Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42000-42020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41426πολυγράφησηπο-λυ-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πολυγραφώ. Βλ. -γράφηση.
41427πολυγραφίαπο-λυ-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συγγραφή πολλών γραπτών έργων. Βλ. -γραφία. [< μτγν. πολυγραφία, γαλλ. polygraphie, αγγλ. polygraphy]
41428πολυγραφικός, ή, ό πο-λυ-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον πολύγραφο: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: χαρτί. ~ά: υλικά. [< γερμ. polygraphisch, γαλλ. polygraphique, αγγλ. polygraphic]
41429πολυγράφοςπο-λυ-γρά-φος επίθ. {κυρ. στον υπερθ. πολυγραφ-ότατος} (λόγ.): που έχει γράψει πολλά κείμενα: ~ος: συγγραφέας. ~ότατος: μελετητής/ποιητής. [< μτγν. πολυγράφος, γαλλ. polygraphe]
41430πολύγραφοςπο-λύ-γρα-φος ουσ. (αρσ.) {πολυγράφ-ου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. (παλαιότ.) μηχανήμα δημιουργίας αντιγράφων με τη χρησιμοποίηση ειδικής μεμβράνης. Βλ. φωτοτυπικό. 2. ανιχνευτής ψεύδους. [< 1: γερμ. Polygraph, αγγλ. polygraph]
41431πολυγραφώ[πολυγραφῶ] πο-λυ-γρα-φώ ρ. (αμτβ.) {-εί ...} (παλαιότ.): αναπαράγω έντυπο στον πολύγραφο: ~ημένο: κείμενο. [< πβ. μτγν. πολυγραφῶ 'γράφω πολλά']
41432πολυγυνίαπο-λυ-γυ-νί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεσμός σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται στους άνδρες να συνάψουν σχέση ή να παντρευτούν με περισσότερες από μία γυναίκες ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια της ζωής τους: έθιμο/φαινόμενο της ~ας. Βλ. πολυγαμία. ΑΝΤ. πολυανδρία [< γαλλ. polygynie, αγγλ. polygyny]
41433Πολυγυρινός, ΠολυγυρινήΠο-λυ-γυ-ρι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τον Πολύγυρο.
41434πολυγωνικός, ή, ό πο-λυ-γω-νι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜ. που έχει σχήμα πολυγώνου: ~ή: γραμμή (= τεθλασμένη)/κάτοψη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: μοντέλο (: μορφή ηλεκτρονικής αναπαράστασης αντικειμένων). 2. πολύγωνος: ~ός: πύργος. ~ό: τείχος. [< γαλλ.-αγγλ. polygonal]
41435πολύγωνοπο-λύ-γω-νο ουσ. (ουδ.) {πολυγών-ου | -ων}: ΓΕΩΜ. ευθύγραμμο, κλειστό και συνήθ. επίπεδο γεωμετρικό σχήμα το οποίο έχει περισσότερες από τέσσερις πλευρές: κυρτό ~. Βλ. ορθογώνιο, τεθλασμένη, τρίγωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικό πολύγωνο βλ. κανονικός [< αρχ. πολύγωνον, αγγλ. polygon, γαλλ. polygone]
41436πολύγωνος, η, ο πο-λύ-γω-νος επίθ.: που έχει πολλές, δηλ. περισσότερες από τέσσερις, γωνίες. ΣΥΝ. πολυγωνικός (2) [< αρχ. πολύγωνος]
41437πολυδαίδαλος, η, ο πο-λυ-δαί-δα-λος επίθ.: λαβυρινθώδης, δαιδαλώδης: ~η: διαδρομή.|| (μτφ.) ~η: διαδικασία/νομοθεσία. ~ο: δίκτυο. Πβ. πολύπλοκος, πολυσύνθετος. [< αρχ. πολυδαίδαλος]
41438πολυδακτυλίαπο-λυ-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. γενετική ανωμαλία που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη επιπλέον δαχτύλων στα χέρια ή/και τα πόδια. Βλ. συνδακτυλία. [< γαλλ. polydactylie, αγγλ. polydactylism, polydactyly]
41439πολυδάκτυλος, η, ο πο-λυ-δά-κτυ-λος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που πάσχει από πολυδακτυλία. Βλ. -δάκτυλος. [< αρχ. πολυδάκτυλος 'που έχει πολλά δάκτυλα', γαλλ. polydactyle, αγγλ. polydactyl]
41440πολυδάπανος, η, ο πο-λυ-δά-πα-νος επίθ. (λόγ.): ακριβός, πολυέξοδος: ~η: (διαφημιστική) εκστρατεία/συντήρηση. ~ο: έργο/πρόγραμμα. ~ες: αγορές/έρευνες/παραγωγές. Πβ. πολυτελής. ΣΥΝ. αδηφάγος (3), δαπανηρός ΑΝΤ. ολιγοδάπανος [< αρχ. πολυδάπανος]
41441πολυδιαβασμένος, η, ο πο-λυ-δια-βα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει διαβαστεί από πολλούς αναγνώστες: ~ος: συγγραφέας. ~ο: βιβλίο/κείμενο/μυθιστόρημα. Έργα ~α και πολυσυζητημένα. 2. (για πρόσ.) που έχει διαβάσει πολλά βιβλία: Είναι ~η και πολυταξιδεμένη. (κ. ως ουσ.) Οι σοφοί και οι ~οι. Πβ. βιβλιοφάγος, καλλιεργημένος, μορφωμένος.
41442πολυδιακόπτηςπο-λυ-δι-α-κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. διακόπτης που επιτρέπει τη σύνδεση πολλών χρηστών σε ένα δορυφορικό πιάτο. [< αγγλ. multiswitch]
41443πολυδιάσπασηπο-λυ-δι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.): κατακερματισμός: κοινωνική/πολιτική ~. ~ των υπηρεσιών/των φορέων. ΣΥΝ. πολυκερματισμός
41444πολυδιασπάται[πολυδιασπᾶται] πο-λυ-δι-α-σπά-ται ρ. {πολυδιασπά-στηκε, -σμένος}: διασπάται σε πολλά μέρη, κατακερματίζεται: Ο βαλκανικός χώρος ~στηκε σε μικρότερα κράτη.
41445πολυδιάστατος, η, ο πο-λυ-δι-ά-στα-τος επίθ.: που διαθέτει πολλές όψεις ή μπορεί να εξεταστεί από πολλές οπτικές γωνίες: ~ος: δημιουργός/ρόλος/χαρακτήρας. ~η: (εξωτερική) πολιτική/πραγματικότητα/προσωπικότητα. ~ο: έργο (πβ. πολυσχιδής)/ζήτημα/πρόβλημα/φαινόμενο. Πβ. πολυεπίπεδος, πολύ-πλευρος, -πτυχος, πολυ-πολικός, -σύνθετος, -φασματικός. Βλ. μονο-, δισ-, τρισ-διάστατος. ● επίρρ.: πολυδιάστατα [< αγγλ. multi-dimensional, γαλλ. multidimensionnel, 1937]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.