| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 28917 | -μα1 | : κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδετέρων: νή~/όνο~/σώ~/χρώ~. | |
| 28918 | -μα2 | : επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που παράγονται από ρήματα και δηλώνουν ενέργεια ή κυρ. αποτέλεσμα: κλάδε~ (κλαδεύω)/ψάρε~ (ψαρεύω). Άνοιγ~ (ανοίγω)/πράγ~ (πράττω). Αναμάση~ (αναμασώ)/θεώρη~ (θεωρώ). Άλεσ-μα (αλέθω). Βλ. -εια, -ητό, -ία, -ιά, -ιμο. | |
| 29047 | -μάθεια | : επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση πεδίου ή επιπέδου γνώσεων: αγγλο~/αρχαιο~/γλωσσο~/ελληνο~/νομο~/χρηστο~.|| Ευρυ~/ημι~/πολυ~.|| Φιλο~. | |
| 29055 | -μαθής | , ής, ές {-μαθούς | -μαθείς (ουδ. -μαθή)} (λόγ.) επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων (και ουσιαστικών)∙ αναφέρεται 1. στον γνώστη μιας γλώσσας ή/και της φιλολογίας της, τον ειδήμονα σε έναν τομέα: γλωσσο-μαθής. Eλληνο~/λατινο~. Βλ. -τραφής.|| Αρχαιο~/νομο~.|| Φιλο~. 2. σε άτομο με συγκεκριμένο επίπεδο γνώσεων ή μόρφωσης: α-μαθής/ευρυ~/ημι~/ολιγο~/πολυ~. ΜΑΘΗΣ | |
| 29244 | -μάλλης | , α, ικο {αρσ. -μάλληδες | κ. θηλ. (λαϊκό-λογοτ.) -μαλλούσα, -μαλλού}: επίθημα κτητικών επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνουν συνήθ. το χρώμα των μαλλιών του προσδιοριζόμενου συνήθ. προσώπου: ασπρο-μάλλης/γκριζο~/καστανο~/κοκκινο~/ξανθο~/ψαρο~. Βλ. -μάτης.|| Μακρυ-μάλλης. Σγουρο-μάλλα. | |
| 29278 | -μάνα | β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τον χαρακτηρισμό 1. της μάνας: αγορο~/μικρο~/μωρο~. Καλο~/ψυχο~.|| (για περιοχή ή πόλη) Λεβεντο~ (πβ. -γέννα)/φτωχο~. 2. (σπάν.-μεγεθ.) του πιο μεγάλου μεταξύ ομοειδών: (ΖΩΟΛ.) καβουρο~. | |
| 29279 | -μανά | & -μανάει (λαϊκό-λογοτ.): επίθημα ρημάτων, επιτατικό της ενέργειας που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: λυσσο~/φυσο~. Βλ. -κοπώ. | |
| 29303 | -μανής | , ής, ές {-μανή (λόγ.) -μανούς | -μανείς (ουδ. -μανή)} (λόγ.): επίθημα ουσιαστικών και επιθέτων που αναφέρονται σε άτομο το οποίο χαρακτηρίζεται από υπερβολική αγάπη, πάθος ή συνήθ. εμμονή για αυτό που δηλώνει το α' συνθετικό: γραφο~/εργασιο~/θεατρο~/μουσικο~/τελειο~.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Αρχο~/δικο~/ξενο~ (πβ. -θήρας).|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Μεγαλο~/μυθο~. Ερωτο~ (= νυμφο~, σεξο~)/κλεπτο~/πυρο~/τοξικο~ (= ναρκο~). Πβ. -ληπτος, -πληκτος. | |
| 29306 | -μάνι | {περιληπτ.} (προφ.-μειωτ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει πλήθος προσώπων ή πραγμάτων: ανθρωπο~ (βλ. -θάλασσα)/γυναικο~/κοριτσο~/παιδο~. Πβ. -κοσμος.|| Σκουπιδο~ (πβ. -αριό)/χαρτο~. Πβ. -λόι. | |
| 29309 | -μανία | (αφηρ.): το ουσιαστικό μανία ως β' συνθετικό λέξεων: βιβλιο~ (= -φιλία). Εργασιο~ (βλ. -θεραπεία).|| (συνήθ. αρνητ.) Aρχαιο~ (πβ. -πληξία)/αρχο~/δικο~/εξουσιο~ (πβ. -λαγνεία)/ξενο~/τελειο~ (πβ. -θηρία).|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Μεγαλο~/μυθο~. Eπιδειξιο~/ερωτο~ (πβ. νυμφο~, σεξο~)/κλεπτο~/πυρο~/τοξικο~. | |
| 29380 | -μαντεία | : το ουσιαστικό μαντεία ως β' συνθετικό λέξεων: αριθμο~ (βλ. -λογία)/γεω~/καφε~/νεκρο~ (= νεκυο~)/ονειρο~/πυρο~/χαρτο~/χειρο~. | |
| 29441 | -μάρα | βλ. -αμάρα | |
| 29712 | -μάτης | , α, ικο {αρσ. -μάτηδες}: επίθημα κτητικών επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνουν το χρώμα, το σχήμα ή την έκφραση των ματιών του προσδιοριζόμενου συνήθ. προσώπου: γαλανο~/καστανο~/μαυρο~/πρασινο~ (βλ. -μάλλης). Aβγουλο~/βοϊδο~/γουρλο~/μπιρμπιλο~.|| (μτφ.) Αετο~/ανοιχτο~. | |
| 29812 | -μαχάω | βλ. -μαχώ | |
| 29819 | -μαχία | (λόγ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε συμπλοκή ή αντιπαράθεση και ειδικότ. 1. στους αντιπάλους: (μτφ.) γιγαντο~/τιτανο~. Kοκορο~.|| (σπανιότ. στο αντικείμενο, στον στόχο) Ταυρο~. 2. στον χώρο διεξαγωγής: αερο~/ναυ~/οδο~/πεζο~. 3. στον τρόπο ή το μέσο: αντι~/αψι~/τηλε~.|| Mονο~. Συμ~.|| Αρματο~/λασπο~/ξιφο~/πυγ~. Λογο~. 4. στην αιτία: εικονο~. | |
| 29825 | -μάχος | (λόγ.) επίθημα αρσενικών ουσιαστικών∙ αναφέρεται σε πρόσωπο που αγωνίζεται 1. εναντίον αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (κυρ. ΙΣΤ.) εικονο~/θεο~/χριστιανο~.|| Ταυρο~.|| (ΟΡΝΙΘΟΛ.) Αετο~. 2. για την υπεράσπιση ενός τόπου ή μιας περιοχής: (ΙΣΤ.) μακεδονο~/μαραθωνο~.|| (μτφ.) Ξω-μάχος. 3. με συγκεκριμένο τρόπο ή μέσο: (ο/η) μονο~. Ξιφο~/πυγ~. | |
| 29826 | -μαχος | , η, ο (λόγ.) επίθημα που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. μάχεται ή αντιμετωπίζει τη μάχη με έναν ορισμένο τρόπο ή από συγκεκριμένη θέση: (συνήθ. για πρόσ.) αξιό-μαχος. Φυγό-μαχος.|| (συνήθ. ουσιαστικοπ.) Οι ά-μαχοι/από~οι/παλαί~οι/σύμ~οι/υπέρ~οι.|| (μτφ.) Επί~. 2. είναι ανθεκτικό σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: πυρί~. | |
| 29827 | -μαχώ | & -μαχάω: επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. μάχομαι με συγκεκριμένο μέσο ή τρόπο ή εναντίον αυτού που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: ξιφο~/πυγ~.|| (κατ' επέκτ.) Λογο~.|| Μονο~/συμ~/φυγο~.|| (μτφ.) Σκια~. 2. (μτφ.) προσπαθώ πολύ, παλεύω: αγκο~/ψυχο~. | |
| 30146 | -μελής | , ής, ές {-μελούς | -μελείς (ουδ. -μελή)}: επίθημα που συνδυάζεται συνήθ. με απόλυτα αριθμητικά για τη δήλωση του αριθμού μελών μιας ομάδας: τρι~ (επιτροπή)/εξα~ (οικογένεια). To δεκαπεντα-μελές (συμβούλιο).|| Ολιγο~/πολυ~. | |
| 30210 | -μελο | β΄ συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει 1. το μέλι που προέρχεται από αυτό που σημαίνει το α΄συνθετικό: ανθό~/βαμβακό~/δασό~/ελατό~/θυμαρό~/καστανό~/πευκό~/ρεικό~/χαρουπό~.|| ρακο~. 2. τη μελωδία: αυτό~/ιδιό~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ