polka, περ. 1831, γαλλ. ~ < τσέχικο ~ ‘Πολωνή’, προς τιμή των καταπιεσμένων Πολωνών] | |
| 41355 | πόλκα2 | πόλ-κα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): γυναικείο ένδυμα όμοιο με στενή μπλούζα, που φτάνει μέχρι τη μέση και κουμπώνει στο στήθος: χρυσοκέντητη ~. | |
| 41356 | πολλά | πολ-λά επίρρ. (λαϊκό): πολύ: (για ελληνικό καφέ) ~ βαρύς και όχι (= χωρίς ζάχαρη).|| (ειρων.) Ο άντρας/μάγκας ο ~ βαρύς. [< αρχ. επίρρ. πολλά] | |
| 41357 | πολλάκις | πολ-λά-κις επίρρ. (λόγ.): πολλές φορές, επανειλημμένα: Έχω ~ δηλώσει ότι ... Άποψη που έχω ακούσει ~. Βλ. -άκις. ΑΝΤ. σπάνια [< αρχ. πολλάκις] | |
| 41358 | πολλαπλασιάζω | πολ-λα-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {πολλαπλασία-σα, πολλαπλασιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, πολλαπλασιάζ-οντας, -όμενος, πολλαπλασια-σμένος} 1. ΜΑΘ. κάνω πολλαπλασιασμό: ~ το δύο με το πέντε. ~άστε επί τρία. Βλ. αφαιρώ, προσθέτω. ΑΝΤ. διαιρώ (2) 2. (μτφ.) αυξάνω: ~σε το αρχικό κεφάλαιο/την περιουσία του. Έχουν ~στεί τα έξοδα/κέρδη. ΑΝΤ. λιγοστεύω.|| Η υπερέκθεση στον ήλιο ~ει τον κίνδυνο εμφάνισης μελανώματος. ~ονται οι αντιδράσεις/οι δυσκολίες/τα ερωτήματα/τα προβλήματα. Πβ. εντείνω, επαυξάνω. Βλ. -πλασιάζω. ΑΝΤ. μειώνω (1), περιορίζω (1) ● Παθ.: πολλαπλασιάζεται: αναπαράγεται: Φυτά που ~ονται με βολβούς/μοσχεύματα/σπόρους. Τα κουνούπια ~ονται σε λιμνάζοντα ύδατα. Φάρμακα που εμποδίζουν τα καρκινικά κύτταρα να ~ονται ανεξέλεγκτα. [< γαλλ. se multiplier] [< 1: αρχ. πολλαπλασιάζω 2: μτγν. ~, γαλλ. multiplier] | |
| 41359 | πολλαπλασιασμός | πολ-λα-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. βασική αριθμητική πράξη (σύμβ. × ή .) κατά την οποία προσθέτουμε έναν αριθμό (πολλαπλασιαστέος) τόσες φορές στον εαυτό του όσες ορίζει ο πολλαπλασιαστής: ~ με ακέραιο και δεκαδικό. Ο ~ του πέντε επί/με το τέσσερα δίνει αποτέλεσμα είκοσι. Βλ. αφαίρεση, πρόσθεση. ΑΝΤ. διαίρεση (2) 2. ΒΙΟΛ. αναπαραγωγή: κυτταρικός ~. Βλαστικός ~ δασικών ειδών. ~ φυτών με μοσχεύματα. Ο ~ του ιού. Το καλοκαίρι ευνοείται ο ~ των εντόμων. 3. (μτφ.) αύξηση: ~ των χρημάτων.|| ~ των γνώσεων/εμπειριών/προσπαθειών. Πβ. επαύξηση, πύκνωση.|| ~ των αναγκών/προβλημάτων. Πβ. επίταση, όξυνση. ΑΝΤ. μείωση (1), περιορισμός (1) [< 1,3: μτγν. πολλαπλασιασμός 2,3: γαλλ. multiplication] | |
| 41360 | πολλαπλασιαστέος | πολ-λα-πλα-σι-α-στέ-ος ουσ. (αρσ.): ΜΑΘ. αριθμός που πολλαπλασιάζεται από τον πολλαπλασιαστή. Βλ. -τέος. [< γαλλ. multiplicande] | |
| 41361 | πολλαπλασιαστής | πολ-λα-πλα-σι-α-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. (στον πολλαπλασιασμό) ο αριθμός που καθορίζει πόσες φορές θα πολλαπλασιαστεί ο πολλαπλασιαστέος. Βλ. διαιρέτης. 2. (μτφ.) πολλαπλασιαστικός παράγοντας: αναμεταδότες-~ές της πληροφόρησης (π.χ. τα ΜΜΕ). Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να γίνουν ~ές της γνώσης/της εμπειρίας που έχουν αποκτήσει. 3. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που επιτυγχάνει την αύξηση φυσικού μεγέθους σε σύντομο χρόνο: ~ δύναμης/πίεσης/συχνότητας/τάσης (: σε αυτοκίνητο)/ταχύτητας (: σε επεξεργαστή). Βλ. ενισχυτής, επιταχυντής, φωτο~. 4. ΜΗΧΑΝΟΛ. (ειδικότ., σε κινητήρα) τμήμα του συστήματος ανάφλεξης που πολλαπλασιάζει την τάση της μπαταρίας, ώστε να πραγματοποιηθεί η καύση. Βλ. μπουζί, ντιστριμπιτέρ. 5. ΟΙΚΟΝ. (στην κεϊνσιανή θεωρία και στη δημόσια οικονομία) συντελεστής αύξησης του εισοδήματος, η οποία οφείλεται σε αύξηση της δαπάνης για επένδυση: ~ κερδών. [< γαλλ. multiplicateur] | |
| 41362 | πολλαπλασιαστικός | , ή, ό πολ-λα-πλα-σι-α-στι-κός επίθ.: που μπορεί να πολλαπλασιάζει κάτι: ~ός: παράγοντας (πβ. πολλαπλασιαστής). ~ή: αύξηση (της παραγωγικότητας)/δράση/δυναμική. ~ό: αποτέλεσμα/υλικό. ~ά: οφέλη.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: αριθμητικά (π.χ. τριπλός). ● επίρρ.: πολλαπλασιαστικά [< γαλλ. multiplicatif] | |
| 41363 | πολλαπλάσιος | , α, ο πολ-λα-πλά-σι-ος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ περισσότερος ή μεγαλύτερος από κάτι άλλο: ~ος: χρόνος. ~α: αμοιβή/σημασία/τιμή. ~ο: κόστος/ποσοστό. ~ες: απώλειες. Βλ. -πλάσιος, υπερ~, υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: πολλαπλάσιο (ενός αριθμού): ΜΑΘ. το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του με έναν άλλον αριθμό: ακέραια ~α. Το 4, το 6, το 8 είναι ~α του 2. Κάθε φυσικός αριθμός εκτός από το 0 έχει άπειρα ~α., ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο βλ. ελάχιστος ● ΦΡ.: στο πολλαπλάσιο: σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα: Έβγαλε τα χρήματα που έδωσε ~ ~. [< αρχ. πολλαπλάσιος] | |
| 41364 | πολλαπλός | , ή, ό πολ-λα-πλός επίθ.: που αποτελείται από πολλά τμήματα ή επιτελεί πολλές λειτουργίες: ~ός: ρόλος (πβ. πολυλειτουργικός). ~ή: προστασία/σημασία. ~ές: ευκαιρίες/προκλήσεις. ~ά: επίπεδα/κριτήρια/οφέλη. Καθαριστικά ~ών χρήσεων (πβ. πολυχρηστικός). Πύραυλος ~ών κεφαλών. Κάρτα ~ών διαδρομών (για ΜΜΜ). Η ανθρώπινη επέμβαση έχει επιδράσει με ~ούς τρόπους στο περιβάλλον. Μήνυμα με ~ούς αποδέκτες. Πβ. ποικίλος, πολύς. Βλ. -πλός, πολύπλοκος, σύνθετος. ΑΝΤ. απλός (1) ● επίρρ.: πολλαπλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πολλαπλό μυέλωμα βλ. μυέλωμα, πολλαπλών επιλογών/πολλαπλής επιλογής βλ. επιλογή [< αρχ. πολλαπλοῦς] | |
| 41365 | πολλαπλότητα | πολ-λα-πλό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολλαπλού: ~ επιλογών/ερµηνειών. Βλ. -ότητα, ποικιλία, πολυμορφία, πολυπλοκότητα. [< μεσν. πολλαπλότης, γαλλ. multiplicité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ