Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [41920-41940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41356πολλάπολ-λά επίρρ. (λαϊκό): πολύ: (για ελληνικό καφέ) ~ βαρύς και όχι (= χωρίς ζάχαρη).|| (ειρων.) Ο άντρας/μάγκας ο ~ βαρύς. [< αρχ. επίρρ. πολλά]
41357πολλάκιςπολ-λά-κις επίρρ. (λόγ.): πολλές φορές, επανειλημμένα: Έχω ~ δηλώσει ότι ... Άποψη που έχω ακούσει ~. Βλ. -άκις. ΑΝΤ. σπάνια [< αρχ. πολλάκις]
41358πολλαπλασιάζωπολ-λα-πλα-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {πολλαπλασία-σα, πολλαπλασιά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, πολλαπλασιάζ-οντας, -όμενος, πολλαπλασια-σμένος} 1. ΜΑΘ. κάνω πολλαπλασιασμό: ~ το δύο με το πέντε. ~άστε επί τρία. Βλ. αφαιρώ, προσθέτω. ΑΝΤ. διαιρώ (2) 2. (μτφ.) αυξάνω: ~σε το αρχικό κεφάλαιο/την περιουσία του. Έχουν ~στεί τα έξοδα/κέρδη. ΑΝΤ. λιγοστεύω.|| Η υπερέκθεση στον ήλιο ~ει τον κίνδυνο εμφάνισης μελανώματος. ~ονται οι αντιδράσεις/οι δυσκολίες/τα ερωτήματα/τα προβλήματα. Πβ. εντείνω, επαυξάνω. Βλ. -πλασιάζω. ΑΝΤ. μειώνω (1), περιορίζω (1) ● Παθ.: πολλαπλασιάζεται: αναπαράγεται: Φυτά που ~ονται με βολβούς/μοσχεύματα/σπόρους. Τα κουνούπια ~ονται σε λιμνάζοντα ύδατα. Φάρμακα που εμποδίζουν τα καρκινικά κύτταρα να ~ονται ανεξέλεγκτα. [< γαλλ. se multiplier] [< 1: αρχ. πολλαπλασιάζω 2: μτγν. ~, γαλλ. multiplier]
41359πολλαπλασιασμόςπολ-λα-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. βασική αριθμητική πράξη (σύμβ. × ή .) κατά την οποία προσθέτουμε έναν αριθμό (πολλαπλασιαστέος) τόσες φορές στον εαυτό του όσες ορίζει ο πολλαπλασιαστής: ~ με ακέραιο και δεκαδικό. Ο ~ του πέντε επί/με το τέσσερα δίνει αποτέλεσμα είκοσι. Βλ. αφαίρεση, πρόσθεση. ΑΝΤ. διαίρεση (2) 2. ΒΙΟΛ. αναπαραγωγή: κυτταρικός ~. Βλαστικός ~ δασικών ειδών. ~ φυτών με μοσχεύματα. Ο ~ του ιού. Το καλοκαίρι ευνοείται ο ~ των εντόμων. 3. (μτφ.) αύξηση: ~ των χρημάτων.|| ~ των γνώσεων/εμπειριών/προσπαθειών. Πβ. επαύξηση, πύκνωση.|| ~ των αναγκών/προβλημάτων. Πβ. επίταση, όξυνση. ΑΝΤ. μείωση (1), περιορισμός (1) [< 1,3: μτγν. πολλαπλασιασμός 2,3: γαλλ. multiplication]
41360πολλαπλασιαστέοςπολ-λα-πλα-σι-α-στέ-ος ουσ. (αρσ.): ΜΑΘ. αριθμός που πολλαπλασιάζεται από τον πολλαπλασιαστή. Βλ. -τέος. [< γαλλ. multiplicande]
41361πολλαπλασιαστήςπολ-λα-πλα-σι-α-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. (στον πολλαπλασιασμό) ο αριθμός που καθορίζει πόσες φορές θα πολλαπλασιαστεί ο πολλαπλασιαστέος. Βλ. διαιρέτης. 2. (μτφ.) πολλαπλασιαστικός παράγοντας: αναμεταδότες-~ές της πληροφόρησης (π.χ. τα ΜΜΕ). Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να γίνουν ~ές της γνώσης/της εμπειρίας που έχουν αποκτήσει. 3. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που επιτυγχάνει την αύξηση φυσικού μεγέθους σε σύντομο χρόνο: ~ δύναμης/πίεσης/συχνότητας/τάσης (: σε αυτοκίνητο)/ταχύτητας (: σε επεξεργαστή). Βλ. ενισχυτής, επιταχυντής, φωτο~. 4. ΜΗΧΑΝΟΛ. (ειδικότ., σε κινητήρα) τμήμα του συστήματος ανάφλεξης που πολλαπλασιάζει την τάση της μπαταρίας, ώστε να πραγματοποιηθεί η καύση. Βλ. μπουζί, ντιστριμπιτέρ. 5. ΟΙΚΟΝ. (στην κεϊνσιανή θεωρία και στη δημόσια οικονομία) συντελεστής αύξησης του εισοδήματος, η οποία οφείλεται σε αύξηση της δαπάνης για επένδυση: ~ κερδών. [< γαλλ. multiplicateur]
41362πολλαπλασιαστικός, ή, ό πολ-λα-πλα-σι-α-στι-κός επίθ.: που μπορεί να πολλαπλασιάζει κάτι: ~ός: παράγοντας (πβ. πολλαπλασιαστής). ~ή: αύξηση (της παραγωγικότητας)/δράση/δυναμική. ~ό: αποτέλεσμα/υλικό. ~ά: οφέλη.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ά: αριθμητικά (π.χ. τριπλός). ● επίρρ.: πολλαπλασιαστικά [< γαλλ. multiplicatif]
41363πολλαπλάσιος, α, ο πολ-λα-πλά-σι-ος επίθ. (λόγ.): που είναι πολύ περισσότερος ή μεγαλύτερος από κάτι άλλο: ~ος: χρόνος. ~α: αμοιβή/σημασία/τιμή. ~ο: κόστος/ποσοστό. ~ες: απώλειες. Βλ. -πλάσιος, υπερ~, υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: πολλαπλάσιο (ενός αριθμού): ΜΑΘ. το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του με έναν άλλον αριθμό: ακέραια ~α. Το 4, το 6, το 8 είναι ~α του 2. Κάθε φυσικός αριθμός εκτός από το 0 έχει άπειρα ~α., ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο βλ. ελάχιστος ● ΦΡ.: στο πολλαπλάσιο: σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα: Έβγαλε τα χρήματα που έδωσε ~ ~. [< αρχ. πολλαπλάσιος]
41364πολλαπλός, ή, ό πολ-λα-πλός επίθ.: που αποτελείται από πολλά τμήματα ή επιτελεί πολλές λειτουργίες: ~ός: ρόλος (πβ. πολυλειτουργικός). ~ή: προστασία/σημασία. ~ές: ευκαιρίες/προκλήσεις. ~ά: επίπεδα/κριτήρια/οφέλη. Καθαριστικά ~ών χρήσεων (πβ. πολυχρηστικός). Πύραυλος ~ών κεφαλών. Κάρτα ~ών διαδρομών (για ΜΜΜ). Η ανθρώπινη επέμβαση έχει επιδράσει με ~ούς τρόπους στο περιβάλλον. Μήνυμα με ~ούς αποδέκτες. Πβ. ποικίλος, πολύς. Βλ. -πλός, πολύπλοκος, σύνθετος. ΑΝΤ. απλός (1) ● επίρρ.: πολλαπλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πολλαπλό μυέλωμα βλ. μυέλωμα, πολλαπλών επιλογών/πολλαπλής επιλογής βλ. επιλογή [< αρχ. πολλαπλοῦς]
41365πολλαπλότηταπολ-λα-πλό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολλαπλού: ~ επιλογών/ερµηνειών. Βλ. -ότητα, ποικιλία, πολυμορφία, πολυπλοκότητα. [< μεσν. πολλαπλότης, γαλλ. multiplicité]
41366πολλαχόθενπολ-λα-χό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από πολλές πλευρές, από πολλά μέρη: ~ υποστηρίζεται (κάτι). Πολλές και ~ εκκλήσεις. Βλ. -θεν. [< αρχ. πολλαχόθεν]
41367πολλαχού[πολλαχοῦ] πολ-λα-χού επίρρ. (αρχαιοπρ.): σε πολλά σημεία, χωρία: ~ της Ελλάδος.|| ~ στην Παλαιά Διαθήκη. [< αρχ. πολλαχοῦ]
41368πολλαχώς[πολλαχῶς] πολ-λα-χώς επίρρ. (αρχαιοπρ.): με πολλούς τρόπους· ποικιλοτρόπως: ~ προβαλλόμενη άποψη. Πράγματα που λέγονται και νοούνται ~. [< αρχ. πολλαχῶς]
41369πολλοστημόριοπολ-λο-στη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): {+ γεν.} απειροελάχιστο τμήμα, πολύ μικρό μέρος: Δεν έχει εξερευνηθεί ούτε ένα ~ του Σύμπαντος. [< αρχ. πολλοστημόριος ‘πολλές φορές μικρότερος’]
41370πολλοστός, ή, ό πολ-λο-στός επίθ.: τελευταίος σε μια σειρά πολλών επαναλήψεων: ~ό: κρούσμα. Βλ. -οστός. ΣΥΝ. νιοστός (1) ● ΦΡ.: για χιλιοστή/πολλοστή/μυριοστή φορά βλ. χιλιοστός [< αρχ. πολλοστός]
41371πόλοπό-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. υδατοσφαίριση. ΣΥΝ. γουότερ-πόλο 2. ΑΘΛ. παιχνίδι όπου δύο ομάδες με τέσσερις έφιππους αθλητές η κάθε μία, επιχειρούν με μακριά μπαστούνια να στείλουν μια ξύλινη μπάλα στην αντίπαλη εστία. 3. σπορ μπλούζα, με χαρακτηριστικό γιακά, που κλείνει στο πάνω μέρος της με κουμπιά: λευκό/μπλε ~. [< 1: αγγλ. polo (water), 1884, γαλλ. waterpolo, water-polo, 1891 2: αγγλ. polo, 1872 3: αγγλ. polo shirt, γαλλ. ]
41372πόλοςπό-λος ουσ. (αρσ.) 1. καθένα από τα δύο σημεία τομής του νοητού άξονα περιστροφής της Γης με την επιφάνειά της: Βόρειος/Νότιος ~. Γεωγραφικός/γήινος ~.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~οι του Ηλίου/του πλανήτη Άρη. 2. (μτφ.) καθένα από τα δύο αντιτιθέμενα μεταξύ τους στοιχεία: ανταγωνιστικός/διακριτός/περιφερειακός ~. ~ αντιπαράθεσης. Ο έτερος ~ διαπραγμάτευσης/του δικομματισμού. Οι δύο ~οι της εξουσίας. Βλ. δίπολο. 3. ΗΛΕΚΤΡ. καθένα από τα δύο σημεία απόδοσης θετικής ή αρνητικής πολικότητας: αρνητικός/θετικός ~ ηλεκτρικής πηγής/μπαταρίας/της τροφοδοσίας (= με αρνητικό/θετικό ηλεκτρικό φορτίο). 4. (μτφ.) κεντρικό στοιχείο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται έντονη δραστηριότητα: δυναμικός/καθοριστικός/οικονομικός/πολιτιστικός/τεχνολογικός ~. ~ ανάπτυξης/καινοτομίας/σταθερότητας. Η χώρα επιθυμεί να είναι ~ συνεργασίας στην περιοχή. 5. ΑΣΤΡΟΝ. κομβικό σημείο σε διάφορα συστήματα συντεταγμένων της αστρονομίας. 6. ΜΑΘ. σημείο που έχει μια ιδιαίτερη θέση, σημασία ή ιδιότητα: ~ σφαίρας. ~ ευθείας ως προς κύκλο. ~οι της συνάρτησης μεταφοράς/του συστήµατος. Βλ. πολικές συντεταγμένες. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητικός πόλος: ΦΥΣ. καθένα από τα δύο άκρα του μαγνητικού πεδίου της Γης ή γενικότ. ενός μαγνήτη: βόρειος/νότιος ~ ~. Οι ~oί ~οι δεν συμπίπτουν με τους γεωγραφικούς.|| Oι ομώνυμοι ~οί ~οι απωθούνται, ενώ οι ετερώνυμοι έλκονται., πόλος έλξης βλ. έλξη [< 1: αρχ. πόλος 2,3,4,5,6: γαλλ. pôle, αγγλ. pole]
41373πόλτεργκαϊστπόλ-τερ-γκα-ϊστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πνεύμα το οποίο πιστεύεται ότι στοιχειώνει έναν χώρο, προκαλώντας θορύβους, μετακινήσεις αντικειμένων ή/και βίαια επεισόδια: φαινόμενα ~. Βλ. φάντασμα. [< γερμ. Poltergeist]
41374πολτοποίησηπολ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πολτοποιώ: ~ φρούτων/χαρτιού. ~ και ανάµειξη υλικών σε μπλέντερ. Συσκευή ~ης. Πβ. άλεση, κονιορτοποίηση.|| (μτφ.) ~ της ιστορίας. Πβ. εκμηδένιση, εξουδετέρωση, συντριβή. Βλ. -ποίηση.
41375πολτοποιητήςπολ-το-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή πολτοποίησης: ~ γυαλιού/πατάτας. Πβ. μπλέντερ. [< αγγλ. masher]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.