| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41406 | πολυβολείο | [πολυβολεῖο] πο-λυ-βο-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ειδικός χώρος στον οποίο εγκαθίστανται πολυβόλα. | |
| 41407 | πολυβολητής | πο-λυ-βο-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης με ειδικότητα στον χειρισμό πολυβόλου: δεκανέας/υπαξιωματικός ~. | |
| 41408 | πολυβολισμός | πο-λυ-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. βολή ή ριπή πολυβόλου: βομβαρδισμός και ~ της πόλης. Βλ. -ισμός. | |
| 41409 | πολυβόλο | πο-λυ-βό-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αυτόματο φορητό όπλο μεγάλης ακρίβειας και εμβέλειας, που εκτελεί πολλές συνεχόμενες βολές: βαρύ ~. Σφαίρες ~ου. Πβ. μυδραλιοβόλο. Βλ. υπο~. 2. (μτφ.-κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης ή ομάδα που πετυχαίνει πολλά γκολ: (ως παραθετικό σύνθ.) επίθεση-~. 3. (μτφ.-για πρόσ.) που μιλά πολύ και γρήγορα: ~ η γλώσσα της (: πάει ροδάνι). ● ΦΡ.: με/σε ρυθμό πολυβόλου: πάρα πολύ γρήγορα, ασταμάτητα: Οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη ~ ~. [< μτγν. επιθ. πολυβόλος, αγγλ. machine gun] | |
| 41410 | πολυβολώ | [πολυβολῶ] πο-λυ-βο-λώ ρ. (μτβ.) {πολυβολ-εί, -ώντας | πολυβόλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί} (λόγ.): ρίχνω με πολυβόλο: ~ήθηκαν (στρατιωτικοί) στόχοι. Βλ. -βολώ. | |
| 41411 | πολύβουλος | , η, ο πο-λύ-βου-λος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): που έχει πολλές σκέψεις, ιδέες, πολυμήχανος. Πβ. πολύγνωμος. [< αρχ. πολύβουλος] | |
| 41412 | πολύβουος | , η, ο πο-λύ-βου-ος επίθ.: πολυθόρυβος: ~ος: δρόμος. ~η: αγορά/παραλία/πόλη. ~ο: καφενείο/λιμάνι/μελίσσι/παζάρι. Πβ. θορυβώδης. Βλ. πολυ-πληθής, -σύχναστος. | |
| 41413 | πολυβραβευμένος | , η, ο πο-λυ-βρα-βευ-μέ-νος επίθ.: που έχει κερδίσει πολλά βραβεία: ~ος: δημιουργός/ηθοποιός/καλλιτέχνης/σκηνοθέτης. ~η: ταινία. ~ο: βιβλίο/ντοκιμαντέρ. | |
| 41414 | πολυγαμία | πο-λυ-γα-μί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύναψη ερωτικών σχέσεων με πολλούς συντρόφους,, σε δεδομένο χρονικό διάστημα, ή γάμος με περισσότερα από ένα πρόσωπα ή πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής: απαγόρευση της ~ας. ~ στους άντρες (: πολυγυνία)/στις γυναίκες (: πολυανδρία). Βλ. διγαμία. ΑΝΤ. μονογαμία (1) [< μτγν. πολυγαμία, γαλλ. polygamie, αγγλ. polygamy] | |
| 41415 | πολυγαμικός | , ή, ό πο-λυ-γα-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυγαμία: ~ός: τύπος. ~ή: κοινωνία/νοοτροπία/σχέση.|| (ΖΩΟΛ.) ~ά: ζώα. ΑΝΤ. μονογαμικός [< γαλλ. polygame, polygamique, αγγλ. polygamic] | |
| 41416 | πολύγαμος | πο-λύ-γα-μος επίθ./ουσ. 1. που κάνει περισσότερους από έναν γάμους, παράλληλα ή διαδοχικά. Βλ. δίγαμος. 2. που έχει ταυτόχρονα περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους. [< 1: μτγν. πολύγαμος] | |
| 41417 | πολυγλωσσία | πο-λυ-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πολύγλωσσου. Κοινωνική ~. Καλλιέργεια και προώθηση της ~ας. Βλ. δι-, μονο-, τρι-γλωσσία. 2. (μτφ.) ποικιλία, πλουραλισμός απόψεων που οδηγεί σε ασυνεννοησία: η ~ της κυβέρνησης. [< 1: μτγν. πολυγλωσσία, αγγλ. multilingualism, polyglossia, γαλλ. multilinguisme] | |
| 41418 | πολυγλωσσικός | , ή, ό πο-λυ-γλωσ-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυγλωσσία: ~ή: έκδοση.|| ~ή: κοινωνία. ~ό: περιβάλλον. || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: επεξεργαστής/θησαυρός/μεταφραστής. ~ή: υποστήριξη (: σε εφαρμογές πολυμέσων). ΣΥΝ. πολύγλωσσος. Βλ. διγλωσσικός. [< αγγλ. polyglossic] | |
| 41419 | πολύγλωσσος | , η, ο πο-λύ-γλωσ-σος επίθ. 1. (για άτομο ή σύνολο ατόμων) που γνωρίζει ή μιλά περισσότερες από δύο γλώσσες: ~ος: ερευνητής. ~η: κοινότητα. ~ο: περιβάλλον (= πολυγλωσσικό)/σχολείο. Πβ. γλωσσομαθής. Βλ. δί-, μονό-, τρί-γλωσσος. 2. (για έντυπο ή ψηφιακό κείμενο) που έχει γραφτεί σε πολλές γλώσσες: ~ος: οδηγός (πόλης). ~η: έκδοση/επιγραφή/ιστοσελίδα. ~α: ενημερωτικά φυλλάδια/λεξικά. [< μτγν. πολύγλωσσος, αγγλ. multilingual, multilinguist, γαλλ. polyglotte, multilingue, 1939, plurilingue, 1956] | |
| 41420 | πολυγνωμία | πο-λυ-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.): (για άτομο ή σύνολο ατόμων) ύπαρξη πολλών και συχνά αντίθετων απόψεων. | |
| 41421 | πολύγνωμος | , η, ο πο-λύ-γνω-μος επίθ.: που διακρίνεται από πολυγνωμία. Πβ. πολύβουλος. [< μτγν. πολύγνωμος 'πολύ συνετός'] | |
| 41422 | πολυγνωσία | πο-λυ-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): η γνώση πολλών πραγμάτων. Πβ. ευρυ-, πολυ-μάθεια. Βλ. -γνωσία. [< μεσν. πολυγνωσία] | |
| 41423 | πολυγονιδιακός | , ή, ό πο-λυ-γο-νι-δι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λειτουργία, τη μορφή ή τις αλληλεπιδράσεις ομάδας γονιδίων: ~ή: νόσος. [< αγγλ. polygenic, 1926, multigenic, 1933, γαλλ. polygénique, 1965, multigénique, 1984] | |
| 41424 | πολύγονο | πο-λύ-γο-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πολυετής πόα (γένος Polygonum) με κόκκινα, ροζ ή λευκά άνθη που φυτρώνει κυρ. στις εύκρατες περιοχές και έχει θεραπευτικές ιδιότητες ή καλλιεργείται ως καλλωπιστικό φυτό. [< μτγν. πολύγονον, πολυγόνατον, αγγλ. polygonum] | |
| 41425 | πολυγραμματισμός | πο-λυ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ανάπτυξη ικανοτήτων και δεξιοτήτων απαραίτητων για την κατανόηση κειμένων που συνδυάζουν διαφορετικά σημειωτικά μέσα για την παραγωγή νοήματος και λόγου σε πολυμορφικά και πολυπολιτισμικά κοινωνικά περιβάλλοντα. Βλ. -ισμός, πολυτροπικότητα. [< αγγλ. multiliteracy] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ