| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41366 | πολλαχόθεν | πολ-λα-χό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από πολλές πλευρές, από πολλά μέρη: ~ υποστηρίζεται (κάτι). Πολλές και ~ εκκλήσεις. Βλ. -θεν. [< αρχ. πολλαχόθεν] | |
| 41367 | πολλαχού | [πολλαχοῦ] πολ-λα-χού επίρρ. (αρχαιοπρ.): σε πολλά σημεία, χωρία: ~ της Ελλάδος.|| ~ στην Παλαιά Διαθήκη. [< αρχ. πολλαχοῦ] | |
| 41368 | πολλαχώς | [πολλαχῶς] πολ-λα-χώς επίρρ. (αρχαιοπρ.): με πολλούς τρόπους· ποικιλοτρόπως: ~ προβαλλόμενη άποψη. Πράγματα που λέγονται και νοούνται ~. [< αρχ. πολλαχῶς] | |
| 41369 | πολλοστημόριο | πολ-λο-στη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): {+ γεν.} απειροελάχιστο τμήμα, πολύ μικρό μέρος: Δεν έχει εξερευνηθεί ούτε ένα ~ του Σύμπαντος. [< αρχ. πολλοστημόριος ‘πολλές φορές μικρότερος’] | |
| 41370 | πολλοστός | , ή, ό πολ-λο-στός επίθ.: τελευταίος σε μια σειρά πολλών επαναλήψεων: ~ό: κρούσμα. Βλ. -οστός. ΣΥΝ. νιοστός (1) ● ΦΡ.: για χιλιοστή/πολλοστή/μυριοστή φορά βλ. χιλιοστός [< αρχ. πολλοστός] | |
| 41371 | πόλο | πό-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. υδατοσφαίριση. ΣΥΝ. γουότερ-πόλο 2. ΑΘΛ. παιχνίδι όπου δύο ομάδες με τέσσερις έφιππους αθλητές η κάθε μία, επιχειρούν με μακριά μπαστούνια να στείλουν μια ξύλινη μπάλα στην αντίπαλη εστία. 3. σπορ μπλούζα, με χαρακτηριστικό γιακά, που κλείνει στο πάνω μέρος της με κουμπιά: λευκό/μπλε ~. [< 1: αγγλ. polo (water), 1884, γαλλ. waterpolo, water-polo, 1891 2: αγγλ. polo, 1872 3: αγγλ. polo shirt, γαλλ. ] | |
| 41372 | πόλος | πό-λος ουσ. (αρσ.) 1. καθένα από τα δύο σημεία τομής του νοητού άξονα περιστροφής της Γης με την επιφάνειά της: Βόρειος/Νότιος ~. Γεωγραφικός/γήινος ~.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~οι του Ηλίου/του πλανήτη Άρη. 2. (μτφ.) καθένα από τα δύο αντιτιθέμενα μεταξύ τους στοιχεία: ανταγωνιστικός/διακριτός/περιφερειακός ~. ~ αντιπαράθεσης. Ο έτερος ~ διαπραγμάτευσης/του δικομματισμού. Οι δύο ~οι της εξουσίας. Βλ. δίπολο. 3. ΗΛΕΚΤΡ. καθένα από τα δύο σημεία απόδοσης θετικής ή αρνητικής πολικότητας: αρνητικός/θετικός ~ ηλεκτρικής πηγής/μπαταρίας/της τροφοδοσίας (= με αρνητικό/θετικό ηλεκτρικό φορτίο). 4. (μτφ.) κεντρικό στοιχείο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται έντονη δραστηριότητα: δυναμικός/καθοριστικός/οικονομικός/πολιτιστικός/τεχνολογικός ~. ~ ανάπτυξης/καινοτομίας/σταθερότητας. Η χώρα επιθυμεί να είναι ~ συνεργασίας στην περιοχή. 5. ΑΣΤΡΟΝ. κομβικό σημείο σε διάφορα συστήματα συντεταγμένων της αστρονομίας. 6. ΜΑΘ. σημείο που έχει μια ιδιαίτερη θέση, σημασία ή ιδιότητα: ~ σφαίρας. ~ ευθείας ως προς κύκλο. ~οι της συνάρτησης μεταφοράς/του συστήµατος. Βλ. πολικές συντεταγμένες. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητικός πόλος: ΦΥΣ. καθένα από τα δύο άκρα του μαγνητικού πεδίου της Γης ή γενικότ. ενός μαγνήτη: βόρειος/νότιος ~ ~. Οι ~oί ~οι δεν συμπίπτουν με τους γεωγραφικούς.|| Oι ομώνυμοι ~οί ~οι απωθούνται, ενώ οι ετερώνυμοι έλκονται., πόλος έλξης βλ. έλξη [< 1: αρχ. πόλος 2,3,4,5,6: γαλλ. pôle, αγγλ. pole] | |
| 41373 | πόλτεργκαϊστ | πόλ-τερ-γκα-ϊστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πνεύμα το οποίο πιστεύεται ότι στοιχειώνει έναν χώρο, προκαλώντας θορύβους, μετακινήσεις αντικειμένων ή/και βίαια επεισόδια: φαινόμενα ~. Βλ. φάντασμα. [< γερμ. Poltergeist] | |
| 41374 | πολτοποίηση | πολ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πολτοποιώ: ~ φρούτων/χαρτιού. ~ και ανάµειξη υλικών σε μπλέντερ. Συσκευή ~ης. Πβ. άλεση, κονιορτοποίηση.|| (μτφ.) ~ της ιστορίας. Πβ. εκμηδένιση, εξουδετέρωση, συντριβή. Βλ. -ποίηση. | |
| 41375 | πολτοποιητής | πολ-το-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή πολτοποίησης: ~ γυαλιού/πατάτας. Πβ. μπλέντερ. [< αγγλ. masher] | |
| 41376 | πολτοποιώ | [πολτοποιῶ] πολ-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {πολτοποιείς ... | πολτοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. μετατρέπω κάτι σε πολτό: ~ήθηκαν τόνοι πλαστικού για ανακύκλωση. ~ημένα: υλικά.|| Η βαριά μηχανή ~ησε (= έλιωσε, συνέθλιψε, έκανε λιώμα) το χέρι του. Πβ. αλέθω, κονιορτοποιώ. 2. (μτφ.) καταστρέφω ολοσχερώς, συντρίβω: ~ώντας πολιτισμούς/συνειδήσεις. Πβ. εκμηδενίζω, εξουδετερώνω. [< 1: μτγν. πολτοποιῶ] | |
| 41377 | πολτός | πολ-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ασχημάτιστη, μαλακή και πηχτή μάζα που προέρχεται από ειδική επεξεργασία, κυρ. τροφίμων: νωπός/ξηρός ~. ~ ελιάς/ντομάτας (: πελτές, ντοματοπελτές)/πατάτας (: πουρές)/σκόρδου. Πβ. πάστα, χυλός. Βλ. μαρμελάδα. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) άμορφο συνονθύλευμα: κοινωνία-~. Βλ. χαρτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: βασιλικός πολτός: παχύρρευστη υπόλευκη ουσία, με έντονο άρωμα και όξινη γεύση, πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, η οποία εκκρίνεται από τους φαρυγγικούς αδένες των εργατριών μελισσών και προορίζεται για τη διατροφή των προνυμφών, κυρ. αυτών που θα γίνουν βασίλισσες: γύρη, μέλι, κερί, πρόπολη και ~ ~. Βλ. συμπλήρωμα διατροφής. [< γαλλ. gelée royale] [< 1: μτγν. πολτός, αρχ. πόλτος] | |
| 41378 | πολτώδης | , ης, ες πολ-τώ-δης επίθ. {πολτώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με πολτό ως προς τη μορφή, τη σύσταση: ~ης: μάζα/υφή. ~ες: σκεύασμα. Πβ. λασπ-, χυλ-ώδης. [< μτγν. πολτώδης] | |
| 41379 | πολύ | πο-λύ επίρρ. {συγκρ. περισσότερο} 1. σε μεγάλο βαθμό: (με ρήμα) Κουράζομαι/με ενοχλεί/τρώω ~. Λυπήθηκα/χάρηκα ~ που ... Ευχαριστώ ~! Έβρεξε ~ (: έντονα). Μου αρέσει/προσπάθησα πάρα ~.|| (+ επίθ./επίρρ., ως απόλυτος υπερθ.) ~ αυστηρός/ευγενικός/όμορφος/πειθαρχημένος. ~ ήσυχα/σιγά/ωραία. Είναι ~ πιθανό. Πήρε ~ σωστές αποφάσεις. Είμαι ~ καλά. Πάρα ~ φτωχοί. Μιλούσε (πάρα) ~.|| (+ επίθ./επίρρ. ως συγκρ., επιτατ.) Είναι ~ εξυπνότερος/πιο έξυπνος από τα αδέρφια του. Έγινε ~ χειρότερα. ΑΝΤ. λίγο 2. για μεγάλο χρονικό διάστημα: Έχει αργήσει ~. Η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί για/(λόγ.) επί ~ (ακόμα). ● ΦΡ.: δε θέλει πολύ (για) να ... (προφ.): για κάτι που μπορεί να συμβεί εύκολα: ~ ~ γίνει η ζημιά/το κακό., κατά πολύ (απαιτ. λεξιλόγ.): πολύ πιο· σε μεγάλο βαθμό: Eίναι ~ ~ ανώτερος/καλύτερος/μεγαλύτερος/χειρότερος.|| Οι επιδόσεις της βελτιώθηκαν ~ ~., πάει πολύ (προφ.): για κάτι που ξεπερνά τα όρια του ανεκτού: Ε, αυτό ~ ~!, πολύ που ... (ειρων.): καθόλου δεν: ~ ~ ασχολείται/τον ενδιαφέρει/την ένοιαξε/σκοτίστηκε., δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα βλ. έχω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, λίγο πολύ/λίγο ή πολύ/λίγο ως(/έως) πολύ βλ. λίγο, ούτε λίγο ούτε πολύ βλ. λίγο, ποιος λίγο, ποιος πολύ βλ. λίγο, πολύ θα το ήθελα, αλλά ... βλ. θέλω ● βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< αρχ. πολύ] | |
| 41380 | πολυ- & πολύ- | α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. μεγάλου αριθμού, πλήθους: πολύ-γλωσσος (βλ. δί-, τρί-).|| Πολυ-θέαμα (βλ. υπερ-).|| Πολυ-θεϊσμός (ΑΝΤ. μονο-).|| Πολυ-δακτυλία. 2. επίτασης: πολυ-δάπανος. Πολύ-ωρος (ΑΝΤ. ολιγό-).|| (μτφ.) Πολυ-δύναμος/~ζήτητος (πβ. περι-). 3. μετριασμού της σημασίας που εκφράζει το β' συνθετικό: (ρηματικά σύνθ., σε αρνητ. προτάσεις) Δεν μου πολυ-αρέσει/~κάνει/~πάει. Βλ. καλο-, παρα-. 4. πολλαπλών λειτουργιών: πολυ-εργαλείο/~μηχάνημα/~συσκευή/~χάπι. | |
| 41381 | πολυαγαπημένος | , η, ο πο-λυ-α-γα-πη-μέ-νος επίθ.: που είναι ιδιαίτερα αγαπητός: ~ος: ήρωας/συγγραφέας. ~η: πατρίδα/φίλη. ~ο: βιβλίο/συγκρότημα/τραγούδι.|| (ως προσφών. κυρ. σε επιστολές) ~ε μου αδελφέ ... Πβ. ακριβός, λατρευτός. ΣΥΝ. πολυαγάπητος [< μεσν. πολυαγαπώ] | |
| 41382 | πολυαγάπητος | , η, ο πο-λυ-α-γά-πη-τος επίθ. (σπάν.-λόγ.): πολυαγαπημένος. [< μτγν. πολυαγάπητος] | |
| 41383 | πολυάγκιστρο | πο-λυ-ά-γκι-στρο ουσ. (ουδ.): παραγάδι. Βλ. καθετή. [< αρχ. πολυάγκιστρον] | |
| 41384 | πολυαιθυλένιο | πο-λυ-αι-θυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πολυθένιο: ΧΗΜ. πολυμερές αιθυλενίου· ειδικότ. ημιδιαφανές θερμοπλαστικό (σύμβ. (CH2CH2)x,το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως μονωτικό υλικό ή για την κατασκευή βιομηχανικών προϊόντων: τερεφθαλικό ~.|| Μαλακό/σκληρό ~. Δεξαμενές/φιλμ ~ίου. Υψηλής πυκνότητας ~. Σωλήνες από ~. Βλ. μικροσφαιρίδια. [< αγγλ. polyethylene, γαλλ. polyéthylène, 1946] | |
| 41385 | πολυαίμακτος | , η, ο πο-λυ-αί-μα-κτος επίθ. (λόγ.): πολύ αιματηρός: ~ος: αγώνας (ανεξαρτησίας). ~η: επίθεση/μάχη. ΑΝΤ. αναίμακτος [< αρχ. πολυαίματος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ