| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41415 | πολυγαμικός | , ή, ό πο-λυ-γα-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυγαμία: ~ός: τύπος. ~ή: κοινωνία/νοοτροπία/σχέση.|| (ΖΩΟΛ.) ~ά: ζώα. ΑΝΤ. μονογαμικός [< γαλλ. polygame, polygamique, αγγλ. polygamic] | |
| 41416 | πολύγαμος | πο-λύ-γα-μος επίθ./ουσ. 1. που κάνει περισσότερους από έναν γάμους, παράλληλα ή διαδοχικά. Βλ. δίγαμος. 2. που έχει ταυτόχρονα περισσότερους από έναν ερωτικούς συντρόφους. [< 1: μτγν. πολύγαμος] | |
| 41417 | πολυγλωσσία | πο-λυ-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πολύγλωσσου. Κοινωνική ~. Καλλιέργεια και προώθηση της ~ας. Βλ. δι-, μονο-, τρι-γλωσσία. 2. (μτφ.) ποικιλία, πλουραλισμός απόψεων που οδηγεί σε ασυνεννοησία: η ~ της κυβέρνησης. [< 1: μτγν. πολυγλωσσία, αγγλ. multilingualism, polyglossia, γαλλ. multilinguisme] | |
| 41418 | πολυγλωσσικός | , ή, ό πο-λυ-γλωσ-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πολυγλωσσία: ~ή: έκδοση.|| ~ή: κοινωνία. ~ό: περιβάλλον. || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: επεξεργαστής/θησαυρός/μεταφραστής. ~ή: υποστήριξη (: σε εφαρμογές πολυμέσων). ΣΥΝ. πολύγλωσσος. Βλ. διγλωσσικός. [< αγγλ. polyglossic] | |
| 41419 | πολύγλωσσος | , η, ο πο-λύ-γλωσ-σος επίθ. 1. (για άτομο ή σύνολο ατόμων) που γνωρίζει ή μιλά περισσότερες από δύο γλώσσες: ~ος: ερευνητής. ~η: κοινότητα. ~ο: περιβάλλον (= πολυγλωσσικό)/σχολείο. Πβ. γλωσσομαθής. Βλ. δί-, μονό-, τρί-γλωσσος. 2. (για έντυπο ή ψηφιακό κείμενο) που έχει γραφτεί σε πολλές γλώσσες: ~ος: οδηγός (πόλης). ~η: έκδοση/επιγραφή/ιστοσελίδα. ~α: ενημερωτικά φυλλάδια/λεξικά. [< μτγν. πολύγλωσσος, αγγλ. multilingual, multilinguist, γαλλ. polyglotte, multilingue, 1939, plurilingue, 1956] | |
| 41420 | πολυγνωμία | πο-λυ-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.): (για άτομο ή σύνολο ατόμων) ύπαρξη πολλών και συχνά αντίθετων απόψεων. | |
| 41421 | πολύγνωμος | , η, ο πο-λύ-γνω-μος επίθ.: που διακρίνεται από πολυγνωμία. Πβ. πολύβουλος. [< μτγν. πολύγνωμος 'πολύ συνετός'] | |
| 41422 | πολυγνωσία | πο-λυ-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): η γνώση πολλών πραγμάτων. Πβ. ευρυ-, πολυ-μάθεια. Βλ. -γνωσία. [< μεσν. πολυγνωσία] | |
| 41423 | πολυγονιδιακός | , ή, ό πο-λυ-γο-νι-δι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη λειτουργία, τη μορφή ή τις αλληλεπιδράσεις ομάδας γονιδίων: ~ή: νόσος. [< αγγλ. polygenic, 1926, multigenic, 1933, γαλλ. polygénique, 1965, multigénique, 1984] | |
| 41424 | πολύγονο | πο-λύ-γο-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. πολυετής πόα (γένος Polygonum) με κόκκινα, ροζ ή λευκά άνθη που φυτρώνει κυρ. στις εύκρατες περιοχές και έχει θεραπευτικές ιδιότητες ή καλλιεργείται ως καλλωπιστικό φυτό. [< μτγν. πολύγονον, πολυγόνατον, αγγλ. polygonum] | |
| 41425 | πολυγραμματισμός | πο-λυ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ανάπτυξη ικανοτήτων και δεξιοτήτων απαραίτητων για την κατανόηση κειμένων που συνδυάζουν διαφορετικά σημειωτικά μέσα για την παραγωγή νοήματος και λόγου σε πολυμορφικά και πολυπολιτισμικά κοινωνικά περιβάλλοντα. Βλ. -ισμός, πολυτροπικότητα. [< αγγλ. multiliteracy] | |
| 41426 | πολυγράφηση | πο-λυ-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πολυγραφώ. Βλ. -γράφηση. | |
| 41427 | πολυγραφία | πο-λυ-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συγγραφή πολλών γραπτών έργων. Βλ. -γραφία. [< μτγν. πολυγραφία, γαλλ. polygraphie, αγγλ. polygraphy] | |
| 41428 | πολυγραφικός | , ή, ό πο-λυ-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον πολύγραφο: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: χαρτί. ~ά: υλικά. [< γερμ. polygraphisch, γαλλ. polygraphique, αγγλ. polygraphic] | |
| 41429 | πολυγράφος | πο-λυ-γρά-φος επίθ. {κυρ. στον υπερθ. πολυγραφ-ότατος} (λόγ.): που έχει γράψει πολλά κείμενα: ~ος: συγγραφέας. ~ότατος: μελετητής/ποιητής. [< μτγν. πολυγράφος, γαλλ. polygraphe] | |
| 41430 | πολύγραφος | πο-λύ-γρα-φος ουσ. (αρσ.) {πολυγράφ-ου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. (παλαιότ.) μηχανήμα δημιουργίας αντιγράφων με τη χρησιμοποίηση ειδικής μεμβράνης. Βλ. φωτοτυπικό. 2. ανιχνευτής ψεύδους. [< 1: γερμ. Polygraph, αγγλ. polygraph] | |
| 41431 | πολυγραφώ | [πολυγραφῶ] πο-λυ-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {-εί ...} (παλαιότ.): αναπαράγω έντυπο στον πολύγραφο: ~ημένο: κείμενο. [< πβ. μτγν. πολυγραφῶ 'γράφω πολλά'] | |
| 41432 | πολυγυνία | πο-λυ-γυ-νί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεσμός σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στους άνδρες να συνάψουν σχέση ή να παντρευτούν με περισσότερες από μία γυναίκες ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια της ζωής τους: έθιμο/φαινόμενο της ~ας. Βλ. πολυγαμία. ΑΝΤ. πολυανδρία [< γαλλ. polygynie, αγγλ. polygyny] | |
| 41433 | Πολυγυρινός, Πολυγυρινή | Πο-λυ-γυ-ρι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τον Πολύγυρο. | |
| 41434 | πολυγωνικός | , ή, ό πο-λυ-γω-νι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜ. που έχει σχήμα πολυγώνου: ~ή: γραμμή (= τεθλασμένη)/κάτοψη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: μοντέλο (: μορφή ηλεκτρονικής αναπαράστασης αντικειμένων). 2. πολύγωνος: ~ός: πύργος. ~ό: τείχος. [< γαλλ.-αγγλ. polygonal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ