| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3244 | αναξιοκρατία | [ἀναξιοκρατία] α-να-ξι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): απουσία, έλλειψη αξιοκρατίας: ~ στις προσλήψεις προσωπικού. ~ και αδιαφάνεια. Φαινόμενα ~ας και πελατειακών σχέσεων. Πβ. ευνοιοκρατία, νεποτ-, φαβοριτ-ισμός. | |
| 3245 | αναξιοκρατικός | , ή, ό [ἀναξιοκρατικός] α-να-ξι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αναξιοκρατία: ~ές: προαγωγές. Διορίστηκε με ~ό τρόπο. ΑΝΤ. αξιοκρατικός ● επίρρ.: αναξιοκρατικά | |
| 3246 | αναξιοπαθής | , ής, ές [ἀναξιοπαθής] α-να-ξι-ο-πα-θής επίθ.: αναξιοπαθών. Βλ. -παθής. | |
| 3247 | αναξιοπαθών | , ούσα, ούν [ἀναξιοπαθῶν] α-να-ξι-ο-πα-θών επίθ. {-ούντος (θηλ. -ούσης), -ούντα | -ούντες (θηλ. -ούσες, ουδ. -ούντα) -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που ταλαιπωρείται, που υποφέρει άδικα· κατ' επέκτ. άπορος, δυστυχής: ~ούντες: πληθυσμοί. ~ούντα: μέλη της κοινωνίας.|| (ως ουσ.) Οικονομικές ενισχύσεις σε ~ούντες. ΣΥΝ. αναξιοπαθής [< μτχ. ενεστ. του ἀναξιοπαθῶ] | |
| 3248 | αναξιοπιστία | [ἀναξιοπιστία] α-να-ξι-ο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αναξιόπιστου: ~ πηγών πληροφόρησης/στατιστικών στοιχείων. Η ακύρωση δρομολογίων δημιούργησε κλίμα ~ας στο επιβατικό κοινό. Πβ. ανυποληψία. ΣΥΝ. αφερεγγυότητα (1) ΑΝΤ. αξιοπιστία [< γερμ. Unzuverlässigkeit] | |
| 3249 | αναξιόπιστος | , η, ο [ἀναξιόπιστος] α-να-ξι-ό-πι-στος επίθ.: που δεν είναι αξιόπιστος: ~η: μαρτυρία/μέθοδος. ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: πηγές/πληροφορίες. ~α: δημοσιεύματα/προϊόντα (= ακατάλληλα). Υποκειμενικές, ανακριβείς και ~ες περιγραφές. Παραπλανητικά και ~α στοιχεία.|| (για πρόσ.) ~ος: μάρτυρας. Πβ. ανυπόληπτος. ΣΥΝ. αφερέγγυος (1) ● επίρρ.: αναξιόπιστα [< μτγν. ἀναξιόπιστος, γερμ. unzuverlässig, αγγλ. unreliable] | |
| 3250 | αναξιοποίητος | , η, ο [ἀναξιοποίητος] α-να-ξι-ο-ποί-η-τος επίθ.: ανεκμετάλλευτος: ~ος: χώρος. ~η: περιοχή. ~ο: (εργατικό) δυναμικό/κεφάλαιο/ταλέντο. ~ες: πηγές εσόδων. ~α: κονδύλια. ΑΝΤ. αξιοποιήσιμος | |
| 3251 | αναξιοπρέπεια | [ἀναξιοπρέπεια] α-να-ξι-ο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.): η συμπεριφορά του αναξιοπρεπούς: Ήταν μεγάλη ~ από μέρους σου να του ζητήσεις χρήματα. ΣΥΝ. μικροπρέπεια, μικρότητα (1) ΑΝΤ. αξιοπρέπεια [< μεσν. αναξιοπρέπεια] | |
| 3252 | αναξιοπρεπής | , ής, ές [ἀναξιοπρεπής] α-να-ξι-ο-πρε-πής επίθ. {αναξιοπρεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που δεν είναι αξιοπρεπής: (για πρόσ.) ~ και δουλοπρεπής.|| ~ής: ενέργεια/στάση/συμπεριφορά. ~είς: συνθήκες εργασίας. Είναι ~ές να ... Πβ. απρεπής, ευτελής, φτηνός. ΣΥΝ. μικροπρεπής ΑΝΤ. ανώτερος άνθρωπος, αξιοπρεπής ● επίρρ.: αναξιοπρεπώς [-ῶς] [< μεσν. αναξιοπρεπής] | |
| 3253 | ανάξιος | , α, ο [ἀνάξιος] α-νά-ξι-ος επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν κρίνεται άξιος για κάτι: ~ος: ηγέτης. ~ για/ως πατέρας/σύζυγος. Αποδείχθηκε/φάνηκε ~ να φέρει σε πέρας την αποστολή που του ανατέθηκε. Στάθηκε ~ του ονόματός του/των περιστάσεων/των προκατόχων του. Πβ. ακατάλληλος, ανεπαρκής, ανίκανος.|| (για δήλωση σεμνότητας και ταπείνωσης από ιερέα, μοναχό ή πιστό) Μην (με) εγκαταλείψεις, Κύριε, τον ~ο δούλο σου (πβ. τιποτένιος)! ΑΝΤ. άξιος 2. (+ γεν.) ασήμαντος, ευτελής: Δημοσιεύματα ~α απάντησης/σχολιασμού. Προβλήματα ~α αναφοράς/προσοχής/συζήτησης. ● επίρρ.: ανάξια & (λόγ.) -ίως ● ΦΡ.: ανάξιος λόγου: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι άνευ σημασίας: μικρά και ~α ~ σφάλματα. Είναι ~ο ~ να συζητάμε κάτι τέτοιο (πβ. αστείος)! Γιατί ασχολούμαστε με πράγματα ~α ~; ΑΝΤ. άξιος λόγου, ανάξιος! ανάξιος! (επιφών.): για δήλωση αποδοκιμασίας η οποία μπορεί να ακουστεί πολύ σπάνια από μεμονωμένα άτομα, συνήθ. κατά τη χειροτονία κληρικού. ΑΝΤ. άξιος! άξιος! [< αρχ. ἀνάξιος, γαλλ. indigne, incapable] | |
| 3254 | αναξιότητα | [ἀναξιότητα] α-να-ξι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανάξιου: ηθική/πολιτική ~. Επέδειξαν πρωτοφανή ~ και ανευθυνότητα στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Πβ. ανεπάρκεια, μηδαμινότητα. ΣΥΝ. ακαταλληλότητα, ανικανότητα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κληρονομική αναξιότητα: ΝΟΜ. αφαίρεση κληρονομικού δικαιώματος λόγω αξιόμεμπτης διαγωγής. [< μτγν. ἀναξιότης] | |
| 3255 | αναξιόχρεος | , η, ο [ἀναξιόχρεος] α-να-ξι-ό-χρε-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. αναξιόπιστος στις οικονομικές του συναλλαγές: ~ος: πιστωτικός οργανισμός. ~η: επιχείρηση. ΑΝΤ. αξιόχρεος [< γαλλ. insolvable] | |
| 3256 | αναπαιστικός | , η, ο [ἀναπαιστικός] α-να-παι-στι-κός επίθ.: ΜΕΤΡ. που σχετίζεται με τον ανάπαιστο: ~ός: ρυθμός/στίχος. ~ό: μέτρο. [< μτγν. ἀναπαιστικός] | |
| 3257 | ανάπαιστος | [ἀνάπαιστος] α-νά-παι-στος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αίστου}: ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται στη νεοελληνική μετρική από δύο άτονες και μία τονισμένη συλλαβή και στην αρχαία ελληνική από δύο βραχείες και μία μακρά συλλαβή· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος στίχος. Βλ. δάκτυλος, ίαμβος, τροχαίος. [< αρχ. ἀνάπαιστος, γαλλ. anapeste, αγγλ. anapest] | |
| 3258 | αναπαλαιώνω | [ἀναπαλαιώνω] α-να-πα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναπαλαίω-σα, -θηκε, -μένος}: επαναφέρω, αποκαθιστώ στην παλιά του μορφή κτίριο, τεχνικό έργο ή αντικείμενο που έχει υποστεί φθορά: ~σαν το μνημείο/τον ναό. Διατηρητέο που ~θηκε και μετατράπηκε σε ξενοδοχείο. ~μένος: οικισμός. ~μένη: κατοικία. ~μένο: νεοκλασικό. Πβ. ανα-καινίζω, -στηλώνω. Βλ. επισκευάζω. | |
| 3259 | αναπαλαίωση | [ἀναπαλαίωση] α-να-πα-λαί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναπαλαιώνω: ~ επίπλων/φωτογραφιών. Εργασίες ~ης αρχοντικού. ~ώσεις-συντηρήσεις κτιρίων. Πβ. ανα-καίνιση, -στήλωση, αποκατάσταση.|| (σπάν.-μτφ.) ~ του συστήματος (βλ. ανανέωση). | |
| 3260 | ανάπαλιν | [ἀνάπαλιν] α-νά-πα-λιν επίρρ. & τανάπαλιν (λόγ.): στη ● ΦΡ.: και τανάπαλιν: και αντίστροφα: Από δεξιά προς τα αριστερά ~ ~. Ο ένας απηύθυνε τον λόγο στον άλλο ~ ~. ΣΥΝ. τούμπαλιν [< αρχ. ἀνάπαλιν] | |
| 3261 | αναπαλλοτρίωτος | , η, ο [ἀναπαλλοτρίωτος] α-να-παλ-λο-τρί-ω-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που δεν έχει ή δεν μπορεί να απαλλοτριωθεί: (ΝΟΜ.) ~η: περιουσία. ~α: κτήματα.|| (ως ουσ.) Το ~ο της ιδιοκτησίας.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ονομαστικός ~ τίτλος (= μετοχή). 2. (μτφ.) αναφαίρετος: ~η: αξία. Η ελευθερία αποτελεί ~ο δικαίωμα του ατόμου. [< μτγν. ἀναπαλλοτρίωτος] | |
| 3262 | αναπαμός | [ἀναπαμός] α-να-πα-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανάπαυση: Δεν βρίσκει/δεν έχει ~ό (: δεν ησυχάζει). Δουλεύει χωρίς ~ό (: ασταμάτητα, χωρίς ανάσα). [< μεσν. αναπαμός] | |
| 3263 | αναπάντεχος | , η, ο [ἀναπάντεχος] α-να-πά-ντε-χος επίθ.: απροσδόκητος, απρόσμενος, ξαφνικός: ~ος: επισκέπτης. ~η: είδηση/επίσκεψη/επιτυχία/πρόσκληση/συμφορά/συνάντηση/χαρά. ~ο: γεγονός/νέο. ~ες: εξελίξεις. Μου συνέβη κάτι εντελώς ~ο. Πβ. αιφνίδιος, απρόοπτος.|| (ως ουσ.) Αυτό ήταν από τα ~α. Εκπλήξεις και ~α. ● επίρρ.: αναπάντεχα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ