| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3237 | αναντίλεκτος | , η, ο [ἀναντίλεκτος] α-να-ντί-λε-κτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αναντίρρητος. ● επίρρ.: αναντίλεκτα & (λόγ.) -έκτως [< μτγν. ἀναντίλεκτος] | |
| 3238 | αναντίρρητος | , η, ο [ἀναντίρρητος] α-να-ντίρ-ρη-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν επιδέχεται αντίρρηση, αμφισβήτηση, βέβαιος: ~η: αλήθεια/απόδειξη (= αδιάσειστη). ~ο: επιχείρημα/τεκμήριο. ΣΥΝ. αδιαφιλονίκητος, αναμφίβολος, αναμφίλεκτος, αναμφισβήτητος, αναντίλεκτος ● επίρρ.: αναντίρρητα: Γεγονός ~ σημαντικό. Πβ. ασυζητητί. [< μτγν. ἀναντίρρητος] | |
| 3239 | αναντιστοιχία | [ἀναντιστοιχία] α-να-ντι-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.): απουσία αντιστοιχίας: ~ εξόδων-εσόδων/λόγων και έργων. ~ ανάμεσα στην τιμή και τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Υπάρχει (μεγάλη) ~ μεταξύ των στοιχείων της υπόθεσης και της κατάθεσης του μάρτυρα. Ο συλλογισμός του βρίσκεται σε ~ με τη λογική. Βλ. ασυμβατότητα. ΣΥΝ. ανακολουθία, ασυμφωνία, ασυνέπεια (1) | |
| 3240 | αναντίστοιχος | , η, ο [ἀναντίστοιχος] α-να-ντί-στοι-χος επίθ. (λόγ.): που παρουσιάζει αναντιστοιχία: Υποδομή ~η με τις προδιαγραφές (: κατώτερη ποιοτικά). Μέσο εισόδημα ~ο προς το κόστος ζωής (: μικρότερο). (+ γεν.) Το τελικό αποτέλεσμα αποδείχτηκε ~ο των προσδοκιών. Πβ. αντιφατικός, ασύμβατος. ΣΥΝ. ανακόλουθος, ασύμφωνος ΑΝΤ. αντίστοιχος | |
| 3241 | άναντρος | , η, ο βλ. άνανδρος | |
| 3242 | άναξ | [ἄναξ] ά-ναξ ουσ. (αρσ.) {άν-ακτος, -ακτα | -ακτες} & (θηλ.) άνασσα (αρχαιοπρ.): βασιλιάς, ανώτατος άρχοντας. Βλ. προφητ~. [< αρχ. ἄναξ] | |
| 3243 | αναξέω | [ἀναξέω] α-να-ξέ-ω ρ. {συνήθ. στο γ΄πρόσ. ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αναμοχλεύω, ανακινώ, ξαναθυμίζω κάτι δυσάρεστο: ~ει πάθη/(παλιές και επώδυνες) πληγές. Πβ. αναρριπίζω, υποδαυλίζω. Βλ. αναζωπυρώνω. [< μτγν. ἀναξέω ‘στιλβώνω εκ νέου, λειαίνω’] | |
| 3244 | αναξιοκρατία | [ἀναξιοκρατία] α-να-ξι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): απουσία, έλλειψη αξιοκρατίας: ~ στις προσλήψεις προσωπικού. ~ και αδιαφάνεια. Φαινόμενα ~ας και πελατειακών σχέσεων. Πβ. ευνοιοκρατία, νεποτ-, φαβοριτ-ισμός. | |
| 3245 | αναξιοκρατικός | , ή, ό [ἀναξιοκρατικός] α-να-ξι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αναξιοκρατία: ~ές: προαγωγές. Διορίστηκε με ~ό τρόπο. ΑΝΤ. αξιοκρατικός ● επίρρ.: αναξιοκρατικά | |
| 3246 | αναξιοπαθής | , ής, ές [ἀναξιοπαθής] α-να-ξι-ο-πα-θής επίθ.: αναξιοπαθών. Βλ. -παθής. | |
| 3247 | αναξιοπαθών | , ούσα, ούν [ἀναξιοπαθῶν] α-να-ξι-ο-πα-θών επίθ. {-ούντος (θηλ. -ούσης), -ούντα | -ούντες (θηλ. -ούσες, ουδ. -ούντα) -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που ταλαιπωρείται, που υποφέρει άδικα· κατ' επέκτ. άπορος, δυστυχής: ~ούντες: πληθυσμοί. ~ούντα: μέλη της κοινωνίας.|| (ως ουσ.) Οικονομικές ενισχύσεις σε ~ούντες. ΣΥΝ. αναξιοπαθής [< μτχ. ενεστ. του ἀναξιοπαθῶ] | |
| 3248 | αναξιοπιστία | [ἀναξιοπιστία] α-να-ξι-ο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αναξιόπιστου: ~ πηγών πληροφόρησης/στατιστικών στοιχείων. Η ακύρωση δρομολογίων δημιούργησε κλίμα ~ας στο επιβατικό κοινό. Πβ. ανυποληψία. ΣΥΝ. αφερεγγυότητα (1) ΑΝΤ. αξιοπιστία [< γερμ. Unzuverlässigkeit] | |
| 3249 | αναξιόπιστος | , η, ο [ἀναξιόπιστος] α-να-ξι-ό-πι-στος επίθ.: που δεν είναι αξιόπιστος: ~η: μαρτυρία/μέθοδος. ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: πηγές/πληροφορίες. ~α: δημοσιεύματα/προϊόντα (= ακατάλληλα). Υποκειμενικές, ανακριβείς και ~ες περιγραφές. Παραπλανητικά και ~α στοιχεία.|| (για πρόσ.) ~ος: μάρτυρας. Πβ. ανυπόληπτος. ΣΥΝ. αφερέγγυος (1) ● επίρρ.: αναξιόπιστα [< μτγν. ἀναξιόπιστος, γερμ. unzuverlässig, αγγλ. unreliable] | |
| 3250 | αναξιοποίητος | , η, ο [ἀναξιοποίητος] α-να-ξι-ο-ποί-η-τος επίθ.: ανεκμετάλλευτος: ~ος: χώρος. ~η: περιοχή. ~ο: (εργατικό) δυναμικό/κεφάλαιο/ταλέντο. ~ες: πηγές εσόδων. ~α: κονδύλια. ΑΝΤ. αξιοποιήσιμος | |
| 3251 | αναξιοπρέπεια | [ἀναξιοπρέπεια] α-να-ξι-ο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.): η συμπεριφορά του αναξιοπρεπούς: Ήταν μεγάλη ~ από μέρους σου να του ζητήσεις χρήματα. ΣΥΝ. μικροπρέπεια, μικρότητα (1) ΑΝΤ. αξιοπρέπεια [< μεσν. αναξιοπρέπεια] | |
| 3252 | αναξιοπρεπής | , ής, ές [ἀναξιοπρεπής] α-να-ξι-ο-πρε-πής επίθ. {αναξιοπρεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που δεν είναι αξιοπρεπής: (για πρόσ.) ~ και δουλοπρεπής.|| ~ής: ενέργεια/στάση/συμπεριφορά. ~είς: συνθήκες εργασίας. Είναι ~ές να ... Πβ. απρεπής, ευτελής, φτηνός. ΣΥΝ. μικροπρεπής ΑΝΤ. ανώτερος άνθρωπος, αξιοπρεπής ● επίρρ.: αναξιοπρεπώς [-ῶς] [< μεσν. αναξιοπρεπής] | |
| 3253 | ανάξιος | , α, ο [ἀνάξιος] α-νά-ξι-ος επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν κρίνεται άξιος για κάτι: ~ος: ηγέτης. ~ για/ως πατέρας/σύζυγος. Αποδείχθηκε/φάνηκε ~ να φέρει σε πέρας την αποστολή που του ανατέθηκε. Στάθηκε ~ του ονόματός του/των περιστάσεων/των προκατόχων του. Πβ. ακατάλληλος, ανεπαρκής, ανίκανος.|| (για δήλωση σεμνότητας και ταπείνωσης από ιερέα, μοναχό ή πιστό) Μην (με) εγκαταλείψεις, Κύριε, τον ~ο δούλο σου (πβ. τιποτένιος)! ΑΝΤ. άξιος 2. (+ γεν.) ασήμαντος, ευτελής: Δημοσιεύματα ~α απάντησης/σχολιασμού. Προβλήματα ~α αναφοράς/προσοχής/συζήτησης. ● επίρρ.: ανάξια & (λόγ.) -ίως ● ΦΡ.: ανάξιος λόγου: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι άνευ σημασίας: μικρά και ~α ~ σφάλματα. Είναι ~ο ~ να συζητάμε κάτι τέτοιο (πβ. αστείος)! Γιατί ασχολούμαστε με πράγματα ~α ~; ΑΝΤ. άξιος λόγου, ανάξιος! ανάξιος! (επιφών.): για δήλωση αποδοκιμασίας η οποία μπορεί να ακουστεί πολύ σπάνια από μεμονωμένα άτομα, συνήθ. κατά τη χειροτονία κληρικού. ΑΝΤ. άξιος! άξιος! [< αρχ. ἀνάξιος, γαλλ. indigne, incapable] | |
| 3254 | αναξιότητα | [ἀναξιότητα] α-να-ξι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανάξιου: ηθική/πολιτική ~. Επέδειξαν πρωτοφανή ~ και ανευθυνότητα στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Πβ. ανεπάρκεια, μηδαμινότητα. ΣΥΝ. ακαταλληλότητα, ανικανότητα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κληρονομική αναξιότητα: ΝΟΜ. αφαίρεση κληρονομικού δικαιώματος λόγω αξιόμεμπτης διαγωγής. [< μτγν. ἀναξιότης] | |
| 3255 | αναξιόχρεος | , η, ο [ἀναξιόχρεος] α-να-ξι-ό-χρε-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. αναξιόπιστος στις οικονομικές του συναλλαγές: ~ος: πιστωτικός οργανισμός. ~η: επιχείρηση. ΑΝΤ. αξιόχρεος [< γαλλ. insolvable] | |
| 3256 | αναπαιστικός | , η, ο [ἀναπαιστικός] α-να-παι-στι-κός επίθ.: ΜΕΤΡ. που σχετίζεται με τον ανάπαιστο: ~ός: ρυθμός/στίχος. ~ό: μέτρο. [< μτγν. ἀναπαιστικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ