| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41375 | πολτοποιητής | πολ-το-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή πολτοποίησης: ~ γυαλιού/πατάτας. Πβ. μπλέντερ. [< αγγλ. masher] | |
| 41376 | πολτοποιώ | [πολτοποιῶ] πολ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πολτοποιείς ... | πολτοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. μετατρέπω κάτι σε πολτό: ~ήθηκαν τόνοι πλαστικού για ανακύκλωση. ~ημένα: υλικά.|| Η βαριά μηχανή ~ησε (= έλιωσε, συνέθλιψε, έκανε λιώμα) το χέρι του. Πβ. αλέθω, κονιορτοποιώ. 2. (μτφ.) καταστρέφω ολοσχερώς, συντρίβω: ~ώντας πολιτισμούς/συνειδήσεις. Πβ. εκμηδενίζω, εξουδετερώνω. [< 1: μτγν. πολτοποιῶ] | |
| 41377 | πολτός | πολ-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ασχημάτιστη, μαλακή και πηχτή μάζα που προέρχεται από ειδική επεξεργασία, κυρ. τροφίμων: νωπός/ξηρός ~. ~ ελιάς/ντομάτας (: πελτές, ντοματοπελτές)/πατάτας (: πουρές)/σκόρδου. Πβ. πάστα, χυλός. Βλ. μαρμελάδα. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) άμορφο συνονθύλευμα: κοινωνία-~. Βλ. χαρτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: βασιλικός πολτός: παχύρρευστη υπόλευκη ουσία, με έντονο άρωμα και όξινη γεύση, πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, η οποία εκκρίνεται από τους φαρυγγικούς αδένες των εργατριών μελισσών και προορίζεται για τη διατροφή των προνυμφών, κυρ. αυτών που θα γίνουν βασίλισσες: γύρη, μέλι, κερί, πρόπολη και ~ ~. Βλ. συμπλήρωμα διατροφής. [< γαλλ. gelée royale] [< 1: μτγν. πολτός, αρχ. πόλτος] | |
| 41378 | πολτώδης | , ης, ες πολ-τώ-δης επίθ. {πολτώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με πολτό ως προς τη μορφή, τη σύσταση: ~ης: μάζα/υφή. ~ες: σκεύασμα. Πβ. λασπ-, χυλ-ώδης. [< μτγν. πολτώδης] | |
| 41379 | πολύ | πο-λύ επίρρ. {συγκρ. περισσότερο} 1. σε μεγάλο βαθμό: (με ρήμα) Κουράζομαι/με ενοχλεί/τρώω ~. Λυπήθηκα/χάρηκα ~ που ... Ευχαριστώ ~! Έβρεξε ~ (: έντονα). Μου αρέσει/προσπάθησα πάρα ~.|| (+ επίθ./επίρρ., ως απόλυτος υπερθ.) ~ αυστηρός/ευγενικός/όμορφος/πειθαρχημένος. ~ ήσυχα/σιγά/ωραία. Είναι ~ πιθανό. Πήρε ~ σωστές αποφάσεις. Είμαι ~ καλά. Πάρα ~ φτωχοί. Μιλούσε (πάρα) ~.|| (+ επίθ./επίρρ. ως συγκρ., επιτατ.) Είναι ~ εξυπνότερος/πιο έξυπνος από τα αδέρφια του. Έγινε ~ χειρότερα. ΑΝΤ. λίγο 2. για μεγάλο χρονικό διάστημα: Έχει αργήσει ~. Η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί για/(λόγ.) επί ~ (ακόμα). ● ΦΡ.: δε θέλει πολύ (για) να ... (προφ.): για κάτι που μπορεί να συμβεί εύκολα: ~ ~ γίνει η ζημιά/το κακό., κατά πολύ (απαιτ. λεξιλόγ.): πολύ πιο· σε μεγάλο βαθμό: Eίναι ~ ~ ανώτερος/καλύτερος/μεγαλύτερος/χειρότερος.|| Οι επιδόσεις της βελτιώθηκαν ~ ~., πάει πολύ (προφ.): για κάτι που ξεπερνά τα όρια του ανεκτού: Ε, αυτό ~ ~!, πολύ που ... (ειρων.): καθόλου δεν: ~ ~ ασχολείται/τον ενδιαφέρει/την ένοιαξε/σκοτίστηκε., δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα βλ. έχω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, λίγο πολύ/λίγο ή πολύ/λίγο ως(/έως) πολύ βλ. λίγο, ούτε λίγο ούτε πολύ βλ. λίγο, ποιος λίγο, ποιος πολύ βλ. λίγο, πολύ θα το ήθελα, αλλά ... βλ. θέλω ● βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< αρχ. πολύ] | |
| 41380 | πολυ- & πολύ- | α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. μεγάλου αριθμού, πλήθους: πολύ-γλωσσος (βλ. δί-, τρί-).|| Πολυ-θέαμα (βλ. υπερ-).|| Πολυ-θεϊσμός (ΑΝΤ. μονο-).|| Πολυ-δακτυλία. 2. επίτασης: πολυ-δάπανος. Πολύ-ωρος (ΑΝΤ. ολιγό-).|| (μτφ.) Πολυ-δύναμος/~ζήτητος (πβ. περι-). 3. μετριασμού της σημασίας που εκφράζει το β' συνθετικό: (ρηματικά σύνθ., σε αρνητ. προτάσεις) Δεν μου πολυ-αρέσει/~κάνει/~πάει. Βλ. καλο-, παρα-. 4. πολλαπλών λειτουργιών: πολυ-εργαλείο/~μηχάνημα/~συσκευή/~χάπι. | |
| 41381 | πολυαγαπημένος | , η, ο πο-λυ-α-γα-πη-μέ-νος επίθ.: που είναι ιδιαίτερα αγαπητός: ~ος: ήρωας/συγγραφέας. ~η: πατρίδα/φίλη. ~ο: βιβλίο/συγκρότημα/τραγούδι.|| (ως προσφών. κυρ. σε επιστολές) ~ε μου αδελφέ ... Πβ. ακριβός, λατρευτός. ΣΥΝ. πολυαγάπητος [< μεσν. πολυαγαπώ] | |
| 41382 | πολυαγάπητος | , η, ο πο-λυ-α-γά-πη-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): πολυαγαπημένος. [< μτγν. πολυαγάπητος] | |
| 41383 | πολυάγκιστρο | πο-λυ-ά-γκι-στρο ουσ. (ουδ.): παραγάδι. Βλ. καθετή. [< αρχ. πολυάγκιστρον] | |
| 41384 | πολυαιθυλένιο | πο-λυ-αι-θυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πολυθένιο: ΧΗΜ. πολυμερές αιθυλενίου· ειδικότ. ημιδιαφανές θερμοπλαστικό (σύμβ. (CH2CH2)x,το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως μονωτικό υλικό ή για την κατασκευή βιομηχανικών προϊόντων: τερεφθαλικό ~.|| Μαλακό/σκληρό ~. Δεξαμενές/φιλμ ~ίου. Υψηλής πυκνότητας ~. Σωλήνες από ~. Βλ. μικροσφαιρίδια. [< αγγλ. polyethylene, γαλλ. polyéthylène, 1946] | |
| 41385 | πολυαίμακτος | , η, ο πο-λυ-αί-μα-κτος επίθ. (λόγ.): πολύ αιματηρός: ~ος: αγώνας (ανεξαρτησίας). ~η: επίθεση/μάχη. ΑΝΤ. αναίμακτος [< αρχ. πολυαίματος] | |
| 41386 | πολυακόρεστος | , η, ο πο-λυ-α-κό-ρε-στος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυακόρεστα λίπη & (προφ.) πολυακόρεστα (τα): ΙΑΤΡ.-ΧΗΜ. λιπαρά οξέα που έχουν περισσότερους από έναν διπλούς δεσμούς στην ανθρακική αλυσίδα και συμβάλλουν στην αντιμέτωπιση διάφορων ασθενειών, όπως η υπερλιπιδαιμία και η νόσος του Αλτσχάιμερ. [< αγγλ. polyunsaturated, 1932, γαλλ. polyinsaturé, 1949] | |
| 41387 | πολυαλκοόλες | πο-λυ-αλ-κο-ό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυαλκοόλη}: ΧΗΜ. οργανικές ενώσεις που περιέχουν περισσότερα από ένα υδροξύλια στα μόριά τους και χρησιμοποιούνται κυρ. ως υποκατάστατα της ζάχαρης. Βλ. τριόλη. ΣΥΝ. πολυόλες [< αγγλ. polyalcohol, 1900, γαλλ. polyalcool, 1903] | |
| 41388 | πολυαμίδιο | πο-λυ-α-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & πολυαμίδη (η): ΧΗΜ. πολυμερές που αποτελείται από αμίδια ενωμένα με δεσμούς πεπτιδίων και χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία: καλσόν/σουτιέν από ~. Το νάιλον είναι ~. [< γαλλ. polyamide, 1913, αγγλ. ~, 1929] | |
| 41389 | πολυαναμενόμενος | , η, ο πο-λυ-α-να-με-νό-με-νος επίθ.: που αναμένεται από πολλούς ανθρώπους, συνήθ. με ανυπομονησία: ~ος: γάμος/δίσκος. ~η: ανακοίνωση/απόφαση/έγκριση/έκδοση (αυτοκινήτου)/παράσταση/πρεμιέρα/(τηλεοπτική) σειρά/συναυλία/συνέντευξη/συνεργασία/συσκευή/ταινία. ~ο: (μουσικό) άλμπουμ/μυθιστόρημα/παιχνίδι. | |
| 41390 | πολυανδρία | πο-λυ-αν-δρί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεσμός σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στις γυναίκες να συνάψουν σχέση ή να παντρευτούν με περισσότερους από έναν άνδρες ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια της ζωής τους: το έθιμο/φαινόμενο της ~ας. Βλ. πολυγαμία. ΑΝΤ. πολυγυνία [< μτγν. πολυανδρία 'μεγάλος αριθμός ανθρώπων', γαλλ. polyandrie, αγγλ. polyandry] | |
| 41391 | πολύανθος | , η, ο πο-λύ-αν-θος επίθ. & (σπάν.) πολυανθής, ής, ές: που έχει πολλά άνθη. [< μτγν. πολύανθος, αρχ. πολυανθής] | |
| 41392 | πολυανθρακικός | , ή, ό πο-λυ-αν-θρα-κι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το πολυανθρακικό: ~ό: άλας/πλαστικό/υλικό. ● Ουσ.: πολυανθρακικό (το): θερμοπλαστικό πολυμερές (σύμβ. PC), εύκαμπτο και διάφανο, με υψηλή αντοχή στην κρούση, που χρησιμοποιείται κυρ. ως υποκατάστατο του γυαλιού και του τζαμιού: ~ θερμοκηπίου. ΣΥΝ. πολυκαρβονικό [< αγγλ. polycarbonate, 1930, γαλλ. ~, 1976] | |
| 41393 | πολυάνθρωπος | , η, ο πο-λυ-άν-θρω-πος επίθ.: που κατοικείται από πολλούς ανθρώπους ή αποτελείται από μεγάλο αριθμό ατόμων: ~ος: οικισμός. ~η: πόλη/χώρα. Πβ. πυκνοκατοικημένος.|| ~η: ομάδα. Πβ. πολυπληθής. Βλ. -άνθρωπος. ΑΝΤ. ολιγάνθρωπος [< αρχ. πολυάνθρωπος] | |
| 41394 | πολυαπασχόληση | πο-λυ-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία περισσότερες δραστηριότητες, συνήθ. αγροτικές, συνδυάζονται με στόχο την εξασφάλιση του εισοδήματος, της παραγωγικότητας και την αποφυγή των κινδύνων: ~ και αγορά εργασίας. Βλ. πολυ-θεσία, -σθένεια, υποαπασχόληση. ΣΥΝ. πολυδραστηριότητα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ