| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 41455 | πολυεδρικός | , ή, ό πο-λυ-ε-δρι-κός επίθ. 1. που έχει σχήμα πολύεδρου: ~ό: διαμάντι/κάτοπτρο. 2. (σπάν.-μτφ.) πολύπλευρος, πολυσύνθετος: ~ή: προσωπικότητα. ΣΥΝ. πολύεδρος (2) 3. ΠΟΛΙΤ. (για εκλογική περιφέρεια) που έχει περισσότερες από μία βουλευτικές έδρες. Βλ. -εδρικός. [< γαλλ. polyédrique, αγγλ. polyhedric] | |
| 41456 | πολυεδρικότητα | πο-λυ-ε-δρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυεδρικού. Βλ. -ότητα. | |
| 41457 | πολύεδρος | , η, ο πο-λύ-ε-δρος επίθ. 1. που έχει πολλές, δηλ. περισσότερες από τέσσερις, έδρες: ~η: γωνία. Βλ. -εδρος. 2. (σπάν.-μτφ.) πολύπλευρος. ΣΥΝ. πολυεδρικός (2) ● Ουσ.: πολύεδρο (το): ΓΕΩΜ. στερεό σώμα που έχει περισσότερες από τέσσερις επίπεδες επιφάνειες, δηλ. έδρες. Βλ. κύβος. [< γαλλ. polyèdre, αγγλ. polyhedron] ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικό πολύεδρο βλ. κανονικός [< μτγν. πολύεδρος 'που έχει πολλά καθίσματα' 1: γαλλ. polyèdre, αγγλ. polyhedral] | |
| 41458 | πολυεθνικός | πο-λυ-ε-θνι-κός επίθ. 1. που περιλαμβάνει πολλά έθνη ή αναφέρεται σε αυτά: ~ός: οργανισμός/χαρακτήρας (ενός κράτους). ~ή: δράση/(ειρηνευτική/στρατιωτική) δύναμη/κοινωνία. ~ό: φεστιβάλ. Πβ. διεθνής. 2. που λειτουργεί ή δραστηριοποιείται σε πολλά κράτη: ~ός: κολοσσός/όμιλος. ~ή: αλυσίδα (καταστημάτων). ~ό: δίκτυο/εμπόριο/κεφάλαιο/μονοπώλιο. ~ά: συμφέροντα. ● Ουσ.: πολυεθνική (η): ΟΙΚΟΝ. (ενν. εταιρεία) οικονομική μονάδα που έχει παραρτήματα σε πολλές χώρες και δραστηριοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα. Βλ. βιομηχανία, επιχείρηση. [< γαλλ. une multinationale, 1972] [< αγγλ. multinational, 1926, γαλλ. ~, 1928] | |
| 41459 | πολυεθνικότητα | πο-λυ-ε-θνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυεθνικού. | |
| 41460 | πολυεθνοτικός | , ή, ό πο-λυ-ε-θνο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε ή σχετίζεται με πολλές εθνότητες: ~ές: κοινωνίες. ~ά: κράτη. Πβ. πολυφυλετικός. [< γαλλ. pluriethnique, 1968, multiethnique, 1977] | |
| 41461 | πολυεκατομμυριούχος | [πολυεκατομμυριοῦχος] πο-λυ-ε-κα-τομ-μυ-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): που έχει πολύ μεγάλη περιουσία, πάμπλουτος: ~ος: επενδυτής/επιχειρηματίας. Πβ. κροίσος, μεγιστάνας. [< γαλλ. multimillionnaire, 1898] | |
| 41462 | πολυέλαιος | πο-λυ-έ-λαι-ος ουσ. (αρσ.) {πολυελαί-ου}: μεγάλο πολύφωτο κρεμασμένο συνήθ. στην οροφή σαλονιών, μεγάλων αιθουσών ή ναών: κρυστάλλινος ~. Κεντρικός/τεράστιος ~. ● ΦΡ.: σιγά τον πολυέλαιο: (ειρων.) για κάποιον ή κάτι χωρίς σημασία ή ενδιαφέρον, ανάξιο λόγου: Μη στενοχωριέσαι που έχασες, ~ ~! ΣΥΝ. σιγά τ' αβγά, σιγά/σπουδαία τα λάχανα! [< μεσν. πολυέλαιος] | |
| 41463 | πολυέλεος | , η, ο πο-λυ-έ-λε-ος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (προσωνυμία του Θεού) γεμάτος έλεος, πολυεύσπλαχνος. ΑΝΤ. ανελέητος ● Ουσ.: πολυέλεος (ο): εκκλησιαστικός ύμνος που περιλαμβάνει τους ψαλμούς 134 και 135, με αναφορά στο έλεος του Θεού. [< μτγν. πολυέλεος] | |
| 41464 | πολυέξοδος | , η, ο πο-λυ-έ-ξο-δος επίθ. 1. που απαιτεί πολλά έξοδα, μεγάλο κόστος: ~η: διαφημιστική καμπάνια. ~ο: ταξίδι. Πβ. πολυτελής. ΣΥΝ. δαπανηρός, πολυδάπανος ΑΝΤ. ανέξοδος (1), οικονομικός (2) 2. (για πρόσ.) που δεν κάνει οικονομία, που σπαταλά χρήματα άσκοπα. ΣΥΝ. σπάταλος (1) ΑΝΤ. οικονόμος (1) [< μτγν. πολυέξοδος] | |
| 41465 | πολυεπίπεδος | , η, ο πο-λυ-ε-πί-πε-δος επίθ.: που αποτελείται από πολλά επίπεδα, πολλές πλευρές: (μτφ.) ~η: ερμηνεία/προσωπικότητα/συνεργασία. ~ο: έργο/μοντέλο/σύστημα. Πβ. πολυδιάστατος, πολύπλευρος. ΑΝΤ. μονόπλευρος ● επίρρ.: πολυεπίπεδα [< αγγλ. multilevel, 1905] | |
| 41466 | πολυεπιστημονικός | , ή, ό πο-λυ-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ.: που αφορά περισσότερα από δύο επιστημονικά πεδία: ~ή: έρευνα/θεώρηση/προσέγγιση. ~ό: ερευνητικό κέντρο/συνέδριο. Βλ. διεπιστημονικός. ● επίρρ.: πολυεπιστημονικά [< αγγλ. multidisciplinary, 1944, γαλλ. multidisciplinaire, περ. 1960, pluridisciplinaire, 1966] | |
| 41467 | πολυεπιστημονικότητα | πο-λυ-ε-πι-στη-μο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυεπιστημονικού. Βλ. διεπιστημονικότητα. [< αγγλ. multidisciplinarity, γαλλ. pluridisciplinarité, 1969] | |
| 41468 | πολυεργαλείο | [πολυεργαλεῖο] πο-λυ-ερ-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο που περιλαμβάνει σε μια μονάδα περισσότερα από ένα εξαρτήματα (όπως, ανοιχτήρια, κατσαβίδια, μαχαίρια, λεπίδες, πένσες, ψαλίδια), ώστε να είναι κατάλληλο για ποικίλες εργασίες: χρήσιμο ~. ~ τσέπης. Βλ. πολυ-μηχάνημα, -συσκευή. 2. (μτφ.-στην αθλητική αργκό) ποδοσφαιριστής ή μπασκετμπολίστας που μπορεί να αγωνιστεί σε περισσότερες από μία θέσεις με την ίδια ευκολία. Πβ. πολυθεσίτης. [< 1: αγγλ. multi-tool, 1985] | |
| 41469 | πολυερυθραιμία | πο-λυ-ε-ρυ-θραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική αύξηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων χωρίς παράλληλο πολλαπλασιασμό των λευκοκυττάρων ή των αιμοπεταλίων, η οποία οφείλεται σε αυξημένη ερυθροποιητίνη και έχει επιπτώσεις στα αγγεία. Βλ. -αιμία, αιμόλυση, αναιμία. [< γαλλ. polyglobulie, 1904] | |
| 41470 | πολυεστέρας | πο-λυ-ε-στέ-ρας ουσ. (αρσ.) & πολυέστερ (το): ΧΗΜ. συνθετικό πολυμερές που περιέχει εστέρα και χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή υφαντικών ινών: ανθεκτικός ~. Επένδυση από ~α. [< αγγλ. polyester, 1922, γαλλ. ~, 1957] | |
| 41471 | πολυεστερικός | , ή, ό πο-λυ-ε-στε-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από πολυεστέρα: ~ός: στόκος. ~ή: βαφή. ~ό: ύφασμα. ~ές: ίνες. ~ά: ρολά/σκάφη/φύλα. [< αγγλ. polyester, 1975 | |
| 41472 | πολυεστιακός | , ή, ό πο-λυ-ε-στι-α-κός επίθ. 1. ΟΠΤ. (για γυαλιά ή φακούς επαφής) με πολλές εστίες, για τη διόρθωση περισσότερων από μιας οφθαλμολογικών παθήσεων. Βλ. διπλοεστιακός. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) που αναπτύσσεται σε πολλές περιοχές: ~ό: λέμφωμα. [< 1: αγγλ. multifocal, 1920] | |
| 41473 | πολυετής | , ής, ές βλ. -ετής, πολυ- | |
| 41474 | πολυετία | βλ. -ετία, πολυ- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ