| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41386 | πολυακόρεστος | , η, ο πο-λυ-α-κό-ρε-στος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολυακόρεστα λίπη & (προφ.) πολυακόρεστα (τα): ΙΑΤΡ.-ΧΗΜ. λιπαρά οξέα που έχουν περισσότερους από έναν διπλούς δεσμούς στην ανθρακική αλυσίδα και συμβάλλουν στην αντιμέτωπιση διάφορων ασθενειών, όπως η υπερλιπιδαιμία και η νόσος του Αλτσχάιμερ. [< αγγλ. polyunsaturated, 1932, γαλλ. polyinsaturé, 1949] | |
| 41387 | πολυαλκοόλες | πο-λυ-αλ-κο-ό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυαλκοόλη}: ΧΗΜ. οργανικές ενώσεις που περιέχουν περισσότερα από ένα υδροξύλια στα μόριά τους και χρησιμοποιούνται κυρ. ως υποκατάστατα της ζάχαρης. Βλ. τριόλη. ΣΥΝ. πολυόλες [< αγγλ. polyalcohol, 1900, γαλλ. polyalcool, 1903] | |
| 41388 | πολυαμίδιο | πο-λυ-α-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & πολυαμίδη (η): ΧΗΜ. πολυμερές που αποτελείται από αμίδια ενωμένα με δεσμούς πεπτιδίων και χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία: καλσόν/σουτιέν από ~. Το νάιλον είναι ~. [< γαλλ. polyamide, 1913, αγγλ. ~, 1929] | |
| 41389 | πολυαναμενόμενος | , η, ο πο-λυ-α-να-με-νό-με-νος επίθ.: που αναμένεται από πολλούς ανθρώπους, συνήθ. με ανυπομονησία: ~ος: γάμος/δίσκος. ~η: ανακοίνωση/απόφαση/έγκριση/έκδοση (αυτοκινήτου)/παράσταση/πρεμιέρα/(τηλεοπτική) σειρά/συναυλία/συνέντευξη/συνεργασία/συσκευή/ταινία. ~ο: (μουσικό) άλμπουμ/μυθιστόρημα/παιχνίδι. | |
| 41390 | πολυανδρία | πο-λυ-αν-δρί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεσμός σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στις γυναίκες να συνάψουν σχέση ή να παντρευτούν με περισσότερους από έναν άνδρες ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια της ζωής τους: το έθιμο/φαινόμενο της ~ας. Βλ. πολυγαμία. ΑΝΤ. πολυγυνία [< μτγν. πολυανδρία 'μεγάλος αριθμός ανθρώπων', γαλλ. polyandrie, αγγλ. polyandry] | |
| 41391 | πολύανθος | , η, ο πο-λύ-αν-θος επίθ. & (σπάν.) πολυανθής, ής, ές: που έχει πολλά άνθη. [< μτγν. πολύανθος, αρχ. πολυανθής] | |
| 41392 | πολυανθρακικός | , ή, ό πο-λυ-αν-θρα-κι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το πολυανθρακικό: ~ό: άλας/πλαστικό/υλικό. ● Ουσ.: πολυανθρακικό (το): θερμοπλαστικό πολυμερές (σύμβ. PC), εύκαμπτο και διάφανο, με υψηλή αντοχή στην κρούση, που χρησιμοποιείται κυρ. ως υποκατάστατο του γυαλιού και του τζαμιού: ~ θερμοκηπίου. ΣΥΝ. πολυκαρβονικό [< αγγλ. polycarbonate, 1930, γαλλ. ~, 1976] | |
| 41393 | πολυάνθρωπος | , η, ο πο-λυ-άν-θρω-πος επίθ.: που κατοικείται από πολλούς ανθρώπους ή αποτελείται από μεγάλο αριθμό ατόμων: ~ος: οικισμός. ~η: πόλη/χώρα. Πβ. πυκνοκατοικημένος.|| ~η: ομάδα. Πβ. πολυπληθής. Βλ. -άνθρωπος. ΑΝΤ. ολιγάνθρωπος [< αρχ. πολυάνθρωπος] | |
| 41394 | πολυαπασχόληση | πο-λυ-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία περισσότερες δραστηριότητες, συνήθ. αγροτικές, συνδυάζονται με στόχο την εξασφάλιση του εισοδήματος, της παραγωγικότητας και την αποφυγή των κινδύνων: ~ και αγορά εργασίας. Βλ. πολυ-θεσία, -σθένεια, υποαπασχόληση. ΣΥΝ. πολυδραστηριότητα | |
| 41395 | πολυαρθρίτιδα | πο-λυ-αρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή που προσβάλλει ταυτόχρονα πολλές αρθρώσεις. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. polyarthrite, αγγλ. polyarthritis] | |
| 41396 | πολυάριθμος | , η, ο πο-λυ-ά-ριθ-μος επίθ.: που αποτελείται από μεγάλο αριθμό μελών ή στοιχείων: ~ος: λαός/στρατός. ~η: αντιπροσωπεία (= πολυπρόσωπη)/κοινότητα/οικογένεια (πβ. πολυμελής)/ομάδα (ανθρώπων). ~ο: ακροατήριο/(εργατικό) δυναμικό. ~α: κείμενα/παραδείγματα. Η καταστροφή των δασών καταστρέφει ~α είδη ζώων και φυτών. Οι αρχαιολογικοί χώροι δέχονται ~ους επισκέπτες κάθε χρόνο. Πβ. αμέτρητος, μύριοι, πολυπληθής. ΑΝΤ. ολιγάριθμος [< μτγν. πολυάριθμος] | |
| 41397 | πολυαρχία | πο-λυ-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. παράλληλη άσκηση εξουσίας από πολλά πρόσωπα, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Βλ. -αρχία. 2. ΠΟΛΙΤ. μορφή πολιτεύματος κατά την οποία η πολιτική εξουσία ασκείται από πολλά φυσικά πρόσωπα· συνεκδ. το κράτος με το αντίστοιχο πολίτευμα και κατ' επέκτ. η ομάδα ή τάξη που το ασκεί, καθώς και η αντίστοιχη χρονική περίοδος άσκησής του. Βλ. δι-, μον-, ολιγ-αρχία. 3. ΦΙΛΟΣ. πλουραλισμός. [< αρχ. πολυαρχία, γαλλ. polyarchie, αγγλ. polyarchy] | |
| 41398 | πολυαρχικός | , ή, ό πο-λυ-αρ-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυαρχία. [< γαλλ. polyarchique, αγγλ. polyarchic] | |
| 41399 | πολυάσχολος | , η, ο πο-λυ-ά-σχο-λος επίθ.: που έχει πολλές ασχολίες, πολυπράγμων: ~ος: επιστήμονας. ~η: νοικοκυρά. ~οι: επαγγελματίες. (ως ουσ.) Οι ~οι.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ζωή/καθημερινότητα/χρονιά. ~ο: πρόγραμμα. Πβ. υπερδραστήριος. ΑΝΤ. αργόσχολος [< μτγν. πολυάσχολος] | |
| 41400 | πολυατομικός | , ή, ό πο-λυ-α-το-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για μόριο) που απαρτίζεται από πολλά άτομα: ~ά: ιόντα. Βλ. μονο-, δι-, τρι-ατομικός. [< γαλλ. polyatomique, αγγλ. polyatomic] | |
| 41401 | πολυβασανισμένος | , η, ο πο-λυ-βα-σα-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει βασανιστεί πολύ: ~ος: λαός/τόπος. ~η: γη/πατρίδα. ~ο: σώμα. Πβ. πολύπαθος, ταλαιπωρημένος, τυραννισμένος. [< μεσν. πολυβασανισμένος] | |
| 41402 | πολυβινύλιο | πο-λυ-βι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. πλαστική ύλη που προκύπτει από πολυμερισμό ενώσεων, οι οποίες έχουν βινύλιο: οξικό ~. Χλωριούχο ~ (= πολυβινυλοχλωρίδιο). [< αγγλ. polyvinyl, 1927, γαλλ. polyvinyle, 1944] | |
| 41403 | πολυβινυλοχλωρίδιο | πο-λυ-βι-νυ-λο-χλω-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & PVC (πρόφ. πι βι σι): ΧΗΜ. θερμοπλαστικό πολυμερές πολλαπλών χρήσεων το οποίο, κατά την καύση του, εκλύει στο περιβάλλον πολύ επικίνδυνες διοξίνες· χλωριούχο πολυβινύλιο: αγωγός/παιχνίδι/φιλμ από ~. [< αγγλ. polyvinyl chloride, 1933] | |
| 41404 | πολυβιταμίνες | πο-λυ-βι-τα-μί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυβιταμίνη}: ΙΑΤΡ. φαρμακευτικό σκεύασμα, συνήθ. σε μορφή χαπιού, που περιλαμβάνει περισσότερες από μία βιταμίνες για ενδυνάμωση του οργανισμού: λήψη/συμπληρώματα ~ών. Κίνδυνοι από την ανεξέλεγκτη κατανάλωση ~ών. Βλ. πρωτεΐνη. [< αγγλ. multivitamin, 1941] | |
| 41405 | πολυβιταμινούχος | , ος, ο [πολυβιταμινοῦχος] πο-λυ-βι-τα-μι-νού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει πολλές βιταμίνες: ~ος: κρέμα (νύχτας). ~ο: σαμπουάν/σιρόπι. ~α: συμπληρώματα (διατροφής). Βλ. -ούχος2. [< αγγλ. multivitamin, 1939] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ