Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [42020-42040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
41446πολυδιαφημισμένος, η, ο πο-λυ-δια-φη-μι-σμέ-νος επίθ.: που έχει διαφημιστεί πολύ: ~η: ταινία. ~ο: βιβλίο/μέτρο/προϊόν. ~α: νησιά.
41447πολυδιψίαπο-λυ-δι-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υπερβολική δίψα, η οποία εμφανίζεται κυρ. σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Βλ. πολυ-ουρία, -φαγία. [< γαλλ. polydipsie, αγγλ. polydipsia]
41448πολυδονητήςπο-λυ-δο-νη-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή ή κύκλωμα με δύο τρανζίστορ και δυνατότητα μεταπήδησης από το ένα στο άλλο, σε περίπτωση διαδοχικής διέγερσης: ασταθής/μονοσταθής ~. [< αγγλ. multivibrator, 1919]
41449πολυδουλεμένος, η, ο πο-λυ-δου-λε-μέ-νος επίθ.: που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ ή έχει γίνει αντικείμενο επεξεργασίας σε μεγάλο βαθμό: ~η: μηχανή.|| ~α: έργα. Βλ. καλοδουλεμένος.
41450πολυδραστηριότηταπο-λυ-δρα-στη-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. πολυαπασχόληση.
41451πολυδυμίαπο-λυ-δυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. -ΚΤΗΝ. πολύδυμη κύηση: φυλές προβάτων με υψηλή ~. 2. ΚΡΥΣΤ. σύμφυση πολλών κρυστάλλων του ίδιου ορυκτού, ώστε να παρουσιάζουν συμμετρία. Βλ. διδυμία.
41452πολύδυμος, ος/η, ο πο-λύ-δυ-μος επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: πολύδυμη κύηση: ΙΑΤΡ. κυοφορία περισσοτέρων του ενός εμβρύων. Βλ. -δυμος. ΣΥΝ. πολυδυμία (1)
41453πολυδυναμίαπο-λυ-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πολυδύναμου.
41454πολυδύναμος, η, ο πο-λυ-δύ-να-μος επίθ. 1. που έχει πολλές δυνατότητες ή δυνάμεις: ~ος: δάσκαλος/πολιτιστικός χώρος. ~η: μονάδα/ομάδα (ειδικών). ~ο: ιατρείο (= πολυϊατρείο)/(αθλητικό) κέντρο. Πβ. πολυλειτουργικός, πολυσθενής. Βλ. αδύναμος. 2. ΦΑΡΜΑΚ. (για εμβόλιο ή ορό) που είναι αποτελεσματικό(ς) στην καταπολέμηση πολλών παθογόνων παραγόντων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα (παλαιότ.): αρμόδιο για πολλούς δήμους. [< 1: μτγν. πολυδύναμος, γαλλ. polyvalent, 1902 2: αγγλ. polyvalent, 1904]
41455πολυεδρικός, ή, ό πο-λυ-ε-δρι-κός επίθ. 1. που έχει σχήμα πολύεδρου: ~ό: διαμάντι/κάτοπτρο. 2. (σπάν.-μτφ.) πολύπλευρος, πολυσύνθετος: ~ή: προσωπικότητα. ΣΥΝ. πολύεδρος (2) 3. ΠΟΛΙΤ. (για εκλογική περιφέρεια) που έχει περισσότερες από μία βουλευτικές έδρες. Βλ. -εδρικός. [< γαλλ. polyédrique, αγγλ. polyhedric]
41456πολυεδρικότηταπο-λυ-ε-δρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυεδρικού. Βλ. -ότητα.
41457πολύεδρος, η, ο πο-λύ-ε-δρος επίθ. 1. που έχει πολλές, δηλ. περισσότερες από τέσσερις, έδρες: ~η: γωνία. Βλ. -εδρος. 2. (σπάν.-μτφ.) πολύπλευρος. ΣΥΝ. πολυεδρικός (2) ● Ουσ.: πολύεδρο (το): ΓΕΩΜ. στερεό σώμα που έχει περισσότερες από τέσσερις επίπεδες επιφάνειες, δηλ. έδρες. Βλ. κύβος. [< γαλλ. polyèdre, αγγλ. polyhedron] ● ΣΥΜΠΛ.: κανονικό πολύεδρο βλ. κανονικός [< μτγν. πολύεδρος 'που έχει πολλά καθίσματα' 1: γαλλ. polyèdre, αγγλ. polyhedral]
41458πολυεθνικόςπο-λυ-ε-θνι-κός επίθ. 1. που περιλαμβάνει πολλά έθνη ή αναφέρεται σε αυτά: ~ός: οργανισμός/χαρακτήρας (ενός κράτους). ~ή: δράση/(ειρηνευτική/στρατιωτική) δύναμη/κοινωνία. ~ό: φεστιβάλ. Πβ. διεθνής. 2. που λειτουργεί ή δραστηριοποιείται σε πολλά κράτη: ~ός: κολοσσός/όμιλος. ~ή: αλυσίδα (καταστημάτων). ~ό: δίκτυο/εμπόριο/κεφάλαιο/μονοπώλιο. ~ά: συμφέροντα. ● Ουσ.: πολυεθνική (η): ΟΙΚΟΝ. (ενν. εταιρεία) οικονομική μονάδα που έχει παραρτήματα σε πολλές χώρες και δραστηριοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα. Βλ. βιομηχανία, επιχείρηση. [< γαλλ. une multinationale, 1972] [< αγγλ. multinational, 1926, γαλλ. ~, 1928]
41459πολυεθνικότηταπο-λυ-ε-θνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πολυεθνικού.
41460πολυεθνοτικός, ή, ό πο-λυ-ε-θνο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε ή σχετίζεται με πολλές εθνότητες: ~ές: κοινωνίες. ~ά: κράτη. Πβ. πολυφυλετικός. [< γαλλ. pluriethnique, 1968, multiethnique, 1977]
41461πολυεκατομμυριούχος[πολυεκατομμυριοῦχος] πο-λυ-ε-κα-τομ-μυ-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): που έχει πολύ μεγάλη περιουσία, πάμπλουτος: ~ος: επενδυτής/επιχειρηματίας. Πβ. κροίσος, μεγιστάνας. [< γαλλ. multimillionnaire, 1898]
41462πολυέλαιοςπο-λυ-έ-λαι-ος ουσ. (αρσ.) {πολυελαί-ου}: μεγάλο πολύφωτο κρεμασμένο συνήθ. στην οροφή σαλονιών, μεγάλων αιθουσών ή ναών: κρυστάλλινος ~. Κεντρικός/τεράστιος ~. ● ΦΡ.: σιγά τον πολυέλαιο: (ειρων.) για κάποιον ή κάτι χωρίς σημασία ή ενδιαφέρον, ανάξιο λόγου: Μη στενοχωριέσαι που έχασες, ~ ~! ΣΥΝ. σιγά τ' αβγά, σιγά/σπουδαία τα λάχανα! [< μεσν. πολυέλαιος]
41463πολυέλεος, η, ο πο-λυ-έ-λε-ος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (προσωνυμία του Θεού) γεμάτος έλεος, πολυεύσπλαχνος. ΑΝΤ. ανελέητος ● Ουσ.: πολυέλεος (ο): εκκλησιαστικός ύμνος που περιλαμβάνει τους ψαλμούς 134 και 135, με αναφορά στο έλεος του Θεού. [< μτγν. πολυέλεος]
41464πολυέξοδος, η, ο πο-λυ-έ-ξο-δος επίθ. 1. που απαιτεί πολλά έξοδα, μεγάλο κόστος: ~η: διαφημιστική καμπάνια. ~ο: ταξίδι. Πβ. πολυτελής. ΣΥΝ. δαπανηρός, πολυδάπανος ΑΝΤ. ανέξοδος (1), οικονομικός (2) 2. (για πρόσ.) που δεν κάνει οικονομία, που σπαταλά χρήματα άσκοπα. ΣΥΝ. σπάταλος (1) ΑΝΤ. οικονόμος (1) [< μτγν. πολυέξοδος]
41465πολυεπίπεδος, η, ο πο-λυ-ε-πί-πε-δος επίθ.: που αποτελείται από πολλά επίπεδα, πολλές πλευρές: (μτφ.) ~η: ερμηνεία/προσωπικότητα/συνεργασία. ~ο: έργο/μοντέλο/σύστημα. Πβ. πολυδιάστατος, πολύπλευρος. ΑΝΤ. μονόπλευρος ● επίρρ.: πολυεπίπεδα [< αγγλ. multilevel, 1905]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.