| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41435 | πολύγωνο | πο-λύ-γω-νο ουσ. (ουδ.) {πολυγών-ου | -ων}: ΓΕΩΜ. ευθύγραμμο, κλειστό και συνήθ. επίπεδο γεωμετρικό σχήμα το οποίο έχει περισσότερες από τέσσερις πλευρές: κυρτό ~. Βλ. ορθογώνιο, τεθλασμένη, τρίγωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικό πολύγωνο βλ. κανονικός [< αρχ. πολύγωνον, αγγλ. polygon, γαλλ. polygone] | |
| 41436 | πολύγωνος | , η, ο πο-λύ-γω-νος επίθ.: που έχει πολλές, δηλ. περισσότερες από τέσσερις, γωνίες. ΣΥΝ. πολυγωνικός (2) [< αρχ. πολύγωνος] | |
| 41437 | πολυδαίδαλος | , η, ο πο-λυ-δαί-δα-λος επίθ.: λαβυρινθώδης, δαιδαλώδης: ~η: διαδρομή.|| (μτφ.) ~η: διαδικασία/νομοθεσία. ~ο: δίκτυο. Πβ. πολύπλοκος, πολυσύνθετος. [< αρχ. πολυδαίδαλος] | |
| 41438 | πολυδακτυλία | πο-λυ-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. γενετική ανωμαλία που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη επιπλέον δαχτύλων στα χέρια ή/και τα πόδια. Βλ. συνδακτυλία. [< γαλλ. polydactylie, αγγλ. polydactylism, polydactyly] | |
| 41439 | πολυδάκτυλος | , η, ο πο-λυ-δά-κτυ-λος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που πάσχει από πολυδακτυλία. Βλ. -δάκτυλος. [< αρχ. πολυδάκτυλος 'που έχει πολλά δάκτυλα', γαλλ. polydactyle, αγγλ. polydactyl] | |
| 41440 | πολυδάπανος | , η, ο πο-λυ-δά-πα-νος επίθ. (λόγ.): ακριβός, πολυέξοδος: ~η: (διαφημιστική) εκστρατεία/συντήρηση. ~ο: έργο/πρόγραμμα. ~ες: αγορές/έρευνες/παραγωγές. Πβ. πολυτελής. ΣΥΝ. αδηφάγος (3), δαπανηρός ΑΝΤ. ολιγοδάπανος [< αρχ. πολυδάπανος] | |
| 41441 | πολυδιαβασμένος | , η, ο πο-λυ-δια-βα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει διαβαστεί από πολλούς αναγνώστες: ~ος: συγγραφέας. ~ο: βιβλίο/κείμενο/μυθιστόρημα. Έργα ~α και πολυσυζητημένα. 2. (για πρόσ.) που έχει διαβάσει πολλά βιβλία: Είναι ~η και πολυταξιδεμένη. (κ. ως ουσ.) Οι σοφοί και οι ~οι. Πβ. βιβλιοφάγος, καλλιεργημένος, μορφωμένος. | |
| 41442 | πολυδιακόπτης | πο-λυ-δι-α-κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. διακόπτης που επιτρέπει τη σύνδεση πολλών χρηστών σε ένα δορυφορικό πιάτο. [< αγγλ. multiswitch] | |
| 41443 | πολυδιάσπαση | πο-λυ-δι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.): κατακερματισμός: κοινωνική/πολιτική ~. ~ των υπηρεσιών/των φορέων. ΣΥΝ. πολυκερματισμός | |
| 41444 | πολυδιασπάται | [πολυδιασπᾶται] πο-λυ-δι-α-σπά-ται ρ. {πολυδιασπά-στηκε, -σμένος}: διασπάται σε πολλά μέρη, κατακερματίζεται: Ο βαλκανικός χώρος ~στηκε σε μικρότερα κράτη. | |
| 41445 | πολυδιάστατος | , η, ο πο-λυ-δι-ά-στα-τος επίθ.: που διαθέτει πολλές όψεις ή μπορεί να εξεταστεί από πολλές οπτικές γωνίες: ~ος: δημιουργός/ρόλος/χαρακτήρας. ~η: (εξωτερική) πολιτική/πραγματικότητα/προσωπικότητα. ~ο: έργο (πβ. πολυσχιδής)/ζήτημα/πρόβλημα/φαινόμενο. Πβ. πολυεπίπεδος, πολύ-πλευρος, -πτυχος, πολυ-πολικός, -σύνθετος, -φασματικός. Βλ. μονο-, δισ-, τρισ-διάστατος. ● επίρρ.: πολυδιάστατα [< αγγλ. multi-dimensional, γαλλ. multidimensionnel, 1937] | |
| 41446 | πολυδιαφημισμένος | , η, ο πο-λυ-δια-φη-μι-σμέ-νος επίθ.: που έχει διαφημιστεί πολύ: ~η: ταινία. ~ο: βιβλίο/μέτρο/προϊόν. ~α: νησιά. | |
| 41447 | πολυδιψία | πο-λυ-δι-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική δίψα, η οποία εμφανίζεται κυρ. σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Βλ. πολυ-ουρία, -φαγία. [< γαλλ. polydipsie, αγγλ. polydipsia] | |
| 41448 | πολυδονητής | πο-λυ-δο-νη-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή ή κύκλωμα με δύο τρανζίστορ και δυνατότητα μεταπήδησης από το ένα στο άλλο, σε περίπτωση διαδοχικής διέγερσης: ασταθής/μονοσταθής ~. [< αγγλ. multivibrator, 1919] | |
| 41449 | πολυδουλεμένος | , η, ο πο-λυ-δου-λε-μέ-νος επίθ.: που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ ή έχει γίνει αντικείμενο επεξεργασίας σε μεγάλο βαθμό: ~η: μηχανή.|| ~α: έργα. Βλ. καλοδουλεμένος. | |
| 41450 | πολυδραστηριότητα | πο-λυ-δρα-στη-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. πολυαπασχόληση. | |
| 41451 | πολυδυμία | πο-λυ-δυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. -ΚΤΗΝ. πολύδυμη κύηση: φυλές προβάτων με υψηλή ~. 2. ΚΡΥΣΤ. σύμφυση πολλών κρυστάλλων του ίδιου ορυκτού, ώστε να παρουσιάζουν συμμετρία. Βλ. διδυμία. | |
| 41452 | πολύδυμος | , ος/η, ο πο-λύ-δυ-μος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολύδυμη κύηση: ΙΑΤΡ. κυοφορία περισσοτέρων του ενός εμβρύων. Βλ. -δυμος. ΣΥΝ. πολυδυμία (1) | |
| 41453 | πολυδυναμία | πο-λυ-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυδύναμου. | |
| 41454 | πολυδύναμος | , η, ο πο-λυ-δύ-να-μος επίθ. 1. που έχει πολλές δυνατότητες ή δυνάμεις: ~ος: δάσκαλος/πολιτιστικός χώρος. ~η: μονάδα/ομάδα (ειδικών). ~ο: ιατρείο (= πολυϊατρείο)/(αθλητικό) κέντρο. Πβ. πολυλειτουργικός, πολυσθενής. Βλ. αδύναμος. 2. ΦΑΡΜΑΚ. (για εμβόλιο ή ορό) που είναι αποτελεσματικό(ς) στην καταπολέμηση πολλών παθογόνων παραγόντων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα (παλαιότ.): αρμόδιο για πολλούς δήμους. [< 1: μτγν. πολυδύναμος, γαλλ. polyvalent, 1902 2: αγγλ. polyvalent, 1904] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ