| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41395 | πολυαρθρίτιδα | πο-λυ-αρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή που προσβάλλει ταυτόχρονα πολλές αρθρώσεις. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. polyarthrite, αγγλ. polyarthritis] | |
| 41396 | πολυάριθμος | , η, ο πο-λυ-ά-ριθ-μος επίθ.: που αποτελείται από μεγάλο αριθμό μελών ή στοιχείων: ~ος: λαός/στρατός. ~η: αντιπροσωπεία (= πολυπρόσωπη)/κοινότητα/οικογένεια (πβ. πολυμελής)/ομάδα (ανθρώπων). ~ο: ακροατήριο/(εργατικό) δυναμικό. ~α: κείμενα/παραδείγματα. Η καταστροφή των δασών καταστρέφει ~α είδη ζώων και φυτών. Οι αρχαιολογικοί χώροι δέχονται ~ους επισκέπτες κάθε χρόνο. Πβ. αμέτρητος, μύριοι, πολυπληθής. ΑΝΤ. ολιγάριθμος [< μτγν. πολυάριθμος] | |
| 41397 | πολυαρχία | πο-λυ-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. παράλληλη άσκηση εξουσίας από πολλά πρόσωπα, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση αρμοδιοτήτων. Βλ. -αρχία. 2. ΠΟΛΙΤ. μορφή πολιτεύματος κατά την οποία η πολιτική εξουσία ασκείται από πολλά φυσικά πρόσωπα· συνεκδ. το κράτος με το αντίστοιχο πολίτευμα και κατ' επέκτ. η ομάδα ή τάξη που το ασκεί, καθώς και η αντίστοιχη χρονική περίοδος άσκησής του. Βλ. δι-, μον-, ολιγ-αρχία. 3. ΦΙΛΟΣ. πλουραλισμός. [< αρχ. πολυαρχία, γαλλ. polyarchie, αγγλ. polyarchy] | |
| 41398 | πολυαρχικός | , ή, ό πο-λυ-αρ-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυαρχία. [< γαλλ. polyarchique, αγγλ. polyarchic] | |
| 41399 | πολυάσχολος | , η, ο πο-λυ-ά-σχο-λος επίθ.: που έχει πολλές ασχολίες, πολυπράγμων: ~ος: επιστήμονας. ~η: νοικοκυρά. ~οι: επαγγελματίες. (ως ουσ.) Οι ~οι.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ζωή/καθημερινότητα/χρονιά. ~ο: πρόγραμμα. Πβ. υπερδραστήριος. ΑΝΤ. αργόσχολος [< μτγν. πολυάσχολος] | |
| 41400 | πολυατομικός | , ή, ό πο-λυ-α-το-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για μόριο) που απαρτίζεται από πολλά άτομα: ~ά: ιόντα. Βλ. μονο-, δι-, τρι-ατομικός. [< γαλλ. polyatomique, αγγλ. polyatomic] | |
| 41401 | πολυβασανισμένος | , η, ο πο-λυ-βα-σα-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει βασανιστεί πολύ: ~ος: λαός/τόπος. ~η: γη/πατρίδα. ~ο: σώμα. Πβ. πολύπαθος, ταλαιπωρημένος, τυραννισμένος. [< μεσν. πολυβασανισμένος] | |
| 41402 | πολυβινύλιο | πο-λυ-βι-νύ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. πλαστική ύλη που προκύπτει από πολυμερισμό ενώσεων, οι οποίες έχουν βινύλιο: οξικό ~. Χλωριούχο ~ (= πολυβινυλοχλωρίδιο). [< αγγλ. polyvinyl, 1927, γαλλ. polyvinyle, 1944] | |
| 41403 | πολυβινυλοχλωρίδιο | πο-λυ-βι-νυ-λο-χλω-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & PVC (πρόφ. πι βι σι): ΧΗΜ. θερμοπλαστικό πολυμερές πολλαπλών χρήσεων το οποίο, κατά την καύση του, εκλύει στο περιβάλλον πολύ επικίνδυνες διοξίνες· χλωριούχο πολυβινύλιο: αγωγός/παιχνίδι/φιλμ από ~. [< αγγλ. polyvinyl chloride, 1933] | |
| 41404 | πολυβιταμίνες | πο-λυ-βι-τα-μί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πολυβιταμίνη}: ΙΑΤΡ. φαρμακευτικό σκεύασμα, συνήθ. σε μορφή χαπιού, που περιλαμβάνει περισσότερες από μία βιταμίνες για ενδυνάμωση του οργανισμού: λήψη/συμπληρώματα ~ών. Κίνδυνοι από την ανεξέλεγκτη κατανάλωση ~ών. Βλ. πρωτεΐνη. [< αγγλ. multivitamin, 1941] | |
| 41405 | πολυβιταμινούχος | , ος, ο [πολυβιταμινοῦχος] πο-λυ-βι-τα-μι-νού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει πολλές βιταμίνες: ~ος: κρέμα (νύχτας). ~ο: σαμπουάν/σιρόπι. ~α: συμπληρώματα (διατροφής). Βλ. -ούχος2. [< αγγλ. multivitamin, 1939] | |
| 41406 | πολυβολείο | [πολυβολεῖο] πο-λυ-βο-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ειδικός χώρος στον οποίο εγκαθίστανται πολυβόλα. | |
| 41407 | πολυβολητής | πο-λυ-βο-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης με ειδικότητα στον χειρισμό πολυβόλου: δεκανέας/υπαξιωματικός ~. | |
| 41408 | πολυβολισμός | πο-λυ-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. βολή ή ριπή πολυβόλου: βομβαρδισμός και ~ της πόλης. Βλ. -ισμός. | |
| 41409 | πολυβόλο | πο-λυ-βό-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αυτόματο φορητό όπλο μεγάλης ακρίβειας και εμβέλειας, που εκτελεί πολλές συνεχόμενες βολές: βαρύ ~. Σφαίρες ~ου. Πβ. μυδραλιοβόλο. Βλ. υπο~. 2. (μτφ.-κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης ή ομάδα που πετυχαίνει πολλά γκολ: (ως παραθετικό σύνθ.) επίθεση-~. 3. (μτφ.-για πρόσ.) που μιλά πολύ και γρήγορα: ~ η γλώσσα της (: πάει ροδάνι). ● ΦΡ.: με/σε ρυθμό πολυβόλου: πάρα πολύ γρήγορα, ασταμάτητα: Οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη ~ ~. [< μτγν. επιθ. πολυβόλος, αγγλ. machine gun] | |
| 41410 | πολυβολώ | [πολυβολῶ] πο-λυ-βο-λώ ρ. (μτβ.) {πολυβολ-εί, -ώντας | πολυβόλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} (λόγ.): ρίχνω με πολυβόλο: ~ήθηκαν (στρατιωτικοί) στόχοι. Βλ. -βολώ. | |
| 41411 | πολύβουλος | , η, ο πο-λύ-βου-λος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): που έχει πολλές σκέψεις, ιδέες, πολυμήχανος. Πβ. πολύγνωμος. [< αρχ. πολύβουλος] | |
| 41412 | πολύβουος | , η, ο πο-λύ-βου-ος επίθ.: πολυθόρυβος: ~ος: δρόμος. ~η: αγορά/παραλία/πόλη. ~ο: καφενείο/λιμάνι/μελίσσι/παζάρι. Πβ. θορυβώδης. Βλ. πολυ-πληθής, -σύχναστος. | |
| 41413 | πολυβραβευμένος | , η, ο πο-λυ-βρα-βευ-μέ-νος επίθ.: που έχει κερδίσει πολλά βραβεία: ~ος: δημιουργός/ηθοποιός/καλλιτέχνης/σκηνοθέτης. ~η: ταινία. ~ο: βιβλίο/ντοκιμαντέρ. | |
| 41414 | πολυγαμία | πο-λυ-γα-μί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύναψη ερωτικών σχέσεων με πολλούς συντρόφους,, σε δεδομένο χρονικό διάστημα, ή γάμος με περισσότερα από ένα πρόσωπα ή πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής: απαγόρευση της ~ας. ~ στους άντρες (: πολυγυνία)/στις γυναίκες (: πολυανδρία). Βλ. διγαμία. ΑΝΤ. μονογαμία (1) [< μτγν. πολυγαμία, γαλλ. polygamie, αγγλ. polygamy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ